«Ἕνας 17χρονος στέλνει γράμμα στό Χριστό...
Ἰησοῦ... Χριστέ.... εἶμαι ἕνα ἁπλό παιδί, ἄν καί ἔκλεισα τά 17 μου. Εἶναι ἡ ἡλικία τῆς ἐφηβείας, ἀλλά δέν θέλω καί δέν μπορῶ νά τή σκέφτομαι. Δυσκολεύομαι.
Σοῦ γράφω κάποιες σκέψεις. Δέν εἶμαι σίγουρος ὅτι θά τίς λάβης. Δέν ἔχεις κάποια διεύθυνσι. Δέν ξέρω πού βρίσκεσαι καί στό κάτω-κάτω Ποιός εἶσαι Ἐσύ. Ὁ κόσμος δέν μοῦ λέει σχεδόν τίποτε γιά Σένα. Δέν Σέ γνωρίζει καί οὔτε πού θέλει νά Σέ γνωρίση. Προσπάθησα νά μάθω κάποια πράγματα γιά Σένα, ἀλλά δέν κατάφερα τίποτε. Οὔτε τουλάχιστον τό ὄνομά Σου δέν
προφέρουν οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονται γύρω μου. Καί τότε, Χριστέ, πῶς νά Σέ βρῶ; Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι;
Πῶς νά εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχεις; Ὅτι μέ γνωρίζεις, ὅτι μ᾽ ἀγαπᾶς, ὅτι ἔχεις καί γιά μένα μιά σταγόνα ἀγάπης; Οἱ γύρω μου δέν Σέ βλέπουν, κοντά τούς δέν Σέ ἀισθάνομαι. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς πού μέ περιτριγυρίζουν ὑποφέρουν ἀπό ἐγωϊσμό, ἀπό ὑποκρισία, ἀπό μίσος. Δέν μοῦ λένε τίποτε γιά Σένα. Δέν θέλουν νά Σέ βροῦν, νά Σέ ἀισθανθοῦν, νά Σέ συναντήσουν.
Ὅταν τούς ρωτάω κάτι γιά Σένα μοῦ γελοῦν εἰρωνικά καί μέ κοιτάζουν μέ περιφρόνησι. Δέν ἔχουν χρόνο καί γιά Σένα. Ἴσως δέν πιστεύουν σέ Σένα. Εἶναι ἀπασχολημένοι μέ τά προβλήματά τους, τά τόσο μικρά, τά τόσο πρόσκαιρα, τά τόσα ποταπά.
Καί μέ πονάει τό ὅτι πάντοτε φαίνονται χαρούμενοι καί εὐτυχισμένοι. Τό χαμόγελο ἐμφανίζεται στά χείλη τους. Φαίνονται νά ζοῦν τή ζωή τους. Ἐγώ, ὅμως, δέν μπορῶ νά ἀισθανθῶ ἔτσι. Ἴσως δέν ξέρεις πόσο συχνά μέ βαρύνει ἡ λύπη, ἡ ἀδυναμία, ἡ μοναξιά...
Ἴσως θά ἤθελα νά εἶμαι σάν αὐτούς... ἀλλά κάτι ἀπ᾽ τά βάθη τῆς καρδιᾶς μέ σταματάει! Συχνά ἀισθάνομαι ἐγκαταλελειμμένος ἀνάμεσά τους. Αἰσθάνομαι σάν ἕνα νησί λύπης καί πόνου στό μέσο ἐνός “ὠκεανοῦ εὐτυχίας”. Γιατί αὐτοί μποροῦν νά εἶναι εὐτυχισμένοι κι ἐγώ ὄχι; Ποιός κάνει λάθος Χριστέ; Αὐτοί ἤ ἐγώ; Ἄν ὑπάρχης γιατί δέν ἔρχεσαι νά μοῦ δώσης μιά καθαρή καί σίγουρη ἀπάντησι;
Ὅσοι δέν ἔχουν ἰδέα γιά Σένα, δέν ξέρουν τίποτε ἄλλο ἀπ᾽ τό νά διασκεδάζουν, νά ζοῦν τή ζωή τους καί τά νειάτα τους. Ἀλλά μέ ἐμένα τί θά γίνη; Σάν νά ἔχω στή ψυχή μου ἕνα παιδάκι πού κοιτάζει γύρω του τούς ἀνθρώπους καί τοῦ ἔρχεται νά κλαίη... Δέν καταλαβαίνω συχνά λόγους καί συμπεριφορές...
Γιατί μόνο τά μάτια μου ἔχουν δάκρυα πόνου; Μόνο ἐγώ πρέπει νά κλαίω; Μόνο ἐγώ δέν ἔχω τό δικαίωμα νά εἶμαι εὐτυχισμένη. Μήπως ἐσύ μ᾽ ἐμποδίζεις νά εἶμαι σάν τούς ἄλλους; Καί γιατί τό κάνεις αὐτό; Ἴσως δέν καταλαβαίνω τί περιμένεις ἀπό ἐμένα... Ἴσως δέν μπορῶ νά διακρίνω τό θέλημά Σου...
Ὅλοι μοῦ ζητοῦν, σχεδόν μέ ὑποχρεώνουν νά εἶμαι σάν αὐτούς... ἀλλά Ἐσύ δέν λές τίποτε. Ἀπολύτως τίποτε... οὔτε μιά λέξι! Καί πῶς νά ξέρω τί θέλεις ἀπό ἐμένα; Τρέφομαι μέ δάκρυα καί πάλι μέ δάκρυα... Δέν μπορῶ νά κλάψω μπροστά στούς φίλους μου. Ξέρεις καλά ὅτι κοντά τους προσπαθῶ νά χαμογελῶ καί νά φαίνομαι εὐτυχισμένος. Ἐνῶ ἄν κάποια μέρα δέν καταφέρω νά ὑποκριθῶ τόν εὐτυχισμένο καί ἡ λύπη μου πιέζει ὅλη μου τήν ὕπαρξι κανείς δέν μέ ρωτάει τί ἔχω. Ἄραγε δέν τούς ἐνδιαφέρει; Μήπως δέν βλέπουν καί δέν καταλαβαίνουν;
Ἀγαπῶ τό Θεό, ἀλλά δέν ξέρω πώς νά τό ἀποδείξω... ἀρχίζω νά πιστεύω ὅτι τά πάντα εἶναι μάταια! Ποιός μπορεῖ νά τά καταλάβη ὅλα αὐτά; Σέ ποιόν νά παραπονεθῶ; Παλεύω μέ τόν ἑαυτό μου καί προσεύχομαι σέ Σένα. Κανείς δέν μέ μαθαίνει πῶς καί τί πρέπει νά σοῦ πω. Προσεύχομαι ὅπως μοῦ ἔρθει. Ἔφτασα νά κρύβομαι ἀκόμη κι ἀπ᾽ τήν οἰκογένειά μου. Οἱ γονεῖς μου χαίρονται ὅταν πηγαίνω στή ντισκοτέκ, ἀλλά δέν χαίρονται ὅταν προσεύχομαι. Ποιός ἔχει δίκιο, Ἰησοῦ; Καί γονατίζω στά κλεφτά καί ψάχνω λόγια. Ἴσως πιό πολύ κλαίω. Τί θέλεις νά σοῦ πῶ; Πιστεύω ὅτι ξέρεις τά πάντα καί δέν ἔχεις ἀνάγκη τά λόγια μου, ἀλλά ὡστόσο ἀισθάνομαι ὅτι μέ ἀκοῦς. Καί ἄν δέν ἀισθανόμουν οὔτε ἀπό ἐσένα ἔλεος καί ἀγάπη, εἶμαι σίγουρος ὅτι θά τρελαινόμουν ἀπ᾽ τόν πόνο καί τή μοναξιά. Ἴσως δέν προσεύχομαι καλά. Ἴσως καί νά μήν προσεύχομαι καθόλου. Ἀλλά προσπαθῶ. Πρέπει! Ἐπειδή δέν μπορῶ νά εἶμαι σάν αὐτούς πού δέν προσεύχονται...
Γιά Σένα γνωρίζω ὅτι δέν μπορεῖς παρά νά συγχωρεῖς καί ν᾽ ἀγαπᾶς. Ἀκόμη ξέρω ὅτι στό πέρασμά Σου ἀπ᾽ τή γῆ τό κάθε δευτερόλεπτό Σου ἦταν ἕνας ὠκεανός πόνου. Δέν γέλασες οὔτε μιά φορά! Ἴσως νά χαμογέλασες λίγο... Ξέρω σίγουρα ὅτι ἔκλαψες· ὄχι γιά Σένα ἀλλά γιά τούς ἄλλους. Καί ξέρω ὅτι δέν ὑποσχέθηκες σέ κανένα στή γῆ εὐτυχία, ἐδώ καί τώρα. Ὑποσχέθηκες, ὅμως, τά καλύτερα γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλά γιατί ὅλα αὐτά; Τελικά δέν μπορεῖς νά δώσης κάτι γιά τή θλιμμένη μου ἐφηβεία; Δέν ἀξίζω ἕνα χαμόγελο καί μία ὥρα εὐτυχίας;
Πόσο θά ἤθελα νά μοῦ ἀπαντήσης.
Δηλαδή νά καταλάβω ὅτι ὁ κόσμος μέ ὑποχρεώνει νά ὑποφέρω; Ἴσως ἔτσι νά εἴναι. Μοῦ εἶναι εὔκολο νά Σοῦ γράψω ὅτι ὁ κόσμος γύρω μου εἶναι ἐγωϊστής, ψεύτης καί διεστραμμένος. Ἐσύ τά ξέρεις καλύτερα ἀπό ἐμένα! Μέ πληγώνει ἡ ἀδιαφορία τους. Μέ πληγώνει ἡ κακία καί ἡ ὑποκρισία τους.
Σέ ποιόν νά παραπονεθώ; Σ᾽ αὐτούς πού δέν κλαῖνε πια; Ἀκόμη θέλω νά σοῦ πῶ ὅτι μέ πονάει ἡ βρωμιά πού βλέπω γύρω μου. Πόση ὑπομονή νά κάνω ἀκόμα καί γιά πόσο ἀκόμη θά μπορέσω νά διατηρήσω αὐτή τή σταγόνα ἀξιοπρέπειας καί ἁγνότητος ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους πού δέν ξέρουν τίποτε ἄλλα ἀπ᾽ τό νά μιλοῦν καί νά σκέφτονται βρώμικα; Πῶς νά ἐξηγήσω σέ Σένα τόν ἀναμάρτητο ὅτι σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο τά πάντα συνοψίζονται στή διαφθορά; Δέν βλέπεις ἄραγε τή γενική κατάπτωσι πού τείνει νά μέ ρουφήξη σάν ἕνας τυφώνας; Ὅλοι θέλουν μόνο σέξ, ναρκωτικά, δυνατές συγκινήσεις.
Δέν ἔμεινε σχεδόν τίποτε καθαρό σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο. Σοῦ γράφω εἰλικρινά ὅτι προσπαθῶ μέ ὅλη μου τήν ψυχή νά πιστέψω σέ Σένα. Καί ἀναρωτιέμαι ἄν θά τά καταφέρω... Ὁ κόσμος πού δημιούργησες θά ἔπρεπε νά εἶναι καλός. Ἔτσι τόν θέλησες, ἔτσι τόν ἀγάπησες. Ἀλλά τώρα τί καλό ὑπάρχει σ᾽ αὐτόν; Μέχρι καί τό χορτάρι, ἡ ὀμορφιά ἑνός λουλουδιοῦ καί τό χαμόγελο ἑνός παιδιοῦ “τσαλαπατοῦνται” ἤ καί ἀγνοοῦνται. Καί τότε τί καί ποιός μέ βοηθάει νά πιστέψω σέ Σένα;
Ἔγινα στόχος εἰρωνειῶν τῶν γύρω μου. Ἄν μιλοῦσα βρώμικα καί ζοῦσα μιά ζωή πρόστυχη κανείς δέν θά γελοῦσε μαζί μου. Δέν θά ἔβλεπαν κάτι τό διαφορετικό, θά μέ θεωροῦσαν δικό τους. Ὡστόσο ἐγώ δέν θέλω νά φτάσω νά γίνω αὐτό πού τώρα μέ ἀηδιάζει.
Ἄν Ἐσύ, Ἰησού, ζοῦσες γιά μιά μέρα στήν κοινωνία πού ἐγώ ζῶ, τί θά ἔκανες; Ἀλλά ποιός μπορεῖ νά μοῦ πῆ; Ὅλοι χαίρονται γύρω μου, ἐγώ δέν τά καταφέρνω. Ὧρες-ὧρες ἀπελπίζομαι Ἰησοῦ. Ἀξίζει νά ὑποφέρω κι ἄν ὁ κόσμος ἔχει δίκαιο ὅταν μοῦ λέη ὅτι δέν ὑπάρχεις, ὅτι εἶσαι ἕνας μύθος; Μήπως δέν κάνω τίποτε ἄλλο ἀπ᾽ τό νά χάνω τίς χαρές καί τίς ἱκανοποιήσεις τῆς νιότης; Μήπως μετά τό θάνατο δέν ὑπάρχει τίποτε; Μήπως δέν θά εἶμαι εὐτυχισμένος καί στήν ἄλλη ζωή;
Μήπως δέν βλέπεις ὅτι πολλοί γύρω μου δέν πιστεύουν σέ Σένα; Πολλοί ὁρκίζονται ὅτι εἴδαν ἐξωγήινους καί ὅτι θά ἤθελαν πολύ νά ὑπάρχουν, ἀλλά Ἐσένα δέν Σέ δέχονται. Πιστεύουν σέ χαμένους πολιτισμούς, ἀλλά γιά Σένα δέν θέλουν ν᾽ ἀκούσουν. Θέλω ἀκόμη νά ξέρης ὅτι κάποιες φορές ἡ μοναξιά μου γίνεται ἀπόλυτη. Δέν ξέρω σέ ποιόν νά ἔχω ἐμπιστοσύνη. Ποιός εἶναι στ᾽ ἀλήθεια φίλος μου; Ζῶ 17 χρόνια σ᾽ αὐτή τή γῆ καί ἀκόμη δέν ξέρω σέ ποιόν νά ἔχω ἐμπιστοσύνη. Συχνά προδόθηκα, συχνά πληγώθηκα. Ἀπό ποιόν; Ἀπό ἐκείνους πού τό περίμενα λιγότερο, πού περίμενα μιά ἀληθινή στήριξι... Ἄν θά ἤμουν σίγουρη ὅτι εἶσαι κοντά μου... Ἄν θά μποροῦσα γιά λίγα λεπτά ν᾽ ἀκουμπήσω τό κεφάλι μου στήν ἀγκαλιά Σου καί νά ἀισθανθῶ ὅτι κάποιος μέ συγχώρησε καί μέ ἀγάπησε πραγματικά.
Ἐσύ ἄραγε εἴχες φίλους; Δεῖξε μου, μάθε μου τί εἶναι φιλία! Κάποιος μοῦ εἶπε ὅτι οἱ κορυφές τῶν βουνῶν δέν ἔχουν πατηθῆ τόσο ὅσο οἱ πλατεῖες. Ὅσο πιό ψηλά ἀνεβαίνεις, τόσο λίγοι σέ συντροφεύουν στό δρόμο. Ἐγώ προσπαθῶ νά ἀνέβω πρός ἐσένα. Γι᾽ αὐτό μένω ὅλο καί πιό μόνος. Ὅλο καί πιό ἀπογοητευμένος. Μ᾽ ἐγκαταλείπουν σταδιακά ὅλοι ὅσοι εἶχα ἐμπιστοσύνη. Δέν μέ καταλαβαίνουν, δέν μέ πιστεύουν. Ἴσως δέν φταῖνε αὐτοί. Δέν μποροῦν νά μοῦ δώσουν ὅτι ζητῶ, ἐπειδή δέν ἔχουν ἀπό πού. Δέν τούς ἔμαθε κανείς τί εἶναι ἀφοσίωσι, φιλία, εἰλικρινής ἀγάπη, αὐτοθυσία...Ἴσως!
Οἱ ἄνθρωποι δέν δίνονται πιά ὁλοκληρωτικά. Μένει πάντοτε μιά σκιά ἐγωϊσμοῦ στόν καθένα μας. Ἴσως καί φοβοῦνται νά δοθοῦν ὁλοκληρωτικά θυσιάζοντας τόν ἑαυτό τους. Ἴσως καί νά μήν μοῦ ἔχουν ἐμπιστοσύνη. Ἴσως καί ἐγώ, ὅμως, ν᾽ ἀπογοητευω τούς ἄλλους. Ἀλλά ὡστόσο ἔχω ἀνάγκη ἕνα στήριγμα σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ἔναν ὤμο ν᾽ ἀκουμπήσω τό κεφάλι μου.
Ἔχω ἀνάγκη κάποιον πού νά σκέφτεται καί νά ἀισθάνεται σάν ἐμένα. Νά ἔχω τουλάχιστον πού καί πού τή βεβαιότητα ὅτι δέν περιπλανιέμαι μάταια σ᾽ ἔναν κόσμο ψεύτη καί ἐγωιστή. Ἔχω τήν ἀνάγκη νά λέω κάπου τόν πόνο μου.
Θά ἤθελα νά τά λέω ὅλα αὐτά σέ Σένα. Ἀλλά μερικές φορές μοῦ φαίνεται ὅτι Εἶσαι πολύ μακρυά! Γιατί ἄφησες μιά τόσο μεγάλη ἀπόστασι ἀνάμεσα σέ Ἐσένα καί σέ ἐμένα Ἰησοῦ; Γιατί κάποιες σπάνιες φορές ἀισθάνομαι ὅτι μ᾽ ἀγαπᾶς, ὅτι μέ συγχωρεῖς, ὅτι μέ βοηθᾶς σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μου, ἐνῶ τίς πιό πολλές φορές ἀισθάνομαι ὅτι οὔτε δέν ξέρεις ἄν ὑπάρχω. Μήπως ἐπειδή ἁμαρτάνω καί οἱ ἁμαρτίες μου Σέ ἀπομακρύνουν καί Σέ λυποῦν; Μήπως πιστεύεις ὅτι μοῦ ἀρέσει νά βυθίζομαι στή λάσπη, τή βρωμιά τήν ὁποία καί ἐγώ σιχαίνομαι καί θέλω ν᾽ ἀπαλλαγῶ ἀπ᾽ αὐτή μιά γιά πάντα;
Μισῶ τήν ἁμαρτία, ἀλλά μοῦ φαίνεται ἀδύνατον νά μήν κάνω λάθος. Ὅταν πέφτω, αἰσθάνομαι κατάθλιψι. Τότε καταλαβαίνω τί εἶναι κόλασι. Καί ὑπόσχομαι νά μήν ἐπαναλάβω τό ἴδιο λάθος. Ἀλλά εἶμαι ἕνα παιδί, Ἰησοῦ καί εἶμαι ἀδύναμο. Εἶμαι μόνος σ᾽ ἔναν κόσμο βρώμικο καί ὑποκριτή. Ἀλήθεια, δέν τά ξέρεις ὅλα αὐτά; Καί ὡστόσο ἁμαρτάνω. Μερικές φορές μισῶ τόν ἑαυτό μου. Θά ἔδινα τό πᾶν νά ξεκινῶ κάθε φορά ἀπ᾽ τήν ἀρχή. Ἀλλά ξέρω ὅτι δέν γίνεται.
Τί εἶναι τό καλό; Τί εἶναι τό ὄμορφο; Ποιος θά μέ μάθη; Ποιός θά μέ μάθη; Ποιός θά μοῦ δείξη; Μέ ἀφήνεις νά διαλέξω μόνος. Ξέρω ὅτι σέβεσαι τήν ἐλευθερία μου... ἀλλά δώσε μου ἕνα σημάδι ὅτι βρίσκομαι στόν καλό δρόμο!
Σέ παρακαλῶ καί κάτι ἀκόμη... νά μοῦ πῆς ποιός εἶμαι καί ποιός ὁ σκοπός μου στή γῆ. Οἱ ἄλλοι μέ εἰρωνεύονται ὅταν ἀκοῦν αὐτή μου τήν ἐπιθυμία. Ἐσύ μ᾽ ἔφερες σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο; Καί τί περιμένεις ἀπό ἐμένα;
Ὑπάρχει Ἰησοῦ ζωή μετά τό θάνατο; Τήν ἀπάντησι δέν μπορῶ νά τή βρω στούς γύρω μου. Αὐτοί ζοῦν μόνο γιά τό σήμερα. Γιά νά ἱκανοποιοῦν τίς ὀρέξεις καί τίς ἐπιθυμίες τους. Δέν σηκώνουν τά μάτια τους πέρα ἀπ᾽ τόν ὁρίζοντα, πέρα ἀπ᾽ τό αὔριο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάνουν πλάνα γιά τό μέλλον. Σέ πλάνο, ὅμως, διανοητικό καί ὑλικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους, ἀθάνατους, ποτέ δέν θέτουν τό θέμα τοῦ θανάτου. Ποιόν νά πιστέψω; Βοήθα μέ νά πιστέψω...
Λέγονται τόσα πολλά γιά Σένα... Ὑπάρχουν γνῶμες πού ἀντιφάσκουν ὁλοφάνερα, Χριστέ! Ὅλο καί πιό λίγες φωνές λένε ὅτι εἶσαι ὁ Ὑἱός τοῦ Θεοῦ ὁ ἐνανθρωπήσας γιά τή σωτηρία μας. Γιά νά μήν πῶ καί ὅτι γιά τό Σταυρό καί τήν Ἀνάστασι μόνο στίς ἐκκλησίες μιλᾶνε πια. Γιά πολλούς δέν εἶσαι παρά ἕνας ἄνθρωπος σάν ὅλους τούς ἄλλους. Σέ κατέβασαν στό ἐπίπεδό τους, σ᾽ ἔκαναν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσί τους, μήπως καί τούς κρίνεις, μήπως καί ἀποκτήσεις κανένα δικαίωμα νά τούς ἐπιπλήξης γιά κάτι. Αὐτοί θέλουν νά εἶσαι ἕνας σάν κι αὐτούς. Τό ἴδιο βρώμικος, τό ἴδιο ἄσχημος, τό ἴδιο ἐμπαθής.
Ἐνώ ἐσύ, Χριστέ, δέν λές τίποτε. Δέν θέλεις κι ἐσύ νά ὑπερασπιστῆς τόν Ἑαυτό Σου;
Διάβασα τό “Μύθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστή”. Πόσο δίκαιο εἶχε ὁ ἰδιοφυής συγγραφέας! Ἐσύ δέν ξέρεις νά ὑπερασπιστῆς τόν Ἑαυτό Σου. Δέν τό ἔκανες οὔτε μπροστά στόν Πιλάτο. Δέν τό ἔκανες οὔτε μπροστά στά ἑκατομμύρια τῶν Πιλάτων καί τῶν Ἰούδων τῶν ἡμερῶν μας. Ἐσύ μόνο σωπαίνεις, ἀγαπᾶς καί σέ ὅσους ἐξομολογοῦνται τίς ἁμαρτίες τους στόν πνευματικό, σβήνεις τίς ἀμαρτίες τους μέ τό σπόγγο τοῦ ἐλέους Σου. Ἴσως θά ἔπρεπε ἐγώ νά σωπάσω καί ἐσύ νά μιλᾶς... θά ἔπρεπε ἡ βρωμιά καί τό κακό νά ἐξαφανιστοῦν, ἐνῶ ὅτι εἶναι καθαρό καί ὄμορφο νά ἔχη μιά εὐκαιρία στή ζωή καί στό φῶς.
Θά ἤθελα νά Σου γράψω κι ἄλλα. Ἀλλά ἐσύ τά ξέρεις ὅλα. Ἐσύ δέν ἔχεις ἀνάγκη τά λόγια μου, ἀλλά ἐμένα, τήν καρδιά μου. Ἐσύ δέν ἔγραψες τίποτε... οὔτε μιά λέξι. Ἐσύ μόνο ἀγάπησες. Θυσιάστηκες καί θεράπευσες τίς ἀδυναμίες μας καί τά βάσανά μας.
Θεράπευσέ μέ καί ἐμένα Ἰησοῦ.
Δῶσε μου δύναμι νά ὑπάρχω.
Ἀπό τό βιβλίο “Invitatii la libertate”, μοναχού Παυλίνου»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/03/21/%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-17%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84/).
«Το ωραίο ποίημα τοῦ Βαλαωρίτη μήπως θά βρῆ καί σήμερα τή θέσι του, ἔστω κι ἄν φαίνεται ἀδύναμη ἡ Ἑλλάδα μας μπροστά στό βράχο τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καί τοῦ Δ.Ν.Τ.;...
Ὁ βράχος καί τό κύμα (Βαλαωρίτης Ἀριστοτέλης)
“Μέριασε, βράχε, νά διαβῶ!” τό κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στήν πέτρα τοῦ γιαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
“Μέριασε! Μέ τά στήθη μου, πού ‘σαν νεκρά καί κρύα
μαῦρος βοριάς ἐφώλιασε καί μαύρη τρικυμία.
Ἀφρούς δέν ἔχω γι᾽ ἄρματα, κούφια βοή γι᾽ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μέ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, πού βαρέθηκε, τοῦ κόσμου πού ‘πε τώρα:
“Βράχε, θά πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!”
Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο ‘γλυφα καί σο ‘πλενα τά πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ᾽ ἐκοίταζες καί φώναζες τοῦ κόσμου,
νά δῆ τήν καταφρόνεσι πού πάθαινε ὁ ἀφρός μου.
Κι ἀντίς ἐγώ κρυφά-κρυφά, ἐκεῖ πού σέ φιλοῦσα,
μέρα καί νύχτα σ᾽ ἔσκαφτα τή σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
και τήν πληγή πού σ᾽ ἄνοιγα, τό λάκκο πού ‘θε κάμω,
μέ φύκη τόν ἐπλάκωνα, τόν ἔκρυβα στόν ἄμμο.
Σκύψε νά ἰδῆς τή ρίζα σου στῆς θάλασσας τά βύθη,
τά θέμελά σου τά ‘φαγα, σ᾽ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νά διαβῶ! Τοῦ δούλου τό ποδάρι
θα σέ πατήση στό λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι...”
Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στήν καταχνιά κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τό μέτωπο, σχισμένο ἀπό ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, πού ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρα του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καί στόν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθῶς ἀνεμοδέρνουνε καί φτεροθορυβούνε
τή δυσωδία τοῦ νεκροῦ τά ὄρνια ἄν μυριστοῦνε.
Τό μούγκρισμα τοῦ κύμματος, τήν ἄσπλαχνη φοβέρα,
χίλλιες φορές τήν ἄκουσεν ὁ βράχος στόν ἀθέρα
ν᾽ ἀντιβοᾶ τρομαχτικά χωρίς κἄν νά ξυπνήση,
καί σήμερα ἀνατρίχιασε, λές θά λιγοψυχήση.
“Κύμμα, τί θέλεις ἀπό μέ καί τί μέ φοβερίζεις;
Ποιός εἶσαι σύ κι ἐτόλμησες, ἀντί νά μέ δροσίζης,
ἀντί μέ τό τραγούδι σου τόν ὕπνο μου νά εὐφραίνης,
καί μέ τά κρύα σου νερά τή φτέρνα μου νά πλένης,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾽ ἀφρούς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἄν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δέν πεθαίνω!”
“Βράχε, μέ λένε ἐκδίκησι. Μ᾽ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολή καί καταφρόνεσι. Μ᾽ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιά φορά καί τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδώ μέσα στά σπλάχνα μου, βλέπεις, δέν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιά καί καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σέ ζητοῦν τοῦ ἅδη μου τ᾽ ἀχνάρια...
Μ᾽ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... μέ φόρτωσες κουφάρια...
Σέ ξένους μ᾽ ἔριξες γιαλούς... τό ψυχομάχημά μου
τό περιγέλασαν πολλοί καί τά πατήματά μου
τά φαρμακέψανε κρυφά μέ τήν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νά διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!”
Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τό κύμμα στήν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τό κούφιο τό κορμί του.
Χάνεται μέ τήν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σά νά ‘ταν ἀπό χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιά λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δέν ἀπομένει
στόν τόπο πού ‘ταν τό στοιχειό, κανείς παρά τό κύμμα,
πού παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπ᾽ τό μνῆμα»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/05/05/%ce%bf-%ce%b2%cf%81%ce%ac%cf%87%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%ce%ba%cf%8d%ce%bc%ce%b1/).
<>
«Ἀπ᾽ τήν ἔχθρα στήν συγχώρησι!
Μιά ἀληθινή ἱστορία
Τοῦ Johann Christoph Arnold
Ὅταν ἡ διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ ἐκτελέστηκε στίς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1998, στό Χάντσβιλλ τοῦ Τέξας, μία μικρή ὁμάδα διαδηλωτῶν ἐνάντια στή θανατική ποινή ἔκαναν μία ὁλονυχτία μέ ἀναμμένα κεριά. Ἀλλά πολλές περισσότερες ἑκατοντάδες ἦταν ἐκεῖ ἔξω ἀπ᾽ τή φυλακή γιά νά χαροῦν γιά τό θάνατό της. Ἕνα πανό πού κρατοῦσε κάποιος τά ἔλεγε ὅλα: “Εἶθε ὁ Παράδεισος νά σέ βοηθήση. Εἶναι τόσο σίγουρο ὅσο ἡ κόλασι, ὅτι ἐμεῖς δέν θά σέ βοηθήσουμε!”.
Μέσα στή φυλακή, ὡστόσο, ἕνας ἄνδρας, ὀνόματι Ρόν Κάρλσον, προσευχόταν γιά τήν Κάρλα καί ὄχι στήν αἴθουσα τῶν μαρτύρων ὅπου βρίσκονταν οἱ οἰκογένειες τῶν θυμάτων τῆς Κάρλα, ὅπου λογικά θά ἔπρεπε νά εἶναι, ἀλλά στό χῶρο πού ἡ φυλακή παρεῖχε γιά τήν οἰκογένεια τῆς δολοφόνου.
Ἔχουν περάσει δύο χρόνια ἀπό τότε πού γνώρισα τόν Ρόν καί ἄκουσα τό ἀξιοθαύμαστο ταξίδι του ἀπ᾽ τό μίσος στή συμφιλίωσι, ἀλλά αὐτά πού μοῦ εἶπε εἶναι κολλημένα στό μυαλό μου λές καί ἦταν χτες: “Λίγο μετά πού εἶχα γυρίσει σπίτι μετά ἀπό μία μέρα κοπιαστικῆς δουλειᾶς (ἦταν 13 Ἰουλίου τοῦ 1983) χτύπησε τό τηλέφωνο. Ἦταν ὁ πατέρας μου. Εἶπε, “Ρόν, πρέπει νά ἔρθης ἀμέσως στό μαγαζί. Ἔχουμε λόγους νά πιστεύουμε ὅτι ἡ ἀδελφή σου δολοφονήθηκε.” ἔπεσα στό πάτωμα. Δέν μποροῦσα νά τό πιστέψω. Δέν μποροῦσα νά τό πιστέψω ἀκόμα κι ὅταν εἶδα στήν τηλεόρασι τό σῶμα τῆς ἀδελφῆς μου νά τό μεταφέρουν ἔξω ἀπό ἕνα διαμέρισμα. Ἡ Ντέμπορα ἦταν ἀδελφή μου, καί μέ εἶχε μεγαλώσει. Οἱ γονεῖς μου εἶχαν χωρίσει ὅταν ἤμουν πολύ μικρός, ἕξι χρονῶν. Δέν εἶχα ἀδελφούς μόνο μία μεγαλύτερη ἀδελφή καί γι’ αὐτό ἡ Ντέμπορα ἦταν κάτι τό πολύ ἰδιαίτερο γιά μένα. Πολύ ἰδιαίτερο.
Ἡ Ντέμπορα φρόντιζε πάντα νά ἔχω ροῦχα, καί νά ὑπάρχη φαγητό στό τραπέζι. Μέ βοηθοῦσε στά μαθήματά μου, καί μέ χτυποῦσε στά χέρια ἄν ἔκανα κάτι λάθος. Εἶχε γίνει ἡ μητέρα μου.
Τώρα ἦταν νεκρή, μέ δεκάδες μώλωπες ἀπό γροθιές σ᾽ ὅλο της τό σῶμα, καί τήν πληγή ἀπό σφαίρα στήν καρδιά της. Ἡ Ντέμπορα δέν ἦταν ἄνθρωπος πού εἶχε ἐχθρούς. Ἁπλά βρέθηκε στό λάθος μέρος, τήν λάθος ὥρα. Οἱ δολοφόνοι εἶχαν ἔρθει νά κλέψουν ἀνταλλακτικά μοτοσικλετῶν ἀπ᾽ τό σπίτι πού αὐτή ἔμενε, καί ὅταν ἀνακάλυψαν τόν Τζέρρυ Ντήν, τόν ἄνθρωπο μέ τόν οποίο ἦταν μαζί, τόν χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω ἀπό μεγάλη ἐπήρεια ναρκωτικῶν. Μετά ἀνακάλυψαν τήν Ντέμπορα κι ἔτσι ἔπρεπε νά τήν σκοτώσουν κι αὐτήν...”.
Tό Xιοῦστον ἦταν ἀνάστατο. Οἱ ἐφημερίδες περιέγραφαν μέ πηχυαίους τίτλους τό ἔγκλημα, καί ἡ πόλι ζοῦσε σέ φόβο. Μερικές βδομάδες ἀργότερα οἱ δολοφόνοι —δύο ναρκομανεῖς, ἡ Κάρλα Τάκερ καί ὁ Ντάνιελ Γκάρετ— παραδόθηκαν ἀπό συγγενεῖς. Στή συνέχεια δικάστηκαν καί καταδικάστηκαν σέ θάνατο. Ὁ Ντάνιελ ἀργότερα πέθανε στή φυλακή. Ὡστόσο ὁ Ρον δέν αἰσθανόταν ἀνακούφισι: “Χάρηκα πού συνελήφθηκαν, φυσικά, ἀλλά ἤθελα νά τούς σκοτώσω ἐγώ ὁ ἴδιος. Εἶχα γεμίσει μέ ἀπόλυτο μίσος, καί ἤθελα νά ἰσοφαρίσω. Ἤθελα νά χτυπήσω τήν καρδιά τῆς Κάρλα ὅπως ἐκείνη εἶχε κάνει στήν ἀδελφή μου”.
Ὁ Ρόν λέει ὅτι ἀπό πρίν τό θάνατο τῆς ἀδελφῆς του, εἶχε πρόβλημα μέ τό ποτό καί τά ναρκωτικά, ἀλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ἕνα χρόνο ἀργότερα καί ὁ πατέρας τους πυροβολήθηκε ἀπό ληστές.
“Συχνά μεθοῦσα, καί βυθιζόμουν στά ναρκωτικά ὅπως LSD καί μαριχουάνα καί ὅτι ἄλλο ἔβρισκα. Ἐπίσης, συνεχῶς τσακωνόμουν μέ τή γυναῖκα μου. Ἤθελα νά σκοτώσω τόν ἐαυτό μου...
Τότε ἕνα βράδυ, ἀισθανόμουν ὅτι δέν ἄντεχα ἄλλο, καί σκεφτόμουν ὅτι ἔπρεπε νά κάνω κάτι γιά τό μίσος καί τήν ὀργή πού μέ πλημμύριζαν. Εἶχαν γίνει τόσο ἄσχημα μέσα μου, πού ἤθελα συνεχώς νά κάνω κακό σέ ἀντικείμενα καί ἀνθρώπους. Βάδιζα στό ἴδιο μονοπάτι μέ τούς δολοφόνους τῆς ἀδελφῆς μου καί τοῦ πατέρα μου. Ἐκεῖνο τό βράδυ, ὅμως, ἀποφάσισα νά ἀνοίξω τή Βίβλο, καί ἄρχισα νά διαβάζω.
Ἦταν ἀλήθεια παράξενο. Ἤμουν κάτω ἀπό ἐπήρεια ναρκωτικῶν καί διάβαζα τό Λόγο τοῦ Θεοῦ! Ἀλλά ὅταν ἔφτασα ἐκεῖ πού σταύρωσαν τόν Ἰησοῦ ἔκλεισα ἀπότομα τό βιβλίο. Γιά κάποιο λόγο μέ χτύπησε στήν καρδιά ὅπως ποτέ πριν: “Θεέ μου”, σκέφτηκα, “σκότωσαν ἀκόμα καί τόν Ἰησοῦ!”.
Τότε ἔπεσα στά γόνατά μου καί δέν τό εἶχα κάνει ποτέ πρίν αὐτό —καί ζήτησα ἀπ᾽ τό Θεό νά ἔρθη στή ζωή μου καί νά μέ ἀλλάξη ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε νά εἶμαι, καί νά εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς μου. Αὐτό ἦταν βασικά πού συνέβη ἐκεῖνο τό βράδυ.
Ἀργότερα διάβασα περισσότερο τή Βίβλο, καί μία γραμμή ἀπ᾽ τό Πάτερ Ἡμῶν —ἐκείνη ἡ γραμμή πού λέει “συγχώρησέ μας ὅπως καί ἐμεῖς συγχωροῦμε” —πήδηξε ἔξω ἀπ᾽ τό κείμενο πρός ἐμένα. Τό νόημα φαινόταν καθαρό: “Δέν θά συγχωρηθῆς ἄν δέν συγχωρήσης”. Θυμᾶμαι ὅτι ἐπιχειρηματολογοῦσα μέ τόν ἑαυτό μου: “Δέν μπορῶ ἐγώ νά τό κάνω αὐτό, ποτέ δέν θά μποροῦσα νά κάνω κάτι τέτοιο”. Καί ὁ Θεός φαινόταν νά μοῦ ἀπαντάη ἀμέσως, “Καλά, Ρόν, ἐσύ δέν μπορεῖς. Ἀλλά μέσῳ ἐμένα μπορεῖς”.
Δέν πέρασε πολύς καιρός καί μία μέρα μιλοῦσα μέ ἕνα φίλο στό τηλέφωνο, καί μέ ρώτησε ἄν ἤξερα ὅτι ἡ Κάρλα ἦταν σέ μία φυλακή στήν πόλι μας. “Θά πρέπη νά πᾶς ἐκεῖ καί νά τῆς πῆς τίς σκέψεις σου”, μοῦ εἶπε. Αὐτός ὁ φίλος δέν ἤξερε τήν πνευματική μου πορεία, καί δέν τοῦ εἶπα τίποτε. Ἀλλά ἀποφάσισα νά πάω νά δῶ τήν Κάρλα.
Ὅταν πῆγα ἐκεῖ καί τήν ἀντίκρισα τῆς εἶπα ὅτι εἶμαι ὁ ἀδελφός τῆς Ντέμπορα. Δέν εἶπα τίποτε ἄλλο στήν ἀρχή. Μέ κοίταξε παράξενα καί εἶπε, “Ποιός εἶπες ὅτι εἶσαι;”, ἐπανέλαβα, ἀλλά ἀκόμα μέ κοιτοῦσε ἀποσβολωμένη, σάν νά μήν πίστευε αὐτό πού ἄκουγε. Μετά ξέσπασε σέ κλάμα.
Εἶπα, “Κάρλα, ὅ,τι καί νά βγῆ ἀπ’ αὐτό, θέλω νά ξέρης ὅτι ἐγώ σέ συγχωρῶ, καί δέν ἔχω τίποτε ἐναντίον σου.“Ἐκείνη τή στιγμή ὅλο τό μίσος καί ἡ ὀργή ἔφυγε. Ἦταν σάν ἕνα μεγάλο βάρος νά σηκώθηκε ἀπ᾽ τούς ὤμους μου”.
Ὁ Ρόν λέει ὅτι μίλησε πολύ ὥρα μέ τήν Κάρλα, καί στή διάρκεια τῆς συνομιλίας του ἀνακάλυψε ὅτι κι ἐκείνη, ἐπίσης, πρόσφατα εἶχε πιστέψει στό Θεό, καί ὅτι ἡ πίστι της εἶχε ἀλλάξει τή στάσι της γιά τή ζωή. Ἦταν τότε πού ὁ Ρόν ἀποφάσισε ὅτι ἔπρεπε νά ξαναπάη καί νά μάθη περισσότερα γι’ αὐτήν:
“Στήν ἀρχή ἁπλά ἤθελα νά πάω καί νά τήν συγχωρήσω καί νά φύγω, ἀλλά μετά ἀπό ἐκείνη τήν πρώτη ἐπίσκεψι χρειαζόμουν νά πάω ξανά. Ἤθελα νά ἀνακαλύψω ἄν ἦταν εἰλικρινής γιά τή Χριστιανική πορεία τήν οποία ἰσχυριζόταν ὅτι εἶχε. Ἐπίσης, ἤθελα νά μάθω γιατί οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ποτέ δέν τό ἔμαθα αὐτό, ἀλλά ἔμαθα ὅτι ἡ Κάρλα ἦταν εἰλικρινής. Ἐπίσης, ἀνακάλυψα, μέσα ἀπό αὐτήν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νά ἀλλάξουν καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι ζωντανός.
Ἡ μητέρα τῆς Κάρλα ἦταν πόρνη καί ναρκομανής, καί εἰσήγαγε τήν κόρη της ἀπό πολύ νεαρή ἡλικία σέ ὅλα αὐτά. Ἡ Κάρλα εἶχε ἀρχίσει νά κάνη ἐνέσεις ἡρωίνης ἀπό δέκα ἐτῶν. Στή φυλακή ἦταν πού ἄλλαξε ἡ ζωή τῆς 180 μοῖρες —μέσῳ μίας διακονίας πού ἀσχολοῦνταν μέ γυναῖκες καί ἔδινε Βίβλους καί μιλοῦσε γιά τό νόημα τῆς ζωῆς μέ τό Θεό”. Ὁ Ρόν ἐπισκεπτόταν κάθε δύο μῆνες τήν Κάρλα, ἐνόσω αὐτή ἀνέμενε τήν ἐκτέλεσί της, γιά τά ἐπόμενα δύο χρόνια, καί ἐπίσης ἀλληλογραφοῦσε μέ αὐτή. Σύντομα εἶχαν γίνει στενοί φίλοι.
Θυμᾶται: “Οἱ ἄνθρωποι γύρω μου δέν μποροῦσαν νά τό πιστέψουν. Ἔλεγαν πῶς εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι κάτι πάει στραβά μέ ἐμένα —ὅτι θά ἔπρεπε νά μισῶ τόν ἄνθρωπο πού σκότωσε τήν ἀδελφή μου, ὄχι νά τήν πλησιάζω. Ἕνας συγγενής μοῦ εἶπε ὅτι ντρόπιαζα τή μνήμη τῆς ἀδελφῆς μου μέ τόν τρόπο πού ἐνεργοῦσα, καί ὅτι πιθανῶς “τά κόκαλά της νά ἔτριζαν στόν τάφο της”. Ἕνας ἄλλος ἔκανε μία δημόσια δήλωσι τή μέρα τῆς ἐκτελέσεως τῆς Κάρλα γιά τό πόσο χαρούμενος ἦταν πού σέ λίγο θά ἦταν νεκρή”.
Ἡ ἴδια ἡ Κάρλα εἶχε μείνει ἔκπληκτη ἀπ᾽ τή στάσι τοῦ Ρον ἀπέναντί της. Μιλώντας σέ μία τηλεοπτική συνέντευξι λίγο πρίν τήν ἐκτέλεσί της, εἶχε πει: “Εἶναι ἀπίστευτο, φανταστικό! Ἡ συγχώρεσι εἶναι ἕνα πράγμα. Ἀλλά τό νά πάη κάποιος πέρα ἀπό αὐτό καί νά μέ πλησιάση —νά μέ ἀγαπήση ἐνεργά;” τῆς ἦταν πολύ πιό εὔκολα νά κατανοήση τήν ὀργή χιλλιάδων ἀνθρώπων πού ἤθελαν τό θάνατό της: “Μπορῶ νά κατανοήσω τήν ὀργή τους. Ποιός δέν θά μπορούσε; Εἶναι μία ἔκφρασι τοῦ πόνου καί τῆς πληγῆς τους. Τό ξέρω ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν πιστεύουν ὅτι ἀξίζω συγχώρεσι. Ἀλλά ποιός τήν ἀξίζει; Μοῦ ἔχει δοθῆ μία νέα ζωή, καί ἡ ἐλπίδα —ἡ ὑπόσχεσι —ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι ἡ τελική πραγματικότητα”. Ἡ Κάρλα προχώρησε στόν θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς ἔκανε τήν τελευταία της δήλωσι: “Λυπᾶμαι πολύ γι’ αὐτό πού ἔκανα... ἐλπίζω ὁ Θεός νά σᾶς δώση εἰρήνη μέσῳ τοῦ θανάτου μου”.
Ὅσο γιά τόν Ρόν, ἐπιμένει ὅτι δέν χρειαζόταν ἡ ἐκτέλεσί της: “Δέν ὠφελεῖ... Σίγουρα μοῦ λείπει ἡ ἀδελφή μου. Ἀλλά μοῦ λείπει, ἐπίσης, καί ἡ Κάρλα...”.
(Μετάφρασι ἀπ᾽ τό περιοδικό The Plough Reader, Ἄνοιξι 2000)»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/06/10/%ce%b1%cf%80%ce%bf-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%cf%87%ce%b8%cf%81%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%b3%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%83%ce%b7/).
<>
«Στέλλα, τό σπουργιτάκι τοῦ Θεού
Μέ τή Στέλλα γνωριστήκαμε τό καλοκαίρι τοῦ 1979 στήν Σοκολατοποιΐα. Ἦταν ἐργάτρια, ἐργαζόταν πολύ σκληρά, ὑπερέβαινε τίς 9 ὧρες καθημερινά. Ὅλοι τήν ἐκμεταλλευόντουσαν, ὅλοι τήν διέταζαν καί αὐτή ὑπήκουε ἄμεσα καί μέ χαμόγελο. Στέλλα, ἐδῶ, Στέλλα, ἐκεῖ. Ὁ ἰδιοκτήτης-ἐργοδότης τήν ἀγαποῦσε γιά τήν ὑπακοή της καί τήν ἐργατικότητά της.
Γιά τούς πιό πολλούς ἐργαζομένους ἦταν “ἡ Στέλλα ἡ χαζή”. Τό πρόσωπό της ἔλαμπε, τά χείλη τῆς ψέλλιζαν. Ὅταν τήν ἀφουγκραζόσουν ἄκουγες τό “Δόξα Σοι, ὁ Θεός”.
Πολύ συχνά ὁ προϊστάμενος μᾶς ἀνέθετε νά διεκπεραιώσουμε ἀπό κοινοῦ κάποια ἐργασία καί ἔτσι μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά δεχθῶ τήν καλωσύνη της, τήν ἀγάπη της. Θυμᾶμαι ὅτι μονίμως ἔλεγε τήν εὐχή, ξαφνικά γέλαγε, σήκωνε τό κεφαλάκι της πρός τούς οὐρανούς. Τότε ἔλαμπε.
“Δόξα σοι, ὁ Θεός”, ἄκουγες συχνά ἀπ᾽ τό στόμα της.
Ἡ Σοκολατοποιΐα αὐτή ἔκανε διάφορα εἴδη σοκολατάκια. Τά δεύτερης κατηγορίας τά ἐξήγαγε σέ χῶρες τῆς Ἀφρικῆς. Αὐτό στενοχωροῦσε τήν Στέλλα πάρα πολύ. Κάποτε πού ἐργαζόμασταν στήν συσκευασία μαζί, θυμᾶμαι τήν Στέλλα πάνω ἀπ᾽ τά κουτιά συγκεντρωμένη νά εύχεται “για τά ἀραπάκια πού θά ἔτρωγαν τά σοκολατάκια”.
Σέ ὁποιαδήποτε ἀδικία πού συνέβαινε στό χῶρο τῆς ἐργασίας —μας “τρώγανε” μεροκάματα— δέν ἀπαντοῦσε, δέν κατέκρινε, δέν ἀντιδροῦσε. Ἐκείνη τήν περίοδο ἡ Στέλλα ἦταν γιά μένα ἕνα λιμανάκι θαλπωρῆς, ἐγώ ἀντιδροῦσα σέ κάθε ἀδικία. Ἐκείνη στά σχόλιά μου ἀπαντοῦσε μέ ἕνα γέλιο, μέ μιά λέξι “Ἄ! Μηλίτσα”. Δέν τήν θυμᾶμαι ποτέ νά ἔβαλε ἕνα σοκολατάκι στό στόμα της (ὑπενθυμίζω ὅτι ἐργαζόμασταν σέ ἐργοστάσιο σοκολατοποιΐας!). Ἄν καί οἱ πιό πολλοί ἐργαζόμενοι τήν θεωροῦσαν “χαζή”, ἐντούτοις τήν σέβονταν καί διερωτῶντο πῶς κατόρθωνε νά ἐργάζεται τόσο ἀποτελεσματικά.
Ἡ Στέλλα δέν συμμετεῖχε σέ συζητήσεις πού κάναμε· ἦταν μαζί μας, ἀλλά συγχρόνως μακρυά ἀπό σχόλια, μακρυά ἀπό περιττές κουβέντες. Πολλές φορές, ὅταν τήν ρωτοῦσαν νά πῆ τή γνώμη της, ἔκανε τήν παλαβή. Τό εἶχα προσέξει ὅτι τό ἔκανε ἐπίτηδες. Γιά ὅλα τά τοῦ κόσμου ἦταν τρελλή, παλαβή, ὅταν ὅμως τῆς ζητοῦσες βοήθεια στήν ἐργασία, τά χεράκια της κινιόντουσαν μέ στοργή νά βοηθήσουν, εἰ δυνατόν καί νά δουλέψουν γιά σένα.
Μέσα σ’ αὐτό τό περιβάλλον γνωριστήκαμε. Τήν σεβόμουν τόσο πού ποτέ δέν τήν ρώτησα γιά τήν προσωπική της ζωή. Ἀπό μόνη της μοῦ εἴπε ὅτι καταγόταν ἀπ᾽ τή Κων/πολι. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωσι ὅτι ὅλοι ὅσοι τήν γνώριζαν τήν χαρακτήριζαν λίαν ἐπιεικῶς “τρελλή”, ἐνῶ ἐγώ ἔνιωθα ὅτι κάνουν λάθος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολύ νωρίς κατάλαβα ὅτι ἡ Στελλίτσα ἤθελε νά τή θεωροῦν “τρελλή”. Κάποιες φορές τύχαινε νά ἤμαστε οἱ δυό μας καί νά μιλᾶμε φυσιολογικά καί ὅταν πλησίαζε κάποιος ἄρχιζε καί ἔλεγε ἄλλα ἀντί ἄλλων. Ἐμένα μοῦ δημιουργοῦσε αίσθημα γαλήνης καί μέ ἄφηναν ἀδιάφορη οἱ κρίσεις τῶν ἄλλων.
Στό ἐργοστάσιο αὐτό τῆς Σοκολατοποιΐας ἐργάσθηκα γιά λίγο χρονικό διάστημα. Τήν Στελλίτσα τήν συναντοῦσα συχνά στούς δρόμους καί πάντα εἶχε στήν καρδιά της, στά χείλη της τήν εὐχή. Συνήθιζε νά τήν λέη ἐκφώνως, ἀλλά πολύ σιγά. Πού καί πού ἐρχόταν στό σπίτι μου. Ἐκείνη τήν ἐποχή κατοικοῦσε στό πλυσταριό μιας διώροφης κατοικίας.
Τά χρόνια πέρασαν, τήν ἔχασα, μά πάντα τήν θυμόμουν μέ μιά γλυκειά ἀνάμνησι καί νοσταλγία.
Μετά παντρεμμένη πιά θά τήν συναντοῦσα στήν Ἱ. Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Ὁσίας Πελαγίας) στό Ἀκραίφνιο. Εἴχαμε πάει μέ τόν ἄνδρα μου καί θά διανυκτερεύαμε στήν Μονή γιά τήν πρωϊνή Θ. Λειτουργία. Οἱ μοναχές μέ πολλή στοργή καί εὐγένεια μοῦ ζήτησαν συγγνώμη, ἐπειδή λόγὡ τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν δέν εἶχαν χῶρο νά μέ φιλοξενήσουν καί ἀναγκαστικά ἔπρεπε νά μοιραστῶ τό κελλί, όπου ἐφιλοξενείτο “μιά ἰδιόρρυθμη γυναίκα”. Δέχθηκα. Μέ ὁδήγησαν στό κελλί, ὅπου μέ κατάπληξι διεπίστωσα ὅτι “ἡ ἰδιόρρυθμη γυναίκα” ἦταν ἡ στοργική μου Στελλίτσα, πού εἶχα χρόνια νά τή δῶ. Ἡ χαρά μου δέν περιγράφεται. Μείναμε ἀγκαλιασμένες γιά ἀρκετή ὥρα καί ξαφνικά ἀκούω τίς ἀδελφές νά φωνάζουν: “Ἐλᾶτε, Γερόντισσα, νά δήτε τήν Στελλίτσα μέ τή Μηλίτσα ἀγκαλιά”. Ὅλοι χαρήκαμε. Ἐκείνο τό βράδυ ἡ Στελλίτσα ἔκανε σάν παιδάκι ἀπ᾽ τή χαρά της. Χτυποῦσε παλαμάκια, γελοῦσε, σταυροκοπιόταν...
—Μηλίτσα μου, πολύ χάρηκα πού παντρεύτηκες. Ξέρεις πολύ προσευχήθηκα γιά νά παντρευτῆς. Χαίρομαι, χαίρομαι. Στενοχωριέμαι πού ὑποφέρεις ἀπ᾽ τά ποδαράκια σου. Ξέρω ἔχεις πρόβλημα. Ὑπομονή, προσευχή. (Ὑπόψιν ὅτι ἡ Στελλίτσα δέν γνώριζε ὅτι μοῦ εἶχε ἐμφανισθῆ ἕνα χρόνιο ἐπώδυνο πρόβλημα ὑγείας στά πόδια μου). Ὁ ἄνδρας σου θ’ ἀλλάξη χῶρο, μήν ἀνησυχής, θά εἶναι καλύτερα. (Πράγματι, τελείως ξαφνικά, ἀναγκάσθηκε νά μεταφέρη σέ ἄλλο χῶρο τό κτηνιατρεῖο του).
Ἐκείνο τό βράδυ εἰπώθηκαν πολλά. Τήν ἄλλη μέρα καί ἐνῶ ἡ Στέλλα ἦταν μακρυά, εἶπα στίς ἀδελφές ὅ,τι εἶχα ἀντιληφθή γι᾽ αὐτήν, ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἁγία ψυχή... Τήν ἑπόμενη μέρα ἡ Στέλλα ἔφυγε ἀπ᾽ τό Μοναστήρι. Τό κατάλαβε. Δέν ἤθελε νά τήν ἐπαινῆς. Ὅταν ἀργότερα συναντηθήκαμε, μέ αὐστηρό τρόπο μέ ἐπέπληξε γιά τό ὅτι τήν ἐπαινῶ. Ξαφνιάστηκα, γιατί μπροστά της δέν εῖχα πῆ τίποτε. Κι ὅμως τό ἤξερε...
Ἀργότερα, κάποια ἄλλη στιγμή, μοῦ εἶχε πη: “Δεν ἀντέχω τήν τιμή πού μοῦ κάνει ἡ Γερόντισσα. Νά, κοίτα νά δῆς· τελευταῖα μέ ἔβαλε νά φάω μαζί τους· μέ τίς ἀγίες ψυχές! Ποιά εἶμαι ἐγώ... Πώ, πώ, πώ, Μηλίτσα!”.
Γιά μεγάλο χρονικό διάστημα χάσαμε τά ἴχνη της. Ἡ Γερόντισσα μας τηλεφωνοῦσε καί μᾶς ρωτοῦσε ἄν τήν εἴδαμε. Ἐκεῖνο τό διάστημα κατάλαβα ὅτι, ἄν θέλω νά τή δῶ δέν πρέπει νά μιλῶ γι’ αὐτήν.
Τώρα ἡ Στελλίτσα ἦταν ἄστεγη, ἀπ᾽ τήν ἐργασία της εἶχε συνταξιοδοτηθῆ μέ τό πιό μικρό ποσό τῆς συντάξεως τοῦ ΙΑ (411 εὐρώ μηνιαίως), τά ὁποία μοίραζε σέ φτωχούς, φυλακισμένους, στήν ἐξωτερική ἱεραποστολή κ.ἀ.. Τώρα πλέον ζοῦσε στά παγκάκια, στά ὑπόστεγα, στά ἐρημοκκλήσια, στίς σκάλες, σέ οἰκοδομές. Μοῦ τό ἐμπιστεύθηκε.
Κάτω ἀπ᾽ τήν πίεσι τῆς Γερόντισσας καί τή δική μου, ἤλθε κάποιες φορές, ὅταν ἔκανε βαρυχειμωνιά, καί ἔμεινε κοντά μας. Ζητοῦσε νά μείνη στό πιό ταπεινό μέρος τοῦ σπιτιοῦ.
Θυμᾶμαι μέ πολλή νοσταλγία, ὅταν τήν φιλοξενούσαμε στό σπίτι ἐπικρατοῦσε γαλήνη, φῶς, ὅλα εἰρηνικά. Ὅταν στήν παρέα μας ἐρχόταν ὁ ἄνδρας μου, ἡ Στελλίτσα ἔφευγε καί ὅταν τῆς μιλοῦσε δέν τόν κοιτοῦσε ποτέ. Χαρά της ἦταν νά τρώη ἀλάδωτες ντοματόσουπες. Συνέχεια δοξολογοῦσε τό Θεό καί ἡ ψυχή της ξεχείλιζε ἀπό εὐγνωμοσύνη μέ ἕνα ἀδιάκοπο “Σ᾽ εὐχαριστῶ, Σ᾽ εὐχαριστῶ”.
Πολλές φορές τό βράδυ, προφασιζόμενη ὅτι εἶμαι κουρασμένη, τῆς ζητοῦσα νά κάνη αὐτή τό ἀπόδειπνο. Ἀδύνατον νά περιγράψω τί συνέβαινε, ὅταν ἄρχιζε τήν προσευχή. Σιγά-σιγά ἀλλοιωνόταν ἡ ἔκφρασί της, τό προσωπάκι της φωτιζόταν, ξεχνιόταν στήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τήν ἄφηνα καί πήγαινα γιά ὕπνο.
Κάποια φορά, ἐνῶ τήν σκεπτόμουν μέ συμπόνοια “πώς γυρνάει σάν σπουργιτάκι στούς δρόμους” ξαφνικά μέ κοιτάζει καί μοῦ λέει:
—Μήν στενοχωριέσαι, θέλημα Θεοῦ εἶναι νά κοιμᾶμαι στά παγκάκια. Εἶμαι πολύ καλά, εἶμαι εὐτυχισμένη. Ξέρεις ἐκεῖ στά παγκάκια ράβω καί τά ροῦχα μου. (Ἡ Στέλλα ἦταν καί πολύ καλή ράπτρια). Νά, τό Πάσχα πέρασα πολύ ὡραία. Τό Μ. Σάββατο πῆγα καί πῆρα λίγο ἀρνάκι, τό ἔβαλα σ᾽ ἕνα ταψάκι ἀπό μπακλαβά, τό ἔδωσα στό φοῦρνο καί μοῦ τό ἔψησαν. Τό ἔκρυψα στό παγκάκι καί τήν ἄλλη μέρα ἔκανα Πάσχα στό παγκάκι μου, χαρούμενη καί εὐτυχισμένη, γιατί ὁ ἱερέας μοῦ εἶχε δώσει κι ἕνα κόκκινο αὐγό. Μήν στενοχωριέσαι γιά μένα. Ὄχι, ὄχι, γιατί εἶμαι ὑπό τήν σκέπη τῆς Παναγίας μας.
Μιά ἄλλη φορά, ὅπως μοῦ διηγήθηκε, πῆγε καί λούστηκε στήν τουαλέτα τῶν ἰατρείων τοῦ Δήμου. Τήν εἴδαν οἱ ἐργαζόμενοι καί τήν ἐπέπληξαν αὐστηρά. Ἡ Στέλλα δέν δέχθηκε τήν παρατήρησι λέγοντάς τους ὅτι δέν κλέβει τίποτε, οὔτε νερό, οὔτε σαπούνι, γιατί ὅλα αὐτά τά ἔχει πληρώσει εἰσφορές στό ΙΑ ὡς ἐργαζόμενη. Τούς μίλησε ἄσχημα καί αὐτοί κάλεσαν τήν ἀστυνομία κι ἔτσι ἡ Στέλλα ὁδηγήθηκε στό Ἀστυνομικό Τμῆμα. Κάπως ἔτσι μοῦ διηγήθηκε τόν διάλογο μέ τόν Διοικητή:
—Κύριε Διοικητά, συγχωρέστε με πού σᾶς κουράζω, ἀλλά ἀκοῦστε με, σᾶς παρακαλῶ. Εἶμαι ἄστεγη, δέν ἔχω τίποτε δικό μου. Νά μόνο αὐτό τό βιβλιάριο ἀσθενείας τοῦ ΙΑ, πού βεβαιώνει ὅτι ἔχω πληρώσει εἰσφορές. Τά ἰατρεία πού λούστηκα εἶναι τοῦ ΙΑ, ἄρα ἀνήκουν καί σέ μένα. Ὅταν βρίσκομαι μέσα στό ΙΑ, νιώθω ὅτι εἶμαι μέσα στό σπίτι μου. Συγχωρέστε με.
—Πήγαινε τώρα, ἀλλά τήν ἄλλη φορά πού θά λουστῆς νά προσέξης νά μη σέ δοῦν. Ἄντε στό καλό.
Ἔφυγε δοξάζοντας τό Θεό καί εὐγνωμονώντας τόν Διοικητή.
Πολλά βράδια κοιμόταν σέ σαλόνια Νοσοκομείων, καλύτερα νά ποῦμε προσποιόταν ὅτι κοιμόταν, γιατί ὅταν ἡσύχαζε τό Νοσοκομεῖο, ἔτρεχε κοντά σέ μοναχικούς ἀσθενεῖς, πού εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας καί τούς συνέτρεχε, ἀλλά, ὅταν καταλάβαινε ὅτι κάποιο τρίτο πρόσωπο τήν ἀντιλαμβανόταν, τότε ἄρχιζε τά “παλαβά” της.
Πολλά πρωϊνά πηγαίνοντας γιά τήν ἐργασία μου (γύρω στίς 6:30-7:00 π.μ.) τήν συναντοῦσα νά βγαίνη ἀπ᾽ τό Νοσοκομεῖο ΚΑΤ καί στήν ἐπιμονή μου γιατί δέν ἔρχεται νά κοιμηθή στό σπίτι μας μοῦ ὁμολόγησε: Ἀγαποῦσε πολύ τούς Ἁγίους, τούς θεωροῦσε φίλους της, συγγενεῖς της, ἔτρεχε στήν ἑορτή τους, στά πανηγύρια, χαιρόταν ὅταν μοίραζαν καί φαγητό, ὅπως μοῦ ἔλεγε. Καθόλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους γύριζε σέ διάφορα προσκυνήματα. Τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στό Μανταμάδο γιά τήν ἑορτή τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τοῦ Ἁγ. Νεκταρίου στήν Αίγινα, τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς στή Ναύπακτο κ.ἀ.. Ἐνδεικτικά ἀναφέρω τό ἑξῆς: Μιά φορά τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς πῆγε στήν Ναύπακτο καί ἔκανε σάν μικρό παιδί, ὅπως μοῦ τό διηγήθηκε. Ἀγαποῦσε τόν Σεβασμιώτατο Ἱερόθεο, τόν θεωροῦσε δικό της ἄνθρωπο, χαιρόταν πού τόν ἔβλεπε νά χοροστατή μέ τά λαμπρά του ἄμφια καί νά μιλάη τόσο ωραία. Τοῦ εἶχε μεγάλο σεβασμό. Καμάρωνε πολύ πού τῆς εἶχε μιλήσει καί τῆς ἔδωσε τήν εὐχή του στό μοναστήρι στό Ἀκραίφνιο. Τόν χαιρόταν, ὅπως ἔλεγε.
Ὅλες οἱ διηγήσεις τῆς Στελλίτσας ἦταν γιά μένα ἀπόλαυσι, ξεκούρασι. Ἔβλεπα μιά μεγάλη γυναίκα νά νιώθη καί νά ἐκφράζεται σάν μικρό παιδί.
Κάποτε εἴχαμε γιορτή στό σπίτι μας μέ ἀρκετούς καλεσμένους. Ξαφνικά ἤλθε ἡ Στελλίτσα. Κάθισε καί ἀκριβῶς δίπλα της ἐγώ. Μεταξύ τῶν καλεσμένων καί ἕνα ζευγάρι μέ πολλά προβλήματα, τά οποία γνώριζα. Ἡ Στελλίτσα “στον κόσμο της” ψιθύριζε τήν εὐχή καί συγχρόνως πολύ χαμηλόφωνα ἔλεγε τί συμβαίνει μέ αὐτό τό ζευγάρι, τί φταίει, ἐνῶ στούς ἄλλους ἔλεγε ἄσχετα ἡ τούς χαμογελοῦσε. Πάντα, ὅμως, συγκεντρωμένη στήν εὐχή. Οἱ πιό πολλοί τήν θεώρησαν “παλαβή”, ἄλλο πού δέν ἤθελε ἡ Στέλλα, γιά νά μήν τήν καταλαβαίνουν.
Ἦταν 12 Αὐγούστου 2004, ἤμουν στό γραφεῖο μου καί ἐκείνη τήν ἡμέρα ἦταν νά ταξιδέψω γιά Λέσβο γιά τίς καλοκαιρινές διακοπές μου. Ἀπ᾽ τό πρωΐ βασανιζόμουν ἀπό μιά ἀσήμαντη σκέψι, κοινῶς εἶχα “κολλήσει”. Δέν εἶχα ἕνα μπρελόκ νά βάλω τά κλειδιά πού θά ἄφηνα στούς γείτονες νά ποτίζουν τόν κῆπο. Ξαφνικά γύρω στό μεσημέρι ἀνοίγει ἡ πόρτα καί ἐμφανίζεται ἡ Στελλίτσα, καταϊδρωμένη, κουρασμένη, ἀσθμαίνουσα καί μοῦ λέει:
—Νά, πάρτο. Ἤμουν στήν Ὁμόνοια καί μοῦ εἴπε νά σπεύσω νά σοῦ φέρω τό μπρελόκ.
Τά ἔχασα. Στήν ἐρώτησι ποιός τῆς εἶπε νά μοῦ τό φέρη στήν ἀρχή ψέλλισε “ἡ Παναγία”, μετά ἄρχισε τά δυσνόητα, τά “παλαβά” της. Τό μπρελόκ τό εἶχε ἀγοράσει ἀπ᾽ τό μοναστήρι καί παρίστανε τό Γενέσιο τῆς Παναγίας μας. Στήν ἐπιμονή μου νά μείνη λίγο κοντά μου νά ξεκουραστή, νά πιῆ κάτι, νά δροσιστῆ κάθισε στόν καναπέ καί ἄρχισε νά μιλάη γιά τόν ἑαυτό της. Καί τότε μοῦ εἶπε:
—Μηλίτσα μου, ἐγώ θά πεθάνω στούς δρόμους μόνη μου. Κανένας δέν θά τό μάθη, κανείς, κανείς.
Αὐτό μέ πόνεσε πολύ καί τῆς εἶπα μέ ἀπαίτησι:
—Στελλίτσα μου, σέ παρακαλῶ θέλω νά τό μάθω. Θέλω νά μάθω τό φευγιό σου.
Καί τήν ἀγκάλιασα. Μετά ἀπό αὐτό σταμάτησε νά μιλάη γιά ἀρκετά λεπτά. Ξαφνικά μέ κοιτάζει μέ ἕνα στοργικό βλέμμα γεμάτο ἀγάπη καί μοῦ λέει:
—Μηλίτσα μου, θά τό μάθης, θά τό μάθης.
Γιά τελευταία φορά ἔμεινε στό σπίτι μου τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2004. Τότε τῆς πονοῦσε τό πόδι καί ἀναγκάσθηκε νά περιορίση τίς πεζοπορίες. Ἔτυχε τότε νά χρειασθῆ νά φιλοξενήσω κάποιο πρόσωπο πού δυσκολευόταν ἀπ᾽ τήν παρουσία της καί ἰδιαίτερα ἀπ᾽ τήν βραδινή προσευχή, διότι ἔπεφτε γιά ὕπνο νωρίς καί σηκωνόταν ἀργά τή νύχτα καί προσευχόταν ψάλλοντας δυνατά. Πολλές φορές ἀκούγαμε νά ἐπαναλαμβάνη το: “Ζῆ Κύριος ὁ Θεός”.
Ἐν ὄψει αὐτού τοῦ προβλήματος, λοιπόν, προσφέρθηκε μιά φίλη μας, ἡ Χρυσούλα, νά τῆς παραχωρήση ἕνα διαμερισματάκι, πού ἦταν ἄδειο μετά τό θάνατο τῶν γονέων της. Χάρηκε πού ἔμενε σέ σπιτάκι κοντά σέ ἀνθρώπους μέ ἀγάπη καί κατανόησι, τώρα μάλιστα πού δυσκολευόταν ἀπ᾽ τούς πόνους τῶν ποδιῶν της. Ἐκεί ἔμεινε μέχρι τόν Μάϊο τοῦ 2005. Τήν 1η Ἰουνίου 2005 ἡ Χρυσούλα τήν εἶδε νά φεύγη ἀπ᾽ τό σπίτι. Ἀπ᾽ τήν ἡμέρα ἐκείνη χάθηκαν τά ἴχνη της.
Ἀργότερα ἀνησυχήσαμε, ἀλλά ἐπειδή συνήθιζε νά ἐξαφανίζεται, πιστεύαμε ὅτι θά ἐμφανισθῆ. Κάθε τόσο ἐπικοινωνούσαμε μέ τήν Γερόντισσα ἡ Χρυσούλα καί ἐγώ γιά νά μάθουμε γιά τή Στέλλα. Ἡ Γερόντισσα ἔλεγε συνέχεια: “Ψᾶξτε νά τή βρῆτε”. Ἐμεῖς, ὅμως, πιστεύαμε ὅτι εἶχε φύγει γιά κάποιο ταξίδι καί ὅτι θά ἐπέστρεφε.
Μετά τό Πάσχα τοῦ 2006 ἕνα βράδυ, πολύ ἀργά καί ἐνῶ ἡ οἰκογένειά μου εἶχε ἀποκοιμηθή, ξάπλωσα κι ἐγώ καί ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως, πράγμα παράδοξο γιά μένα, καί ξύπνησα ἀμέσως (τό διεπίστωσα βλέποντας τό ξυπνητήρι) ἀπό ἕνα δυνατό ὄνειρο: Εἶδα τήν Στελλίτσα κάτω ἀπό ἕνα ὡραῖο δένδρο, ὄρθια νά ἀκουμπάη ἐλαφρά στόν κορμό του, σέ νεανική ἡλικία, πανέμορφη, γλυκύτατη καί μέ κοιτοῦσε μέ ἕνα βλέμμα γεμάτο ἀπέραντη θαλπωρή. Ἔνιωσα τήν ψυχή μου νά βγάζη μιά οὐρανομήκη κραυγή, πού ἀισθανόμουν νά μοῦ ξεσχίζη τό στέρνο: “Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου...”. Κι ἔτρεξα νά τήν ἀγκαλιάσω, προτείνοντας τά χέρια μου, ἀλλά ὅταν ἔφτασα στό δένδρο ἐξαφανίστηκε καί στή θέσι της ἔκαιγε μιά ὁλόλευκη πασχαλιάτικη λαμπάδα, πού ἔχυνε γύρω ἕνα ὑπέροχο φῶς καί ἡ φλόγα της ἀνέβαινε ὁλόϊσα στόν οὐρανό. Ἀμέσως βλέπω στό χῶμα, δίπλα στή λαμπάδα, ἕνα ἀπόκομμα ἐφημερίδος πού ἔδειχνε ἕνα ἐξαιρετικά κακοποιημένο σῶμα σάν ἀπό τρομακτικό αὐτοκινητικό δυστύχημα.
Ἕνα βαρύ μήνυμα κατέκλυσε τό εἶναι μου: “Ἡ Στέλλα πέθανε!”. Ξύπνησα κυριευμένη ἀπό ἀμφιθυμία ἀισθημάτων: Χαρά μεγάλη ἀπ᾽ τήν παρουσία τῆς Στέλλας καί τό φῶς τῆς λαμπάδας καί φόβο ἀπ᾽ τήν φωτογραφία τῆς ἐφημερίδος. Ἤθελα νά ξυπνήσω τόν Δημήτρη, τόν ἄνδρα μου, νά τοῦ πω γιά τήν Στέλλα, “τό σπουργιτάκι”, ὅπως τή λέγαμε, ὄχι μόνον ἐπειδή ζοῦσε “ὡς στρουθίον μονάζον ἐπί δώματος”, ἀλλά καί ἐπειδή τό βάδισμά της θύμιζε σπουργίτι. Κάτι δυνατό, ὅμως, μέ ἀπέτρεψε νά τόν ξυπνήσω. Τήν ἑπομένη τηλεφώνησα στήν Γερόντισσα καί στήν Χρυσούλα καί τούς εἶπα τό ὄνειρο. Καί οἱ δυό μοῦ συνέστησαν νά ψάξουμε γιά τήν Στέλλα. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἄρχισε ἡ ἀγωνιώδης ἀναζήτησι. Τροχαία, Νοσοκομεία, Στρατονομία, Νεκροτομεῖα...
Ἡ Χρυσούλα ἔμαθε ὅτι στίς 3 Ἰουνίου 2005 καί ὥρα 6:10 μ.μ.. Κοντά στό σπίτι της σκοτώθηκε σέ αὐτοκινητικό μία γυναίκα ἀγνώστων στοιχείων. (Τα πουλιά δέν ἔχουν ὄνομα!). Ὁ θάνατος ἦταν ἀκαριαίος. Ὅλη ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν ἡ Στελλίτσα. Ἐνῶ διέσχιζε τόν δρόμο, τήν παρέσυρε ἕνα αὐτοκίνητο μέ ὁδηγό ἀξιωματικό τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποίος ἔτρεχε μέ μεγάλη ταχύτητα. Τήν συνέθλιψε. Μόνο τό προσωπάκι της ἦταν εὐδιάκριτο (ὅπως ἔδειξαν οἱ φωτογραφίες τῆς Τροχαίας).
Ἡ Στελλίτσα παρέμεινε μέχρι τίς 18 Ἰουνίου 2005 στό Νοσοκομεῖο “Ἀσκληπιεῖον” καί μετά τό πτῶμα της μεταφέρθηκε στό Κεντρικό Νεκροτομεῖο τοῦ Λαϊκοῦ Νοσοκομείου, ὅπου παρέμεινε στά ἀζήτητα μέχρι τίς 20 Ἰουλίου 2005, ὁπότε καί δόθηκε γιά ἐνταφιασμό. Τό Γραφεῖο πού τήν ἐνταφίασε μᾶς πληροφόρησε ὅτι Νεκρώσιμη ἀκολουθία δέν ἐψάλη, μόνο ἕνα Τρισάγιο ἐπί τοῦ τάφου.
Πρέπει νά τονισθή ὅτι ὅλοι ὅσοι ἀσχοληθήκαμε μέ τήν ἀνεύρεσί της, στήν προσευχή μας τῆς μιλούσαμε καί τῆς λέγαμε: “Ἄν μᾶς ἀκοῦς, ἄν ἔχης παρρησία στό Θεό, ὁδήγησέ μας, βοήθησέ μας”. Καί πράγματι μᾶς βοήθησε καί φθάσαμε μέχρι τόν χορταριασμένο “ἀνύπαρκτο” τάφο της, στήν ἀνατολική ἄκρη τοῦ Νεκροταφείου τοῦ Ζωγράφου, μέ τό νούμερο 8915.
Τήν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἕνα χρόνο μετά τήν κοίμησί της, ἐψάλη ἡ Νεκρώσιμη ἀκολουθία τῆς Στέλλας, στόν Ἱ. Ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου συνήθιζε νά ἐκκλησιάζεται κατά τήν Πασχάλιο Περίοδο. Ὁ ἱερέας εἶπε γιά τήν Στέλλα: “Έκανε τά παλαβά της, ἀλλά ἔλεγε σωστά πράγματα καί πάντα ἐρχόταν γεμάτη τρόφιμα γιά τούς πτωχούς, πρόσφορο, λάδι, νάμα γιά τήν Θ. Λειτουργία... Μάλιστα ἔχει παραγγείλει νά ἁγιογραφηθῆ ἡ Ἁγ. Μαρίνα στό Ναό μας...”.
Στις 3 Ἰουνίου 2006 ἔγινε τό ἐτήσιο μνημόσυνό τῆς χοροστατοῦντος τοῦ λίαν προσφιλούς της ἐπισκόπου, π. Ἱεροθέου, στό Μοναστήρι τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Ὁσίας Πελαγίας) στό Ἀκραίφνιο.
Σέ μιά ἀπ᾽ τίς τελευταῖες μας συναντήσεις μοῦ εἶπε: “Νιώθω γεμάτη ἀπό αὐτή τή ζωή. Ὅλα μου τά ἔχει δώσει ὁ Κύριος. Μόνο μιά ἐπιθυμία μου δέν ἔχει ἐκπληρωθῆ: Ἤθελα νά βαπτίσω δυό παιδάκια, πού νά τούς ἔδινα τό ὄνομα τοῦ Ἁγ. Νεκταρίου καί τῆς Παναγίας μας, ἀλλά κανείς δέν μέ θέλησε γιά κουμπάρα”. Ὅταν τῆς πρότεινα ὅτι θά προσπαθήσω νά βαπτίσω ἐγώ τά δυό παιδάκια στή θέσι της καί μάλιστα, ὅταν μεγαλώσουν θά τούς μιλήσω γιά τήν “πραγματική νονά τους”, καταχάρηκε καί ἀναφώνησε: “Τώρα ἡσύχασα. Εἶμαι ἕτοιμη νά φύγω”.
Τῆς Μηλίτσας Πισιμίση-Λουκίδου, Νομικοῦ-Υπαλλήλου Ὑπ. Ἐργασίας»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/06/12/%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%8d/).
<>
«Ὁ Ἡγούμενος καί Γέροντας τῆς Ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου τοῦ Ἁγ. Ὄρους Γρηγόριος βρέθηκε στήν Ἱ. Μονή Προσοῦ τῆς Εὐρυτανίας, πού ἑορτάζει στίς 23 Αὐγούστου. Πρίν ἀρχίση ὁ ἐσπερινός ὁ Γέροντας βλέπει μιά κυρία καί πιάνει κουβέντα μαζί της. Στή κουβέντα ἐπάνω ἡ γυναῖκα ἐξομολογεῖται. Γέροντα ἐργαζόμουν σ᾽ ἕνα γιατρό. Αὐτός ἦταν δύστροπος καί σκληρός. Μοῦ ἔκανε τή ζωή δύσκολη. Τό ἴδιο σκληρός καί περισσότερο δύστροπος ἦταν καί ὁ ἄνδρας μου. Μιά μέρα μοῦ λέει ὁ γιατρός πᾶρε αὐτή τή σακκούλα καί πήγαινε νά τήν πετάξης στά σκουπίδια. Στό δρόμο πού πήγαινα, γιατι ὁ κάδος ἦταν λίγο μακρυά, ἀκούω κλάμματα μωροῦ. Ἀνοίγω τή σακκούλα καί βλέπω ἕνα μωρό. Ἀποφασίζω νά τό πάρω στό σπίτι. Πῶς νά τό πάρω στό σπίτι; Ὁ ἄνδρας μου θά μέ σκότωνε. Κάνω προσευχή στή Μητέρα Παναγία καί τῆς λέω: Ἐγω τό μωρό θά τό πάρω στό σπίτι, σέ παρακαλῶ βοήθησέ μέ νά μήν πάρη εἴδησι ὁ ἄνδρας μου. Πῆρε μιά σκαφίδα καί τήν ἔβαζε κάτω ἀπ᾽ τό κρεβάτι καί τό θήλαζε κρυφά ἀπ᾽ τόν ἄνδρα της μαζί μέ τό δικό της μωρό! Τό μωρό ἀδελφοί μου δέν ἔκανε κίχ...! Ἐπί δύο χρόνια! Μιά μέρα, κάποια στιγμή ἦλθε ἕνα μεσημέρι μπουσουλώντας στό τραπέζι. Τά μάτια τοῦ ἄνδρα της γούρλωσαν ἀρπάζει τό μαχαίρι καί λέει ἐπιτακτικά στή γυναῖκα του: Πές μου. Η γυναῖκα τοῦ διηγήθηκε ὅλο τό ἱστορικό καί ὁ ἄνδρας της πείσθηκε καί τό ἔκανε καί δικό του παιδί. Πέρασαν τά χρόνια. Τά παιδιά μεγάλωσαν καί τό μόνο παιδί πού ἐνδιαφέρθηκε γιά τά γεράματα τῆς μάνας ἦταν μόνο αὐτό τό παιδί!»(http://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/10/blog-post_910.html).
«Μιά φορά ἔφερα στό Ἅγ. Ὄρος ἕνα πολύ δικό μου ἄνθρωπο. Μέχρι τότε αὐτός εἶχε πρόλαβει νά ἐπισκεφθῆ, ὅπως λένε οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι, “κέντρα πνευματικής δυνάμεως”: τό Θιβέτ, κάποιο ἀσράμ τῆς ἰνδίας κτλ.. “Και, λοιπόν, γιατί αὐτή τή συλλογή/ἐμπειρία νά μήν τή συμπληρώσω μέ τό Ἅγ. Ὄρος...” —ἔτσι, ὑποθέτω, μποροῦσε νά συλλογίζεται. Ἀλλά ἐδῶ ξεκίνησε...
Παρεμπιπτόντως, δέν συμφώνησε ἀμέσως νά πάη στό Ἅγ. Ὄρος, σάν νά προαισθανόταν ὅτι δέν θά ἐπέστρεφε ποτέ ἀπό ἐκεῖ αὐτός πού ἦταν πριν... τόν πηγαίνω στό Γέροντα Γρηγόριο. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, νά πῶ πρῶτα, κάπνιζε ἀπ᾽ τήν ἐφηβεία, καί πολύ μάλιστα, καί ἀρκετά ἀκριβά καί δυνατά τσιγάρα. Τό ἤξερα, ὅπως ἤξερα καί ὅτι ὁ Γέροντας Γρηγόριος ἦταν ἀδιάλλακτος ἀγωνιστής ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ πάθους, τό κάπνισμα. Ἀλλά αὐτό πού θά συνέβαινε, ἄν τούς συστήσω δέν πρόλαβα νά τό διανοηθώ... Λοιπόν, ξαφνικά βλέπω ὅτι ὁ Γέροντας μέ σταθερά βήματα πηγαίνει πρός τό φίλο μου.
—Ἔχεις τσιγάρα;, τόν ρώτησε.
Ἐκείνος ἀμέσως ὑπάκουα ἔβγαλε ἀπ᾽ τήν τσέπη του ἀνοιχτό πακέτο τσιγάρα καί ἄπλωσε τό χέρι στόν ἐνδιαφερόμενο. Οἱ προσκυνητές τῆς Ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου ξέρουν πόσα πακέτα ἀφήνουν αὐτοί πού θεραπεύτηκαν ἀπό αὐτή τήν ἐξάρτησι ἐκεῖ, στό Ναό, στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος “Γοργοϋπήκοος”. “Να, σκέφτομαι, καί ὁ Γέροντας συμπλήρωσε τή συλλογή του”, ἀλλά δέν πρόλαβα νά ὁλοκληρώσω τή σκέψι μου αὐτή μέχρι τέλους, ὅταν στά αὐτιά μου ξαφνικά ἔφτασε ἤχος ἑνός περιποιημένου χαστουκιοῦ!
—Τέλος! Δέν θά ἔχης πλέον τσιγάρα, —ἀνακοίνωσε ὁ Γέροντας σέ αὐτόν πού μόλις “εὐχαρίστησε” τόσο ἀπρόσμενα γιά τό ἀνοιχτό πακέτο.
“Παράξενος παππούς”, —χαμογέλασε μέσα τοῦ αὐτός πού στή πολυτελή συβαριτική βαλίτσα του εἶχε ἀποκρύψει ἕνα μπλοκ ἀκριβῶν τσιγάρων... ὅταν ξανά βρεθήκαμε μόνοι μας, αὐτός πῆρε ἕνα τσιγάρο, δοκίμασε νά τό καπνίση καί δέν κατάλαβε τι ἔγινε: ζαλίστηκε, ἄρχισε νά ἔχη μιά ἀηδιαστική λιγούρα. Πέταξε τό τσιγάρο καί πῆρε τό ἄλλο. Ξανά τό ἴδιο! Συνέχισε μέ πεῖσμα ὥσπου ἔκανε ἐμετό! Μετά οὔτε κἄν προσπάθησε νά καπνίση. Ὅμως, μέχρι τό περιστατικό ἦταν μανιακός καπνιστής, πάνω ἀπό 30 χρόνια!
Ναί, ὁ Γέροντας μερικές φορές ἦταν σκληρός, ἀλλά ἦταν τά ἀναγκαῖα μέτρα ἐνός ἔμπειρου γιατροῦ πού βλέπει ὅλη τή ζημιά τῆς ἀσθένειας πού τρώει τόν ἄνθρωπο καί καταλαβαίνει ὅτι μέ ἄλλο τρόπο δέν μπορεῖς νά ἐνεργῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις, ὅπως ἐδῶ.
Μαξίμ Κλιμένκο
Για τόν Μακαριστό ἰερομόναχο Γρηγόριο τόν ἀρχιπελαγίτη Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου»(http://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/10/blog-post_411.html).
<>
«Μιά φορά ἦλθαν δύο φίλοι ἀπ᾽ τήν Ἀθήνα, νεαροί οἰκογενειάρχες, καί μέ ρωτοῦσαν ἄν ὑπάρχουν Γέροντες τοῦ Γεροντικοῦ καί τῆς Φιλοκαλίας. Ὑπάρχουν τούς εἶπα καί τούς πῆγα στόν Γέροντα αὐτόν, τόν μοναχό Ἰωσήφ τόν Κύπριο. Ἦταν τότε 105 ἐτῶν. Ἦταν ξαπλωμένος κι ἔκανε κομποσχοίνι.
—Οι κύριοι, τοῦ λέω, εἶναι ἀπ᾽ τήν Ἀθήνα καί ἤθελαν νά πάρουν τήν εὐχή σου.
Τόν εἶδαν πώς δέν εἶχε ὄρεξι γιά κουβέντα. Ἀφοῦ εἶπαν δύο-τρία λόγια, τούς ἔκανε νόημα νά φύγουμε. Φεύγοντας λένε στόν Γέροντα:
—Γέροντα, εἴμαστε μέ πολλά προβλήματα, σᾶς παρακαλοῦμε νά προσεύχεσθε.
—Θά προσεύχομαι, τούς ἀπαντᾶ, ἀλλά γιά νά προσεύχομαι θέλω καί λεφτά!
Ντράπηκα πολύ, τά ἔχασα, δέν ἤξερα τί νά πῶ. Προσπαθοῦσα νά δικαιολογήσω τήν κατάστασι. Ἀποροῦσα γιατί νά τό κάνη αὐτό. Τούς πῆγα σ’ ἕνα ἄγιο ἄνθρωπο κι αὐτός νά ζητάει χρήματα γιά νά προσευχηθῆ; Αὐτός πού δέν γνώριζε καλά-καλά τήν ἀξία τῶν χρημάτων καί δέν τούς ἔδινε μεγάλη σημασία. Οἱ ἄνθρωποι ἔφυγαν καί λυπήθηκα.
Την ἄλλη ἡμέρα πού πῆγα νά τόν δῶ, μοῦ λέει:
—π. Μωυσῆ τήν ἀρετή δέν τή μαζέψαμε μαζί. Μήν μοῦ φέρνεις κόσμο νά μέ τιμᾶνε. Ζήτησα ἀπ᾽ τό Θεό νά μέ τιμήση στήν ἄλλη ζωή, ὄχι σ᾽ αὐτή τήν ψεύτικη.
Ἐξεπλάγην. Ντροπιάσθηκε στους ξένους ζητώντας χρήματα, πού ποτέ δέν εἶχε καί ποτέ δέν τ᾽ ἀγάπησε, μέ ντρόπιασε κι ἐμένα. Ποῦ νά τολμήσω νά ξαναπάω κόσμο. Χάλασε τήν εἰκόνα του, ὡς σπουδαίου ἀσκητοῦ. Κατέστρεψε τήν πρόσοψί του. Ποιός ἀπό μᾶς τό κάνει αὐτό; Ἦταν ταπεινός. Ὑπεράνω καί τοῦ σκανδαλισμοῦ. Τόν ἔνοιαζε τί θά πῆ γι᾽ αὐτόν ὁ Θεός κι ὄχι οἱ ἄνθρωποι. Ὅταν τό εἴπα στούς φίλους ἔμειναν ἄφωνοι...
Μοναχός Μωυσῆς Ἁγιορείτης, Ἡ Εύλαλη Σιωπή, ἐκδ. Ἐν Πλῷ»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/10/31/%cf%8c-%ce%ac-%cf%8d/).
<>
«Ὁ Ἅγ. Νεκτάριος τῆς Αἴγινας διετέλεσε σχολάρχης, διευθυντής τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Νά παραθέσω τό ἐκπληκτικό ἐπεισόδιο πού συνέβη στή σχολή του καί τήν διαχείρισί του ἀπ᾽ τόν Ἅγιο. Κάποτε μία ὁμάδα τελειοφοίτων διαπληκτίστηκε, ἔφτασαν καί σέ γρονθοκοπήματα. Τό μαθαίνει ὁ Ἅγιος. Καί ἰδού τό ἀνεπανάληπτο καί αἰώνιο παράδειγμα, σέ δασκάλους καί διευθυντές σχολείων, ἀντιμετωπίσεως τῆς ἐνδοσχολικῆς βίας, τοῦ κακῶς λεγόμενου σήμερα “bullying”, πού ἔχει λάβει διαστάσεις ἐπιδημίας. Ἀντί γιά φωνές, τιμωρίες, τσιρίδες καί κλήτευσι γονέων, ὁ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιβάλλει τό παρακάτω πρωτοφανές, ἀξιοθαύμαστο καί χριστομίμητο: “Αὐτὰ πού κάνατε μέ λυποῦν καί μέ ἀναγκάζουν νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου. Ἀπό σήμερα τό μεσημέρι νά εἰδοποιηθῆ ὁ μάγειρας, νά μήν μοῦ ἀποστέλλη φαγητό, ἐπί τρεῖς ἡμέρες. Τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ θὰ προσεύχομαι γιά τήν ἀνωμαλία. Μάλιστα. Μέ λυποῦν παιδιά μου, μέ λυποῦν... ἐσεῖς οἱ αὐριανοί λειτουργοί τοῦ Ὑψίστου! Πηγαίνετε καί εἴθε ὁ Κύριος νά ἀποστείλη ἔλεος καί φωτισμό, εἴθε νά σᾶς συγχωρήση. Πηγαίνετε καί παρακαλῶ μέχρι τῆς μεσημβρίας νά ἔχετε συμφιλιωθεῖ” ( Σ. Χονδροπούλου, Ὁ Ἅγιος τοῦ Αἰώνα μας, σ.114, ἐκδ. Καινούργια Γῆ). Ἔκτοτε οὐδείς σπουδαστής δημιούργησε πρόβλημα, γιατί ἤξερε ὅτι θά τήν πληρώση... ὁ Ἅγιος σχολάρχης του. Τί νά πῆ κανείς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου!»(https://christianvivliografia.wordpress.com/2020/11/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%bd%ce%b5%ce%ba%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b4%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%84%e1%bf%86%cf%82-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%83%cf%85/).
«Ὁ δάσκαλος εἶπε ὅτι εἶναι φύσι ἀδύνατον μιά φάλαινα νά καταπιῆ ἕνα ἄνθρωπο, γιατί ἄν καί εἶναι ἕνα πολύ μεγάλο θηλαστικό, ὁ λαιμός του εἶναι πολύ μικρός.
Τό μικρό κορίτσι ἐπισήμανε ὅτι μιά φάλαινα εἶχε καταπιεῖ τόν Ἰωνᾶ.
Ἐνοχλημένος ὁ δάσκαλος ἐπέμεινε ὅτι μιά φάλαινα δέν μπορεῖ νά καταπιῆ ἕνα ἄνθρωπο.
Τότε τό μικρό κορίτσι εἴπε:
—Ὅταν θά πάω στόν Παράδεισο, θά ρωτήσω τόν Ἰωνᾶ.
Καί ὁ δάσκαλος τή ρώτησε:
—Καί ἄν ὁ Ἰωνᾶς ἔχει πάει στήν κόλασι;
Καί ἡ μικρή ἀπάντησε:
—Τότε θά τόν ρωτήσης ἐσύ!»(https://iliaxtida.wordpress.com/2011/01/17/paidia/).
«Ὅταν εἶχε ἔρθει ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας “Ἄξιον ἐστί” ἀπ᾽ τό Ἅγ. Ὄρος στή Μητρόπολη Ἀθηνῶν γιά προσκύνησι, ἕνα παιδάκι, κάπου δεκατεσσάρων χρονῶν, πού δούλευε σ᾽ ἕνα μηχανουργεῖο, μόλις ἄκουσε ὅτι ἦρθε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀμέσως, ὅπως ἦταν γεμάτο μουντζοῦρες καί λάδια, φοράει τό σακάκι του ἀπ᾽ τήν ἀνάποδη, ἐπειδή ἦταν λερωμένο, καί παίρνει ἄδεια ἀπ᾽ τή δουλειά του.
Τρέχει καί ἀγοράζει ἕνα τριαντάφυλλο καί κάθεται ὧρες ἔξω ἀπ᾽ τή Μητρόπολη, μέσα στή βροχή, περιμένοντας στή σειρά, γιά νά τό προσφέρη στήν Παναγία!
Ἐμένα, μέ συγκίνησε ἀφάνταστα αὐτό τό γεγονός.
Καί εἶμαι σίγουρος ὅτι ἡ Θεία Χάρι τό ἐπισκέφθηκε αὐτό τό παιδάκι, γιατί εἶδε τήν ἀγαθότητά του.
Δέν εἶναι μόνο τό τριαντάφυλλο πού δείχνει τήν ἀγάπη του ἤ τό ὅτι περίμενε κάτω ἀπ᾽ τή βροχή.
Λίγο τό ’χεις, νά γυρίση τό σακάκι του ἀπ᾽ τήν ἀνάποδη, γιά νά παρουσιασθῆ καθαρό στήν Παναγία;
Πῶς νά μήν τό εὐλογήση ἡ Παναγία;
Καί τήν ἱκετεύω, λοιπόν, γιά ὅλα τά παιδιά πού μοχθοῦν καθημερινά γιά τόν ἐπιούσιο.
Μπορεῖ νά φαίνονται μουντζουρωμένα, ἀλλά ἡ ψυχή τους λάμπει...
Ἅγ. Γέροντας Δαμασκηνός Κατρακούλης
Ἀπ᾽ τήν “σύν αὐτῷ” συνεργάτιδά μας, Athina Kateri»(http://amfoterodexios.blogspot.com/2021/10/blog-post_69.html).
«Τά παράδοξα τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ὅτι:
Ἔχουμε πλατύτερους δρόμους μά στενότερες ἀντιλήψεις.
Ξοδεύουμε πολλά, ἐνῶ ἔχουμε λίγα.
Ἀγοράζουμε πολλά καί ἀπολαμβάνουμε λίγα.
Ἔχουμε μεγαλύτερα σπίτια ἀλλά μικρότερες οἰκογένειες.
Διαθέτουμε περισσότερες ἀνέσεις, ἀλλά ἔχουμε λιγότερο χρόνο.
Ἔχουμε περισσότερα πτυχία, ἀλλά λιγότερους λογικούς ἀνθρώπους.
Ἡ γνώσι μας πληθύνθηκε, μά ἡ κρίσι μας λιγόστεψε.
Διαθέτουμε πολλούς εἰδήμονες, ἀλλά περισσότερα προβλήματα.
Πολλαπλασιάζουμε τά ὑπάρχοντά μας καί μειώνουμε τίς ἀξίες μας.
Μιλᾶμε πολύ, ἀγαποῦμε σπάνια καί μισοῦμε συχνά...
Μάθαμε πώς νά ἐξασφαλίζουμε τά πρός τό ζήν, ἀλλά δέν μάθαμε νά ζοῦμε.
Προσθέσαμε χρόνια στή ζωή μας, ἀλλά ὄχι ζωή στά χρόνια μας.
Διανύσαμε τήν ἀπόστασι γῆ-φεγγάρι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά διασχίσουμε ἕνα δρόμο γιά νά συναντήσουμε τό γείτονά μας.
Κατακτήσαμε τό διάστημα, ἀλλά χάνουμε τό δικό μας πλανήτη.
Διασπάσαμε τό ἄτομο, ἀλλά ὄχι καί τίς προκαταλήψεις.
Ἔχουμε ὑψηλότερα ἐισοδήματα, ἀλλά χαμηλότερες ἠθικές ἀξίες.
Ζοῦμε στήν ἐποχή τῶν ὑψηλῶν κερδῶν καί τῶν ρηχῶν ἀνθρώπινων σχέσεων.
Ὑπάρχουν περισσότερα τρόφιμα, ἀλλά χειρότερη διατροφή.
Κτίζουμε πολυτελή σπίτια, ἀλλά διαλύουμε τήν οἰκογένεια.
Ἡ βιτρίνα τῆς ζωῆς μας φαίνεται πλούσια καί γεμάτη. Ἡ ἀποθήκη της εἶναι ἔρημη καί ἄδεια.
Ἀνώνυμος φοιτητής
Μᾶς ἔστειλε ἡ Ε.Λ..»(https://iliaxtida.wordpress.com/2010/07/29/%ce%ac-%cf%8e/).
<>
No comments:
Post a Comment