Ο διακο-Διονύσιος ο Φιρφιρής διηγείται την μεταστροφή ενός αθέου προς την Θεία Εξομολόγηση και την Εκκλησία
«Διηγήθηκε ὁ διακο-Διονύσιος ὁ Φιρφιρῆς:
“Κάποτε βρέθηκα γιά δουλειά ἔξω στή Θεσ/νίκη. Πῆγα σ᾽ ἕνα ἐστιατόριο νά φάω. Ἔκανα τήν προσευχή μου καί κάθησα νά φάω. Παραδίπλα ἦταν μιά παρέα. Μοῦ λέει κάποιος λαϊκός...
—Λοιπόν, τί μᾶς παριστάνεις τώρα; Τί θέλεις νά μᾶς δείξης;
—Γιά νά μήν μοῦ σταθῆ κανένα κόκκαλο στόν λαιμό, βρέ ἀδελφέ, ἀπάντησα λίγο ὀργισμένα.
Σέ λίγο ἀπ᾽ τό τραπέζι αὐτῆς τῆς παρέας ἀκούστηκε θόρυβος καί βιαστικά κάποιον τόν ἔβγαλαν ἔξω. Ἐγώ δέν γύρισα νά κοιτάξω. Μετά ἀπό καιρό πού ξαναβγῆκα στή Θεσ/νίκη μέ συναντᾶ κάποιος κοντά στό Λευκό Πύργο καί μέ χαιρετᾶ ρωτώντας:
—Μέ γνωρίζεις, Πάτερ;
—Ὄχι, ἀπαντῶ.
—Δέν μέ θυμᾶσαι; Ἐσύ μ᾽ ἔκανες Χριστιανό.
—Δέν σέ θυμᾶμαι.
—Θυμᾶσαι κάποτε σ᾽ ἕνα ἑστιατόριο πού ἔτρωγες καί κάποιος σοῦ εἶπε αὐτό καί αὐτό;
—Ναί, κάτι θυμᾶμαι.
—Ἔ, ἐγώ ἤμουν. Βλέπεις ἐδῶ; Μοῦ στάθηκε ἕνα κόκκαλο στό λαιμό καί μοῦ ἔκαναν ἐγχείρησι γιά νά τό βγάλουν, ἐνῶ συγχρόνως μοῦ ἔδειχνε τό λαιμό του μέ τό σημάδι τῆς τομῆς. Μετά ἀπ᾽ αὐτό καί στήν Ἐκκλησία πηγαίνω καί ἐξομολογοῦμαι καί προσευχή κάνω. Σ᾽ εὐχαριστῶ, Πάτερ· ἐσύ μ᾽ ἔσωσες”»(http://apantaortodoxias.blogspot.com/2022/04/blog-post_304.html).
<>
Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Λέγεται πώς κάποτε ἕνας ἁρματωλός ὅταν συνάντησε ἕνα παπᾶ ἔτεινε τό ὅπλο του πρός αὐτόν καί τοῦ φώναξε: “Ἐνενήντα ἐννέα σκότωσα μ᾽ αὐτό, ἐσύ θά εἶσαι ὁ ἑκατοστός!”. Ὁ παπᾶς τοῦ λέει πώς εἶναι ἕτοιμος νά πεθάνη ἀλλά τοῦ ζητᾶ νά πιῆ νερό. Ὁ ἁρματωλός τοῦ φέρνει νερό. Ἀλλά μέχρι νά πιῆ ὁ παπᾶς τό νερό ὁ ἁρματωλός πέφτει κάτω ἀφήνοντας τήν τελευταία του πνοή. Τότε μαζεύτηκαν οἱ διάβολοι καί ἄρχισαν νά μάχωνται μέ τούς ἀγγέλους γιά νά τοῦ πάρουν τήν ψυχή. Οἱ διάβολοι μέτρησαν ἐνενήντα ἐννέα ἐγκλήματα τοῦ ἁρματωλοῦ ὅπως καί κάποια ἄλλα ἐλαφρότερα ἁμαρτήματα. Τούς ἀπάντησαν οἱ ἄγγελοι: “Δέν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι. Διότι ἔκανε δύο μεγάλες εὐαγγελικές πράξεις: πρῶτον, ἐξομολογήθηκε μπροστά στόν παπᾶ ὅτι σκότωσε ἑνενήντα ἐννέα ἀνθρώπους καί δεύτερον, πότισε τόν διψασμένο”.
Δηλαδή ἀκόμα καί τά τυχαῖα ἀνεπιτήδευτα καλά ἔργα λογάριασαν οἱ ἄγγελοι σ᾽ αὐτόν τόν κακό»(NN, 208).
<>
Τα 10 ιδιώματα της σωστής εξομολόγησης.
Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπού
Για να κάνεις όμως μια σωστή εξομολόγηση, για να καθαρίσεις όλους τους ρύπους της συνειδήσεως, για να λευκανθεί και να λαμπρυνθεί η ψυχή σου ενώπιον του Θεού, δεν πρέπει να εξομολογηθείς πρόχειρα και απροετοίμαστα, όπως οι πιο πολλοί χριστιανοί. Ένα ιερό μυστήριο σαν κι αυτό χρειάζεται και προετοιμασία ανάλογη και προσέλευση με την πρέπουσα καρδιακή κατάσταση.
Πρώτον. Ετοιμάσου τουλάχιστον δυο-τρεις μέρες νωρίτερα, αποφεύγοντας τις πολλές επαφές με άλλους ανθρώπους και μαζεύοντας το νου σου σε περισυλλογή. Στοχάσου πόσος καιρός είναι που δεν εξομολογήθηκες – μήπως άραγε και ποτέ άλλοτε ; – και προσπάθησε να θυμηθείς από τότε μέχρι την ώρα τούτη σε πόσα και ποια αμαρτήματα έπεσες «εν λόγω ή έργω ή κατά διάνοιαν», είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια ή απροσεξία.
Δεύτερον. Όταν θα πας στον πνευματικό, θα του πεις όλες τις αμαρτίες σου, όπως ακριβώς έγιναν. Τίποτα δεν θα κρύψεις, τίποτα δεν θ’αλλοιώσεις, σε κανέναν άλλο δεν θα ρίξεις οποιεσδήποτε ευθύνες για τις δικές σου πτώσεις. Επίσης, δεν θα αρκεσθείς σε μια ξερή «καταλογογραφική» απαρίθμηση των αμαρτημάτων, αλλά θα κάνεις και μια γενική παρουσίαση της ψυχικής σου καταστάσεως, των παθών και των ροπών σου, των ελαττωμάτων και των αδυναμιών σου, έτσι ώστε ο πνευματικός, σαν γιατρός ψυχών, να σχηματίσει σφαιρική εικόνα της ασθένειάς σου και να σε βοηθήσει αποτελεσματικά στη θεραπεία της.
Τρίτον. Ο τρόπος περιγραφής των αμαρτιών πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ώστε να συνδυάζει την ακρίβεια με τη σεμνότητα. Από το ένα μέρος, δηλαδή, θα αναφέρεις συνοπτικά και χωρίς πολλά λόγια τις συνθήκες και τα επιμέρους στοιχεία κάθε αμαρτίας – το που, το πώς, το πότε κ.λ.π. – για να καταλάβει ο πνευματικός το βάρος της. (ένα απλό παράδειγμα: Κάθε σαρκική αμαρτία έχει άλλη ονομασία αλλά και διαφορετικό βάρος. Η αμαρτία ενός άνδρα με γυναίκα άγαμη, και αντιστρόφως, λέγεται πορνεία, ενώ με γυναίκα παντρεμένη λέγεται μοιχεία και είναι βαρύτερη. Όταν γίνεται με συγγενή, πρόκειται για αιμομιξία. Όταν μια γυναίκα εξαναγκάζεται σε σαρκική μίξη ή χρήση ή απειλή βίας, τότε έχουμε βιασμό, κ.ο.κ.). Από το άλλο μέρος, πάλι, πρέπει ν’αποφεύγεις τις λεπτομερείς και φλύαρες αφηγήσεις, που είναι κουραστικές κάποτε μάλιστα και σκανδαλιστικές. Αυτές μήτε εσένα ωφελούν μήτε τον πνευματικό. Ας σημειωθεί ιδιαίτερα, ότι, αν αμάρτησες μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα (λ.χ. έκανες μια κλοπή με μερικούς φίλους σου ή πόρνευσες με μια γνωστή σου), καλύτερα είναι να μην αποκαλύψεις την ταυτότητά τους. Μετανόησε εσύ για το δικό σου αμάρτημα, και άφησέ τους αυτούς στην κρίση και το έλεος του Κυρίου.
Τέταρτον. Απ’όλα πιο σπουδαίο είναι ν βρεις πνευματικό έμπειρο, διακριτικό, σοφό και συνετό, ικανό να γιατρέψει, με τη δική σου συνέργεια και του Θεού τη χάρη, τις πληγές και τα τραύματα της ψυχής σου. Όπως ψάχνεις για καλό γιατρό, που θα είναι σε θέση να θεραπεύσει τις σωματικές σου ασθένειες, έτσι, και πιο επίμονα ακόμα, ψάξε για καλό πνευματικό, που θα συμβάλει στην ψυχική σου θεραπεία. Γιατί αλλιώς…. «τυφλός αν οδηγεί τυφλό, θα πέσουν κι οι δυο στο χαντάκι» (Ματθ.15,14). Όταν όμως τον βρεις, μην τον αλλάξεις όσο βρίσκεται στη ζωή αυτή. Ποτέ δεν ωφελούνται εκείνοι που γυρίζουν από πνευματικό σε πνευματικό. Είτε από άγνοια το κάνουν είτε από εγωισμό – επειδή ντρέπονται να πουν ότι ξανάπεσαν στα ίδια αμαρτήματα -, μένουν πάντως αδιόρθωτοι. Μόνο όταν ένας πνευματικός σε παρακολουθεί συστηματικά και σε γνωρίσει καλά, μπορεί να σε βοηθήσει ουσιαστικά στον αγώνα σου για την κάθαρση και στην πορεία σου προς την σωτηρία.
* * *
Μια σωστή εξομολόγηση έχει τα ακόλουθα δέκα ιδιώματα :
1. Είναι σύντομη αλλά και περιεκτική, γίνεται δηλαδή χωρίς παραλείψεις αλλά και χωρίς περιττολογίες, κενολογίες, ταυτολογίες, λοξοδρομίες ή ακόμα και παραμυθολογίες.
2. Είναι ταπεινή, γίνεται δηλαδή με συναίσθηση αμαρτωλότητας και ενοχής, συναίσθηση που αντανακλάται στα λόγια και σ’όλη την εμφάνιση του χριστιανού.
3. Είναι ειλικρινής, δεν περιέχει δηλαδή τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την καθαρή αλήθεια, χωρίς προφάσεις, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς ενοχοποίηση όχι μόνο άλλων ανθρώπων, μα ούτε κι αυτού του διαβόλου!
4. Είναι άμεση, γίνεται δηλαδή χωρίς αναβολή. Μόλις η συνείδηση σε ελέγξει για αμαρτία, πρέπει να τρέξεις στον πνευματικό να την εξομολογηθείς, γιατί δεν ξέρεις ποια στιγμή θα σ’επισκεφθεί απροειδοποίητα ο θάνατος.
5. Είναι διακριτική, χαρακτηρίζεται δηλαδή από ευθυκρισία, ορθοφροσύνη και σύνεση, καθώς και από διατύπωση σαφή, προσεκτική και εύτακτη.
6. Είναι πλήρης, περιλαμβάνει δηλαδή όλα τα αμαρτήματα. Τίποτα δεν πρέπει να παραλείπεται για να ειπωθεί σε άλλον πνευματικό.
7. Είναι τελωνική, γίνεται δηλαδή με βαθειά ευλάβεια και συντριβή, με μιαν αγία ντροπή, σαν εκείνη του τελώνη της ευαγγελικής παραβολής, που δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε : «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό» (Λουκ.18:13).
8. Eίναι μυστική, δηλαδή πέρα από τον ιερέα-πνευματικό και τον εξομολογούμενο χριστιανό, ούτε μαθαίνει ούτε επιτρέπεται να μάθει άλλος κανείς το περιεχόμενο της εξομολογήσεως. Αν κάποιος – πράγμα απίθανο και πρακτικά, βέβαια, σχεδόν αδύνατο – ακούσει την εξομολόγηση άλλου, έχει χρέος να μην αποκαλύψει ποτέ και σε κανέναν, αλλά να πάρει μαζί του στον τάφο ότι άκουσε. Πολύ περισσότερο ο πνευματικός δεν μπορεί να φανερώσει σε καμία περίπτωση αμαρτίες που του εξομολογήθηκαν, έστω κι αν αυτό το πληρώσει με τη ζωή του.
9. Είναι αρχή νέας ζωής. Μαζί με την εξομολόγηση παίρνεις στέρεη απόφαση ν’αγωνιστείς ευσυνείδητα, ώστε όχι μόνο να μην επαναλάβεις τα αμαρτήματα που εξομολογήθηκες, αλλά και να επανορθώσει, αν αυτό είναι πρακτικά δυνατό, ότι κακό έκανες (λ.χ.να αποζημιώσεις όποιον αδίκησες, να επιστρέψεις κάτι που έκλεψες, να ζητήσεις συγνώμη απ’αυτόν που έβρισες κ.ο.κ.). Σε αντίθετη περίπτωση η μετάνοιά σου δεν είναι αληθινή.
10. Συνοδεύεται, τέλος, από πρόθυμη αποδοχή του επιτιμίου ή του κανόνα, που ίσως θα σου ορίσει ο πνευματικός (νηστεία ή ελεημοσύνη ή οτιδήποτε άλλο θεωρήσει πρόσφορο), και που δεν αποτελεί «ποινή» ή «τιμωρία», αλλά ένα θεραπευτικό και παιδαγωγικό μέσο, που αποσκοπεί στην πνευματική υποβοήθησή σου.
NNN
<>
Ἀρχιμ. Σιλουανός: «Θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα μεγάλο θαῦμα πού ἔγινε μ᾽ αὐτό τόν τρόπο. Ἤμουν λαϊκός τότε καί θά πήγαινα τόν Γέρο-Παΐσιο. Μία γειτόνισσά μας εἶχε τεράστιο πρόβλημα μέ τό παιδί της, πού γεννήθηκε μέ ἕνα σπάνιο νόσημα. Τό περίμεναν τό παιδί ἀπό ὥρα σέ ὥρα. Τό εἶχαν σέ ἀποστειρωμένο περιβάλλον, σέ τρομερές συνθῆκες διαβιώσεως. Τρέλλα!
—Ρώτα, μοῦ ἔλεγε ἡ μητέρα, ρώτα τόν π. Παΐσιο, τί θά γίνη μέ τό παιδί;
Βέβαια, ὅλοι μας ἔχουμε τήν ἐντύπωσι ὅτι θά μᾶς πῆ κάτι σπουδαῖο, κάτι μεγάλο, ἀφοῦ εἶναι προφήτης! Καί ἀκοῦστε τί μοῦ εἶπε:
—Θά τῆς πῆς νά τό κοινωνάη τό παιδί κάθε φορά, ὄχι μόνο κάθε Κυριακή. Τετάρτη γίνεται Λειτουργία; Σάββατο γίνεται Λειτουργία; Θά τρέχη νά κοινωνάει τό παιδί καί νά ζῆ καθαρά.
Ἐγώ μέσα μου —σᾶς τό λέω εἰλικρινά, τώρα τό σκέφτομαι καί μετανοῶ— λέω: “αὐτό μοῦ εἶπε;”.
—Ἀκούς;, μοῦ λέει.
—Μάλιστα.
Κι εἶχα καί λογισμό, πῶς θά τῆς τό πῶ τώρα. Τῆς τό λέω. Μοῦ λέει:
—Αὐτό σοῦ εἶπε μόνο;
Οὔτε θά ζήση, οὔτε δέν θά ζήση. Τί περιμένει ἕνας γονιός νά ἀκούση, πού τό παιδί του εἶναι ἄρρωστο;
—Τίποτε ἄλλο. Νά τό κοινωνᾶς πάντοτε. Πάντοτε!
—Καλά, μοῦ λέει.
Τό ἔκανε ἀπ᾽ τήν ἑπόμενη μέρα. Σήμερα αὐτό τό παιδί τελειώνει τό Πανεπιστήμιο, ἀριστοῦχος, καί ἐξαφανίστηκε ἡ ἀσθένεια. Αὐτό γιά τά ἰατρικά δεδομένα δέν γίνεται. Ἦταν νόσημα πού δέν θεραπεύεται, σπανιότατο, τό ἔχεις καί πεθαίνεις. Καί λέω, κοίταξε νά δῆς ἡ πίστι αὐτῆς τῆς μάνας τί ἀποτελέσματα εἶχε! Εἶπε μέσα της:
—Δέν θά πάω πουθενά ἀλλοῦ, ψάχνοντας γιά κάτι ἄλλο. Τί μοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Αὐτό θά κάνω. Θά κοινωνῶ τό παιδί μου. Θά ἐξομολογοῦμαι, θά ζῶ καθαρά καί θά κοινωνῶ τό παιδί μου.
Καί τό παιδί θεραπεύτηκε!»(ΑΣ, 386).
<>
Άγιος Παΐσιος : «Εκκλησιάζεσαι καθόλου; Εξομολογήθηκες;. Όχι. Ήρθα να με κάνεις καλά».
Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται!
Έχουν απομακρυνθεί οι άνθρωποι από το μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη.
Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται!
«Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμιά φορά;». «Όχι. Ήρθα να με κάνης καλά». «Μα πως;
Πρέπει να μετανοήσης για τα σφάλματά σου, να εξομολογήσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς, όταν έχης ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνης καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για ‘κεί;».
«Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνης καλά». Άντε τώρα!
Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια». Εμ πως, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;
Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν, αλλά που βγαίνουν…
Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.
Πηγή: Από το βιβλίο: “Γέροντος Παϊσίου Λόγοι”, Τόμος Γ΄.
NNN
<>
«Κάποτε, ἕνας διακριτικός Γέροντας ἀσκητής, βρέθηκε σ᾽ ἕνα μεγάλο μοναστήρι. Ἐκεῖ ἔξω ἀπό κάποιο παρεκκλήσι, ὑπῆρχαν πολλοί ἄνθρωποι πού περίμεναν τή σειρά τους, γιά νά ἐξομολογηθοῦν.
Κάποια στιγμή, ὁ ἀσκητής διέκρινε ἕνα δαίμονα ἀνάμεσα στόν κόσμο, τόν ὁποῖο οἱ ἄλλοι δέν ἔβλεπαν.
Διερωτήθηκε, ποιός ἦταν ὁ σκοπός τῆς παρουσίας του ἔξω ἀπ᾽ τό χῶρο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἀμέσως, λοιπόν, τόν πλησίασε καί τόν ρώτησε τί ζητάει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους πού περίμεναν νά ἐξομολογηθοῦν. Αὐτός, ὅμως, δέν ἀποκρινόταν.
Οἱ ἄλλοι, βλέποντας τόν ἀσκητή νά μιλάη μόνος του, ἀπόρησαν.
Ὁ ἀσκητής, ὄμως, ἐπιμένοντας, τόν ξαναρώτησε ἐπικαλούμενος τό ὄνομα τοῦ Κυρίου.
Τότε ἡ παρουσία τοῦ διαβόλου, ἔγινε ἄμεσα ἀντιληπτή ἀπό ὅλους καί μπροστά στα ἔκπληκτα καί φοβισμένα μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀποκάλυψε στόν ἀσκητή τό ἐξής:
—Ἦρθα ἐδῶ..., γιά νά δώσω κάτι σέ κάποιον.
—Τί νά τοῦ δώσης;, ρώτησε αὐστηρά ὁ ἀσκητής.
Καί ὁ διάβολος ἀπάντησε:
—Εἶχα πάρει ἀπό ἕνα ἄνθρωπο, πού εἶναι ἀνάμεσα σας, τήν ντροπή του, γιά νά τόν ὠθήσω νά διαπράξη μία συγκεκριμένη ἁμαρτία. Τώρα, ἦρθα ἐδῶ, γιά νά τοῦ ἐπιστρέψω τήν ντροπή του καί νά μήν ἐξομολογηθῆ ἐκείνη τήν ἁμαρτία πού διέπραξε, στόν Πνευματικό...!»(HK).
<>
«Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ μαρτυρία τῆς ἄλλοτε ὑπεύθυνης τῆς κομμουνιστικῆς νεολαίας στήν πολύπαθη χώρα τῆς Ρωσίας καί καθηγήτριας τῆς Μαρξιστικῆς φιλοσοφίας Τατιάνας Γκορίτσεβα: “Ἀρχίζει νά μέ ρωτᾶ”, λέει γιά τόν πρῶτο ἐξομολόγο της παπα-Ἑρμογένη, “γιά τίς τρομακτικές καί κυριώτερες ἁμαρτίες μου· πρέπει νά ξεσκεπάσω ὅλη τή βιογραφία, αὐτή τή ζωή τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῆς ματαιότητος, μοιρασμένη ἀνάμεσα στήν ἔπαρσι, στήν περιφρόνησι καί στήν καυτή ἐπιθυμία γιά ἐπικοινωνία. Τοῦ ἀπαριθμῶ τή μέθη, τήν πορνεία, τούς ἀποτυχημένους γάμους, τίς ἐκτρώσεις, τήν ἀνικανότητα νά ἀγαπήσω. Στή συνέχεια τή yoga καί τήν ἐπιθυμία μου νά πραγματωθῶ, νά γίνω θεός, χωρίς ἀγάπη καί χωρίς μετάνοια. Ἡ ντροπή μέ ἐμποδίζει νά μιλῶ, τά δάκρυα μέ πνίγουν. Στό τέλος τοῦ ζητῶ:
—Θέλω νά ὑποφέρω γιά ὅλες μου τίς ἁμαρτίες, θέλω νά ἐξαγνισθῶ ἔστω καί γιά λίγο. Δῶστε μου ἕνα κανόνα, σᾶς παρακαλῶ!”.
Καί ἀκολούθησε τό μεγάλο θαῦμα! Μιά ψυχή ἀκόμη ἀναστημένη παραδόθηκε στόν Ἀναστάντα!»(ΓΖ, 75).
<>
Ὁ διάβολος, κάλεσε κάποτε τούς δαίμονές του σέ συμβούλιο καί τούς ρώτησε:
—Ποιός θέλει νά πάει στή Γῆ, νά καταστρέψη ψυχές;
Προσφέρθηκαν πολλοί, εἶπαν τά μέσα τά ὁποῖα θά χρησιμοποιοῦσαν, ἀλλά δέν θεωρήθηκαν ἀπ᾽ τό διάβολο ἀποτελεσματικά. Στό τέλος, ἔνα διαβολάκι εἶπε:
—Θά πάω ἐγώ. Θά τούς πῶ, πώς ὑπάρχει Θεός καί Χριστός Σωτήρας. Θά τούς πῶ, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι ἀληθινά, ἀλλά —πρόσθεσε μέ βλέμμα διαβολικό— θά τούς πῶ, ὅτι ἔχουν ἀκόμη πολύ καιρό μπροστά τους.
—Πήγαινε, τοῦ εἶπε ὁ ἄρχων τοῦ σκότους διάβολος, ἐσύ θά πετύχης.
Πράγματι, δέν ὑπάρχει σατανικότερος λόγος ἀπ᾽ τήν ἀναβολή. Ἀπ᾽ τό: “Ἔχουμε καιρό”...
<>
«Ἦταν ἡ πρώτη φορά μετά τά νεανικά μου χρόνια, πού ἔκανα συνειδητά ἐξομολόγησι, στον π. Σαράντη Σαράντο του Αμαρουσίου Αθήνας (+2021). Ἦταν μιά πνευματική ἀνάτασι, πού μοῦ ἔφερνε δάκρυα στά μάτια. Ὅταν κάποτε ἔφθασε ἡ σειρά μου νά πάω κοντά του, μέ κοίταξε καί ἡ πρώτη ἐρώτησι, πού μοῦ ἔκανε, ἦταν:
—Πόσα παιδιά ἔχεις;
Ἀπάντησα ὅτι ἔχω δύο: Τόν Ἀπόλλωνα μεγαλύτερο καί τόν Ἀλέξανδρο μικρότερο. Δέν εἶπε τίποτε. Ἄκουσε ὅσα εἶχα νά τοῦ πῶ κι ὕστερα μ᾽ ἔβαλε κάτω ἀπ᾽ τό πετραχήλι, ἔκανε τήν προσευχή καί μέ εὐλόγησε. Τοῦ φίλησα τό χέρι καί στή συνέχεια πῆγα κοντά στίς φίλες μου, γιά νά φύγουμε. Ἡ ὥρα ἦταν περασμένη, περίπου μία τό βράδυ. Οἱ φίλες μου παρατήρησαν ὅτι ἤμουν σκεπτική. Προχωρήσαμε ἀργά στόν ἥσυχο δρόμο. Ξαφνικά εἶδα τόν π. Σαράντη νά τρέχη πίσω μας καί νά μέ φωνάζη, νά πάω ξανά κοντά του. Κι ἐγώ καί οἱ φίλες μου, μείναμε ἄναυδες. Ὁ π. Σαράντης εἶχε ἀφήσει τούς ἀνθρώπους, πού τόν περίμεναν κι ἐρχόταν πίσω μου. Ἔτρεξα κοντά του καί μπήκαμε πάλι στήν ἐκκλησία. Τόν κοιτοῦσα μέ ἀπορία κι ἔμεινα ἔκπληκτη, ὅταν τόν ἄκουσα νά μοῦ λέει:
—Πές μου πάλι τά ὀνόματα τῶν παιδιῶν σου.
Τά ἐπανέλαβα. Γονάτισα καί ἔβαλε πάλι τό πετραχήλι στό κεφάλι μου. Ἀφοῦ προσευχήθηκε, σηκώθηκα καί μοῦ εἶπε ἁπλά:
—Στό καλό νά πᾶς.
Βγῆκα ἔξω. Οἱ φίλες μου εἶχαν μείνει ἐμβρόντητες.
—Αὐτό δέν ἔχει ξαναγίνει, μονολόγησαν. Νά τρέξη ἔτσι, μέ ἀγωνία νά σέ καλέση πίσω... Κάτι σημαίνει.
Τό τί σημαίνει τό κατάλαβα λίγες ὧρες ἀργότερα, ὅταν ἐπέστρεψα σπίτι μου. Ὁ γυιός μου, ὁ Ἀπόλλων ἦταν ἕνα παιδί στήν ἐφηβεία μέ τίς τρέλλες αὐτῆς τῆς ἡλικίας καί εἶχα ἀνησυχήσει. Προσευχήθηκα μήν τοῦ συνέβη τίποτε κακό. Ξαφνικά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καί μπῆκε μέσα ὁ Ἀπόλλων, σέ μιά κατάστασι, πού δέν τόν εἶχα ξαναδεῖ ποτέ. Καλά-καλά δέν μποροῦσε νά σταθῆ στά πόδια του. Ἦταν χλωμός καί ἡ ἔκφρασί του ἔδειχνε τόν ψυχικό του κλονισμό. Σωριάστηκε σέ μιά καρέκλα καί φώναξε:
—Ὑπάρχει Θεός!
Τόν κοίταξα ἔντρομη, καθώς εἶδα κάτι μικρά χτυπήματα, μώλωπες καί γδαρσίματα.
—Ὑπάρχει Θεός, μ᾽ ἀκοῦς;
Ὅταν μπόρεσε νά πάρη κανονικές ἀναπνοές καί νά συνέλθη, μοῦ ἀφηγήθηκε τό ἀπίστευτο περιστατικό, πού τοῦ συνέβη. Ἐπέστρεφε μέ τό αὐτοκίνητό του ἀπ᾽ τή λεωφόρο, πού βγαίνει στό Γαλάτσι, ὅταν ξαφνικά εἶδε ἀπ᾽ τήν ἀπέναντι πλευρά ἕνα φορτηγό νά τρέχη κατά πάνω του, μέ ἰλιγγυώδη ταχύτητα. Ὁ Ἀπόλλων στήν προσπάθειά του νά τόν ἀποφύγη, ἔπεσε σέ μιά διαχωριστική σιδερένια μπάρα. Ἡ ταχύτητα ἦταν τέτοια, πού ἡ σιδερένια μπάρα, ἔκοψε τό αὐτοκίνητο στή μέση! Τό παιδί ἔνοιωσε μιά δύναμι νά τόν σπρώχνη στό ἀριστερό μέρος τοῦ ὁδηγοῦ. Μέ τόν τρομερό κρότο, πετάχτηκαν ἔξω ἀπ᾽ τά γύρω μπαράκια καί κέντρα οἱ θαμῶνες. Ἔντρομοι ἀντίκρυσαν τά συντρίμμια τοῦ αὐτοκινήτου. Πλησίασαν μέ τήν βεβαιότητα, ὅτι ὁ ὁδηγός ἦταν ὁπωσδήποτε νεκρός. Κι ὅταν εἶδαν τόν Ἀπόλλωνα νά ἀναδύεται μέσα ἀπ᾽ τά συντρίμμια καί τίς λαμαρίνες, δέν πίστευαν αὐτό πού ἔβλεπαν. Ἔτρεξαν κοντά του. Ἄλλοι ἔκλαιγαν συγκλονισμένοι καί ἄλλοι τόν χάιδευαν. Τόν πῆραν μέσα νά τοῦ δώσουν νά πιῆ νερό καί προσπαθοῦσαν νά δοῦν ποῦ εἶχε χτυπήσει. Δέν μποροῦσαν νά πιστέψουν ὅτι εἶχε μόνο ἐπιπόλαια τραύματα. Τόν κράτησαν κοντά τους, ὅσο χρειαζόταν, γιά νά τόν συνεφέρουν κι ὕστερα τόν ἔφεραν σπίτι.
—Μάννα, ὑπάρχει Θεός, ἐπαναλάμβανε ἐκεῖνος κάθε τόσο συγκινημένος. Τόν πῆγα στό νοσοκομεῖο, ὅπου διαπίστωσαν ὅτι δέν εἶχε τίποτε καί τόν ἄφησαν νά φύγη. Τά συντρίμμια τοῦ αὐτοκινήτου τά μετέφεραν στό συνεργεῖο ἑνός φίλου μας φανοποιοῦ. Ὅταν τά εἶδε κι ἐκεῖνος καί ἡ σύζυγός του καί τοῦ εἴπαμε ὅτι ὁ Ἀπόλλων ζοῦσε, τόσο συγκλονίστηκαν, πού ἔβαλαν τά κλάμματα.
Ὁ π. Σαράντης, ὁ Ἅγιος αὐτός ἄνθρωπος, “εἶδε” τί θά συνέβαινε σέ λίγο, γι᾽ αὐτό καί ἔτρεξε νά μέ ξανακαλέση κοντά του καί νά δώση τήν εὐλογία του. Κι αὐτή ἡ δύναμι, πού ἔσπρωξε δίπλα τόν Ἀπόλλωνα, σώζοντάς τον ἀπό βέβαιο φριχτό θάνατο, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς τοῦ π. Σαράντη. Ὅσο γιά τόν Ἀπόλλωνα, ἀπό τότε πιστεύει σταθερά στήν Ὀρθοδοξία καί προσεύχεται τώρα γιά τήν ὑγεία τῆς μικρῆς κορούλας του, τῆς Μιχαέλας. Ἀλλά καί ἡ σύζυγός του, ἡ Σέλμα ἔχει βαθειά πίστι. Κι αὐτή τή μεταδίδει στό παιδί, γιά νά βαδίση σωστά στή ζωή του»(ΣΣ, 388).
<>
Θα αμάρτανα χειρότερα, εάν Εσύ δεν με κρατούσες...
Όταν βρίσκεσαι πληγωμένος, επειδή έπεσες σε κάποιο αμάρτημα λόγω αδυναμίας σου ή καμιά φορά με την θέλησή σου για κακό σου, μη δειλιάσεις ούτε να ταραχθείς γι' αυτό, αλλά αφού επιστρέψεις αμέσως στο Θεό, μίλησε έτσι:
«Βλέπε, Κύριέ μου, έκανα τέτοια πράγματα σαν τέτοιος που είμαι, ούτε ήταν δυνατό να περίμενες και τίποτα άλλο από εμένα, τον τόσο κακοπροαίρετο και αδύνατο, παρά ξεπεσμό και γκρέμισμα».
Και εδώ, ξευτελίσου στα μάτια σου αρκετή ώρα και λυπήσου με πόνο καρδιάς για την λύπη που προξένησες στον Θεό και χωρίς να συγχυστείς, αγανάκτησε κατά των αισχρών σου παθών, ιδιαιτέρως δε και μάλιστα, εναντίον εκείνου του πάθους που έγινε αιτία να πέσεις έπειτα πες πάλι:
«Ούτε μέχρι εδώ θα στεκόμουνα, Κύριέ μου, και θα αμάρτανα χειρότερα, εάν εσύ δεν με κρατούσες με την πολύ μεγάλη σου αγαθότητα».
Και ευχαρίστησέ Τον και αγάπησέ Τον περισσότερο παρά ποτέ θαυμάζοντας την τόση μεγάλη ευσπλαγχνία Του, ότι και παρόλο που λυπήθηκε από σένα, πάλι σου δίνει το δεξί Του χέρι και σε βοηθάει, για να μη ξαναπέσεις στην αμαρτία τελευταία πες με μεγάλο θάρρος στη μεγάλη ευσπλαγχνία του:
«Εσύ, Κύριέ μου, κάνε σαν εκείνος που είσαι και συγχώρεσέ με και μην επιτρέψεις στο εξής να ζω χωρισμένος από σένα, ούτε να απομακρυνθώ ποτέ, ούτε να σε λυπήσω πλέον».
Και κάνοντας έτσι, μη σκεφθείς αν σε συγχώρεσε, διότι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο, παρά υπερηφάνεια, ενόχλησις του νου, χάσιμο του καιρού και απάτη του διαβόλου, χρωματισμένη με διάφορες καλές προφάσεις.
Γι αυτό, αφήνοντας τον εαυτό σου ελεύθερα στα ελεήμονα χέρια του Θεού, ακολούθησε την άσκησί σου, σαν να μην είχες πέσει. Και αν συμβεί εξαιτίας της αδυναμίας σου να αμαρτήσεις πολλές φορές την ημέρα και να μείνεις πληγωμένος, κάνε αυτό που σου είπα όλες τις φορές, όχι με μικρότερη ελπίδα στο Θεό. Και κατηγορώντας περισσότερο τον εαυτό σου και μισώντας την αμαρτία περισσότερο, αγωνίσου να ζεις με περισσότερη προφύλαξη. Αυτή η εκγύμναση δεν αρέσει στο διάβολο γιατί βλέπει πως αρέσει πολύ στο Θεό, επειδή και μένει ντροπιασμένος ο αντίπαλος, βλέποντας ότι νικήθηκε από εκείνον, που αυτός είχε πριν νικήσει.
Γι' αυτό και διαφορετικούς απατηλούς τρόπους χρησιμοποιεί για να μας εμποδίσει να μη το κάνουμε. Και πολλές φορές πετυχαίνει τον σκοπό του εξαιτίας της αμέλειάς μας και της λίγης φροντίδας που έχουμε στον εαυτό μας.
Γι αυτό, όσο εσύ βρεις δυσκολία σε αυτό από τον εχθρό, τόσο περισσότερο πρέπει να αγωνισθείς να το κάνεις πολλές φορές, ακόμη και αν μία μόνο φορά έπεσες μάλιστα πρέπει αυτό να κάνεις, αν, αφού αμαρτήσεις, αισθάνεσαι ότι ενοχλείσαι και συγχύζεσαι και σε πιάνει απελπισία για να μπορέσεις έτσι με αυτό να αποκτήσεις ειρήνη και γαλήνη στην καρδιά σου και θάρρος μαζί και αφού οπλισθείς με αυτά τα όπλα, να στραφείς στο Θεό.
Γιατί, αυτή η παρόμοια ενόχληση και ταραχή που έχει κάποιος για την αμαρτία, δεν γίνεται επειδή με αυτό που έκανε λύπησε τον Θεό, αλλά γίνεται για τον φόβο της δικής του καταδίκης και αυτό σημαίνει ότι, αυτή προέρχεται από την φιλαυτία, όπως πολλές φορές είπαμε.
Ο τρόπος λοιπόν, για να αποκτήσεις την ειρήνη, είναι ο εξής: Να ξεχάσεις τελειωτικά την πτώση και την αμαρτία σου και να παραδοθείς στην σκέψη της μεγάλης και άφατης αγαθότητας του Θεού και ότι, αυτός μένει πολύ πρόθυμος και επιθυμεί να συγχωρέσει κάθε αμαρτία, όσο και αν είναι βαριά, προσκαλώντας τον αμαρτωλό με διάφορους τρόπους και μέσα από διάφορους δρόμους, για να έλθει σε συναίσθηση και να ενωθεί μαζί του σε αυτή την ζωή με την χάρη του στην δε άλλη, να τον αγιάσει με τη δόξα του και να τον κάνη αιώνια μακάριο.
Και αφού με αυτές και παρόμοιες σκέψεις και στοχασμούς, γαληνέψεις το νου σου, τότε θα επιστρέψεις στην πτώση σου, κάνοντας όπως είπα πιο πάνω κατόπιν, όταν έρθει ώρα της εξομολογήσεως (την οποία σε προτρέπω να κάνεις πολύ συχνά), θυμήσου όλες σου τις αμαρτίες, και με νέο πόνο και λύπη, για την λύπη του Θεού, και με πρόθεση και απόφαση να μη τον λυπήσεις πλέον, φανέρωσέ τες όλες στον Πνευματικό σου και κάνε με προθυμία τον κανόνα που θα σού ορίσει.
Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Πηγή: Από το βιβλίο "Ο Αόρατος Πόλεμος"
NNN
<>
Δημήτριος Παναγόπουλος, ἱεροκήρυκας: «Δέν ὑπάρχουν σήμερα δάκρυα μετανοίας. Καί νά μᾶς χτυπάνε, δέν κλαῖμε ἐμεῖς, μέ τέτοια κακία πού ἔχουμε. Ἄν χάσουμε τό φίλο μας ἤ τή φιλενάδα μας, μπορεῖ νά κλάψουμε. Ἄν χάσουμε τό δικαστήριο ἤ δέν πετύχαμε τήν ἔξωσι μπορεῖ νά κλάψουμε. Ἁμαρτίες δικές μας δύσκολα κλαῖμε. Γιατί πρέπει ἡ Χάρις νά μᾶς ἐπισκιάση γιά νά κλάψουμε. Τά δάκρυα τά δικά μας, δέν εἶναι δάκρυα μετανοίας πού φτάνουν στόν Οὐρανό καί νά ἀντικαταπέμπουν τή Θεία Χάρι.
Γι᾽ αὐτό καί οἱ Πατέρες λένε, ὅτι ὅσοι ἔχουν δάκρυα στήν προσευχή τους, νά προσέχουνε μή τούς γελάσει ὁ σατανᾶς καί πιστέψουν, ὅτι αὐτοί ἔχουνε δάκρυα καί ἄλλοι δέν ἔχουνε καί πέσουνε ἐκ τῶν δεξιῶν καί χάσουνε τά δάκρυα.
Εἶναι μεγάλο πράγμα νά ἔχη ὁ ἄνθρωπος δάκρυα, ἀλλά νά προέρχονται ἀπ᾽ ταπεινό φρόνημα καί ἀπό ἀναγνώρισι τῆς ἁμαρτωλότητάς του καί ὅτι εἶναι ἔλεος ὅλο αὐτό πού τοῦ κάνει ὁ Θεός.
Κάποτε κάποιος μεγάλος ἐγκληματίας, ἀποφάσισε νά ἐξομολογηθῆ. Καί τί δέν τοῦ εἶπε τοῦ ἐξομολόγου! Φοβερά ἁμαρτήματα!
Στή διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως, ὁ Πνευματικός προσεύχονταν μέσα του:
—Θεέ μου, ἔλεγε φώτισέ με! Πώς νά τοῦ συμπεριφερθῶ καί τί κανόνα νά τοῦ βάλω;
Ὅταν ὁ ἐγκληματίας τελείωσε τήν ἐξομολόγησι, τοῦ δίνει ὁ Πνευματικός ἕνα μικρό βαρελάκι καί τοῦ λέει:
—Πήγαινε νά γεμίσεις αὐτό τό βαρελάκι μέ νερό καί ὅταν τό γεμίσης καί μοῦ τό φέρεις, τότε οἱ ἁμαρτίες σου θά ἔχουν τακτοποιηθῆ!
—Μέ τόσο λίγο κόπο, θά τά τακτοποιήσω ὅλα αὐτά τά ἁμαρτήματα;
Πανεύκολο τοῦ φάνηκε αὐτό τό ἐπιτίμιο τοῦ ἐγκληματία καί ἔτσι τό πῆρε ἀμέσως καί πῆγε σέ ἕνα κοντινό ποταμάκι νά τό γεμίση. Ὅμως παρότι τό γέμιζε μέ νερό, τό βαρελάκι παραδόξως δέν γέμιζε! Τό ἐξέτασε νά δῆ ἄν εἶναι τρύπιο, ἀλλά τό βαρελάκι ἦταν γερό! Ἦταν ἕνα συνηθισμένο βαρελάκι, σάν ὄλα τά ἄλλα. Προσπάθησε στή συνέχεια νά τό γεμίση, ἀπό βρύσες καί ἄλλες πηγές, ἀλλά τίποτε! Καθημερινῶς φρόντιζε, ὅπου ὑπῆρχε νερό νά τό γεμίση, γιά νά πάρη τήν ἄφεσι τῶν ἀμαρτιῶν, ἀλλά μάταια. Ἔτσι παιδευόταν γιά πολλά χρόνια. Μιά μέρα ἦρθε πραγματικά στόν ἑαυτό του. Προβληματιζόταν γιά ποιό λόγο, νά μήν μπορῆ νά γεμίση τό βαρελάκι. Καί λέει σέ μιά στιγμή:
—Θεέ μου, τόσο ἁμαρτωλός εἶμαι, ὥστε οἱ ἁμαρτίες μου δέν ἀφήνουν νά γεμίση αὐτό τό βαρελάκι;
Λέγοντας τά λόγια αὐτά μέ πόνο, τοῦ ἔφυγε ἕνα δάκρυ ἀπ᾽ τά μάτια. Τό δάκρυ αὐτό, ἔπεσε μέσα στό βαρέλι. Καί τότε τό βαρέλι, θαυματουργικῶς γέμισε! Ἁρπάζει τό βαρελάκι καί τό πάει κατευθείαν στό Γέροντα, γιά νά τοῦ δώση τήν ἄφεσι.
Ἡ μετάνοια πού δέν ἔχει δάκρυα, συντριβή καί λύπη, δέν εἶναι ἀξιοποιημένη ὅσο πρέπει. Ὁ Θεός περίμενε ἀπ᾽ τόν ἐγκληματία, τό δάκρυ τῆς μετανοίας του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δώσει στήν μετάνοιά του ἕνα δάκρυ, εἶναι σάν νά ξαναβαπτίζεται. Καθαρίζεται καί βγαίνει μέ καινούριο ἔνδυμα νά ξαναντιμετωπίση τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ»(https:// Ἠλίας Καλλιώρας, facebook.com).
<>
Στην όμορφη Νέα Σκήτη, δίπλα στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου, επισκεφθήκαμε πριν από μερικά χρόνια στην Καλύβη της Υπαπαντής τον γερο-Συμεών. Με ενενηνταπέντε περίπου χρόνια στην πλάτη του, κατάκοιτος, πρόσμενε από ώρα σε ώρα να τον οδηγήση ο θάνατος στον Θεόν. Στο πλευρό του ο υποτακτικός π. Παντελεήμων, στοργικός υιός και φύλαξ άγγελος.
— Τον πρόλαβες, Γέροντα, τον παπα-Σάββα τον Πνευματικό;
— Ω, τον Πνευματικό! Τον οσιώτατο και άγιο εκείνο Πνευματικό παπα-Σάββα! Την ευχή του νάχουμε. Πώς δεν τον πρόλαβα; Σ’ αυτόν εξωμολογούμην. Δεν έλειπα από την Καλύβη του. Και πάρα πολλές φορές τον εβοηθούσα στις Λειτουργίες ως ψάλτης.
— Για πες μας λοιπόν κάτι γι΄ αυτόν. Έχουμε πολλά ακούσει και σκεπτόμαστε να του γράψουμε τον βίο. Λένε πως ήταν σπουδαίος Πνευματικός.
— Είχε μεγάλη χάρι επάνω του. Ήξερε να σκορπίζη θάρρος σ΄όλους. Ιδιαίτερα εμψύχωνε τους νεαρούς μοναχούς. Μόλις τους αντίκρυζε στο εξομολογητήριο του «καλώς τα αγγελούδια!» τους έλεγε χαμογελαστά. «Καλώς, καλώς ήρθαν τα αγγελούδια μου. Εγώ αυτά τα νεαρά καλογέρια αγγέλους τα θεωρώ, που για την αγάπη του γλυκυτάτου μας Χρίστου άφησαν του κόσμου την ματαιότητα και ήρθαν εδώ στας ερήμους». Σ’ όλους επίσης τους αποθαρρυμένους έδινε κουράγιο. «Να μην απογινώσκης (=να μην απελπίζεσαι) έλεγε και ξανάλεγε κάθε τόσο.
— Λένε, Γέροντα, πως είχε μεγάλη τέχνη στην Εξομολόγησι.
— Μεγάλη τέχνη και μεγάλη αγάπη. Δεν ήθελε να του κρύβουν τα αμαρτήματα. Έβλεπε κανένα νεαρό μοναχό η δόκιμο που ντρεπόταν να τα πή όλα, και τι μηχανευόταν; Τεχνάσματα. Τεχνάσματα της αγάπης. «Λέγε, παιδί μου, χωρίς δισταγμό τις αμαρτίες σου. Εγώ είμαι γεροντάκι. Μπορεί να με πάρη και ο ύπνος. Εσύ να συνεχίσης. Ο Χριστός είναι παρών και τα ακούει όλα. Εξομολογήσου τα όλα άφοβα, να καθαρίσης την ψυχή σου, να την κάνης λευκή σαν το χιόνι». Άρχιζε εκείνος να λέη. Ο Πνευματικός φαινόταν πως νυστάζει. Έγερνε το κεφάλι του και ροχάλιζε. Εκείνος εξαγόρευε τότε τις πιο βαρειές αμαρτίες. Ο Πνευματικός έκανε πως ξυπνούσε. Εκείνος συνέχιζε με ελαφρότερες. «Παιδί μου, σταμάτησε λίγο. Προηγουμένως είπες κάποια αμαρτία. Πως την είπες; Δεν άκουσα καλά. Πες την καθαρώτερα να καθαρίσης την ψυχή σου». Εκείνος έπαιρνε θάρρος και την διευκρίνιζε. Ξαλάφρωνε έτσι η ψυχή του, χαιρόταν ο Θεός και πληγωνόταν ο διάβολος.
— Ω, Γέροντα, σ΄ ευχαριστούμε. Μας έδωσες πολύτιμα στοιχεία. Μένουμε κι΄εμείς έκπληκτοι από την τέχνη του μεγάλου αυτού Πνευματικού. Τέχνασμα που σκέφθηκε! Παρόμοιο στο είδος του δεν έχουμε ξανακούσει.
— Σας είπα. Είχε μεγάλη τέχνη και μεγάλη αγάπη.
https://www.agiooros.net/forum/viewtopic.php?t=19998
<>
Στην Σκήτη της Αγίας Άννης κάπου ψηλά είχε την Καλύβη του ένας Πνευματικός. Πνευματικός κι΄αυτός, αλλά χωρίς την πείρα και την διάκρισι του παπα-Σάββα του Πνευματικού. Στο εξομολογητήριό του κατέφθασε κάποια φορά ενας βαρειά, πολύ βαρειά αμαρτωλός. Άλλος με τόσα μεγάλα κρίματα δεν του ξανάτυχε.
Εκείνος, σωστός κάλαμος συντετριμμένος, άρχισε την εξαγόρευσι. Ο Πνευματικός καθώς τον άκουγε κυριεύθηκε από φρίκη. Αναταράχθηκαν τα σωθικά του. «Θεέ μου! Πω, πω,φρικαλεότητες! Τί ακούω! Τί σατανας είναι τούτος»!
Δεν πρόλαβε ο δυστυχής ν’ αποτελειώση και ο Πνευματικός γεμάτος ταραχή:
— Σταμάτησε, του λέει. Έχω φρίξει. Θα χάσω το μυαλό μου. Δεν είναι ανθρώπινες αμαρτίες αυτές. Σατανικές είναι. Φύγε. Η συγχώρησι σου έλειψε! Φύγε. Δεν μπορώ άλλο να σε ακούω. Φύγε.
Το μόνο που του είχε απομείνει στον κόσμο ήταν το έλεος του Θεού, αφού όμως και η πόρτα αυτή έκλεισε, δεν του απέμενε τίποτε. Αντικρύζοντας κάτω την θάλασσα σκεπτόταν την μόνη λύσι: Να ορμήση δηλαδή να πνιγή. Να θέση τέρμα στις τραγωδίες του.
Ο Θεός όμως είναι μεγάλος. Στην κατάστασι αυτή τον είδε κάποιος Αγιαννανίτης, που έτυχε να είναι και γνώριμος.
— Ε! τί συμβαίνει; Πώς είσαι έτσι; Τί έχεις;
Εκείνος δεν μιλούσε.
—Ε! τί έπαθες; Γιατί δεν μιλάς;
Με τα πολλά κατώρθωσε να μάθη τα καθέκαστα. Στενοχωρήθηκε, πικράθηκε η ψυχή του. Πώς να τον βοηθήση; Σκέφθηκε πως μία μόνο λύσις απέμενε, να τον οδηγήση πάση θυσία στον παπα-Σάββα τον Πνευματικό. Κουράσθηκε πολύ, αλλά στο τέλος νίκησε.
Σαν τον αντίκρυσε ο παπα-Σάββας κατάλαβε όλο του το δράμα. Ο αδελφός μου σκέφθηκε βρίσκεται στην άβυσσο. Για να τον ανεβάσω χρειάζεται να κατεβώ κι’ εγώ ως εκεί.
— Πνευματικέ, υπάρχει για μένα σωτηρία;
— Για σένα, αδελφέ μου; Για όλους υπάρχει σωτηρία. Η ευσπλαγχνία του Θεού είναι πιο πλατειά από τον ουρανό και πιο βαθειά από την άβυσσο.
— Μπά! Για μένα τον αμαρτωλό δεν υπάρχει σωτηρία. Αδύνατον. Δεν υπάρχει για μένα.
— Για σένα; Αστείο. Αφού, να σκεφθής, υπήρξε για μένα σωτηρία.
— Και τί αμαρτίες έκανες εσύ;
— Μεγάλες, πολύ μεγάλες αμαρτίες.
— Τί μεγάλες! Ποιος μπορεί να έχη φταίξει στον Θεόν σαν εμένα τον ταλαίπωρο!
— Και όμως! Νά, κάποτε δεν πρόσεξα, παρασύρθηκα κι’ έπεσα στην έξης αμαρτία.
Και ανέφερε εδώ ο παπα-Σάββας κάποια σοβαρή αμαρτία. Ο άλλος τότε σαν να ζωντάνεψε. Πήρε θάρρος.
— Α! Πνευματικέ μου, την αμαρτία αυτή έτσι ακριβώς την έχω κάνει κι’ εγώ.
— Κι’ εσύ; Μην ανησυχής. Ο Θεός θα σε συγχωρήση. Αρκεί που το ωμολόγησες.
Ο παπα-Σάββας προχώρησε με τον ίδιο τρόπο. Το τέχνασμα πέτυχε απόλυτα. Ξεθάρρεψε ο δυστυχής και παρουσίασε με κάθε ειλικρίνεια όλο τον θλιβερό κατάλογο των εγκλημάτων του. Του έδινε κουράγιο η ιδέα πως και ο Πνευματικός ήταν όμοιός του.
— Εγώ, του λέει στο τέλος ο παπα-Σάββας, μετανόησα και έκλαψα πικρά. Έχω δύο χρόνια τώρα που άλλαξα ζωή. Μου έβαλαν κανόνα να γίνω Πνευματικός. Το έκανα κι΄ αυτό. Έκανα ελεημοσύνες. Έκανα νηστείες. Έγινα άλλος άνθρωπος.
— Κι’ εγώ, Πνευματικέ μου, μετανοώ μ΄ όλη μου την ψυχή. Και νηστείες και ό,τι άλλο μου πης θα το εφαρμόσω.
— Αφού αποφασίζεις ν’ αλλάξης ζωή, σκύψε να σου διαβάσω την συγχωρητική ευχή, να σου εξαλείψη ο Θεός όλες τις άμαρτίες.
Έπειτα από λίγο ένας άνθρωπος φτερούγιζε από χαρά, γιατί πέταξε από πάνω του δυσβάσταχτα φορτία. Συναντώντας στην Αγία Άννα τον γνωστό του:
— Μ’ έσωσες, του λέει. Έγινα άλλος άνθρωπος.
— Να δοξάζης τον Θεόν.
— Καλός Πνευματικός. Καλός. Πονετικός. Μόνο που ο καημένος έκανε στην ζωή του χειρότερα από μένα.
Ο άλλος που μπήκε αμέσως στο νόημα:
— Χειρότερα από σένα; Να γελάσω λίγο! Αυτός, Χριστιανέ μου, ζή από μικρός στο Άγιον Όρος και είναι σωστός άγγελος. Γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη και ιερεύς.
Ο άλλος έμεινε άναυδος. Τί συνέβαινε; Με τις εξηγήσεις όμως που του έγιναν κατάλαβε το τέχνασμα της αγάπης. Δοκίμασε μεγάλη έκπληξι. Πράγματι έπειτα από το πλήγμα που του έφερε ο προηγούμενος Πνευματικός, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να σωθή από το χείλος της αβύσσου. Και από την στιγμή αυτή κορυφώθηκε μέσα του ένας απέραντος θαυμασμός και μία απεριόριστη αγάπη για τον υπέροχο αυτόν ιατρό και θεραπευτή των ψυχών.
https://www.agiooros.net/forum/viewtopic.php?t=19998
<>
Τα επιτίμια και η αποχή από την Θεία Κοινωνία.
Οι άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τον Πνευματικό ως δικαστή και όχι ως πατέρα φιλάνθρωπο και εικόνα έμψυχο του φιλάνθρωπου Θεού, νομίζουν ότι τα επιτίμια που βάζει ο Πνευματικός, είναι τιμωρίες ανάλογες με τα αμαρτήματά του .
Στην πραγματικότητα όμως τα επιτίμια είναι πνευματικά φάρμακα που θα βοηθήσουν τον μετανοούντα στη θεραπεία των πνευματικών του πληγών και στην αποφυγή νέων ασθενειών. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ιατρείον εστιν ενταύθα ού δικαστήριον, ουκ ευθύνας αμαρτημάτων απαιτούν, αλλά συγχώρησιν αμαρτημάτων παρέχον».
Τα επιτίμια αποσκοπούν επίσης να στερεώσουν τον μετανοούντα στην οδό της μετανοίας. Ο ιερός Χρυσόστομος φέρνει ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε ότι το επιτίμιο αν και φαίνεται ως τιμωρία, είναι μόνο φιλανθρωπία. Λέγει: « Αν δεις αφηνιασμένο άλογο να τρέχει προς το γκρεμό, του βάζεις χαλινό και το συγκρατείς με πολλή δύναμη και το μαστιγώνεις πολλές φορές. Αυτό είναι βέβαια τιμωρία, αλλά η τιμωρία αυτή είναι μητέρα της σωτηρίας. .. Έτσι και εγώ. Αν δέσω τον αμαρτωλό, δεν θα τον δέσει ποτέ ο Θεός. Αν όμως δεν τον δέσω εγώ, τον περιμένουν τα αιώνια δεσμά. Διότι αν κρίναμε τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμασταν από τον Θεό. Μην νομίζεις λοιπόν πως η τιμωρία είναι σκληρή κι απάνθρωπη πράξη . Είναι αποτέλεσμα της πιο μεγάλης καλοσύνης της άριστης θεραπείας και της μεγάλης φροντίδας για τον αμαρτωλό».
Ο κάθε πιστός πρέπει να εργάζεται με φιλότιμο το έργο των εντολών του Χριστού. Και να θλίβεται περισσότερο διότι με την αμαρτία του ελύπησε τον Κύριο, παρά για το γεγονός ότι στην αμαρτία έρχεται ως επακόλουθο το θεραπευτικό επιτίμιο που ορίζει ο Πνευματικός: «Στέναξε όταν αμαρτήσης, όχι επειδή πρόκειται να τιμωρηθείς, διότι αυτό δεν είναι τίποτε, αλλά επειδή δυσαρέστησες τον Κύριο σου, τον τόσο ήμερο, που τόσο σε αγαπά και έχει φροντίσει τόσο για τη σωτηρία σου, ώστε και τον Υιό Του να παραδώσει στο θάνατο για χάρη σου».
Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι «και αν ακόμη δεν μας τιμωρούσε ο Θεός, έπρεπε εμείς οι ίδιοι να ζητήσουμε την τιμωρία μας, επειδή δείξαμε τόση αχαριστία στον ευεργέτη μας». Και συνεχίζει ο Άγιος : «Θα σας πω κάτι παράδοξο και αξιοθαύμαστο και απίστευτο στους πολλούς. Όποιος τιμωρείται επειδή εξόργισε τον τόσο φιλάνθρωπο Θεό, πρέπει αν έχη μυαλό, κι αν αγαπά τον Κύριο όπως πρέπει να Τον αγαπά, να χαίρεται περισσότερο από εκείνον που δεν τιμωρήθηκε… . Αν αγαπά κανείς τον Χριστό όπως πρέπει να τον αγαπά, να χαίρεται περισσότερο από εκείνον που δεν τιμωρήθηκε.. . Αν αγαπά κανείς τον Χριστό όπως πρέπει να τον αγαπά, καταλαβαίνει αυτά που λέω… . Γνωρίζω βέβαια πως αυτά που λέγω είναι απίστευτα, αλλα αυτή είναι η αλήθεια. Αν αγαπούμε τον Χριστό όπως πρέπει να Τον αγαπούμε, εμείς θα τιμωρούμε τους εαυτούς μας για τις αμαρτίες μας… . Ας φοβόμαστε προ πάντων την αμαρτία, διότι αυτή είναι η κόλαση, αυτή είναι η αιώνια τιμωρία… . Και όχι μόνο να τη φοβόμαστε, αλλά και να την αποφεύγουμε και να μεριμνούμε να αρέσουμε στο Θεό κάθε στιγμή. Διότι αυτό είναι η Βασιλεία των ουρανών, αυτό είναι η ζωή, αυτό είναι τα άπειρα καλά».
«Να γνωρίζεις αδερφέ, ότι αν θελήσεις κα κοινωνήσεις έτσι ανάξιος όντας, θα γίνεις ένοχος του σώματος και του αίματος του Κυρίου, όπως λέει ο θείος Παύλος, και θα κοινωνήσεις σε κατάκριση και κόλασή σου, γενόμενος δεύτερος Ιούδας και παρόμοιος με τους Εβραίους. Διότι όπως τότε οι Εβραίοι κέντησαν το σώμα του Κυρίου, όχι για να πιούν το αίμα του αλλά για να το χύσουν, όπως ερμηνεύει ο Χρυσορήμων ( Λογ.κξ Της α΄προς Κορινθ.), έτσι κι εσύ θα θεωρηθείς ότι χύνεις το ακήρατο αίμα του Κυρίου και όχι ότι το πίνεις λόγω της αναξιότητάς σου».
Αγαπημένε εν Χριστώ Αδερφέ : «Να γνωρίζεις, ότι με την αποχή αυτή της Κοινωνίας θα γίνει η μετάνοιά σου ασφαλέστερη. Θα στερεωθείς περισσότερο στη χάρι του Θεού και θα καταλάβεις καλύτερα το κακό, που σου προξένησε η αμαρτία, μάλιστα όταν βλέπεις τους άλλους να κοινωνούν κι εσύ να στερείσαι λέγοντας στον εαυτό σου εκείνο το του Ασώτου Υιού «Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν περισσευούμενο άρτο κι εγώ χάνομαι από την πείνα» (Λογ.. 15,17) Και από όλα αυτά να μισήσεις την αμαρτία και να φυλάγεις καλά στο εξής την χάρι, που έχασες, αφού θα σου γίνουν μαθήματα τα παθήματα. «Διότι ότι κάποιος με κόπο αποκτά, φροντίζει να το διαφυλάει» λέει ο μέγας Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Συνηθίζει αυτό που αποκτήθηκε με κόπο να παραμένει περισσότερο, ενώ αυτό που αποκτήθηκε εύκολα να χάνεται και πολύ γρήγορα, επειδή πάλι μπορεί να αποκτηθεί» (Λογ. Β΄περί Θεολογίας).
Αγαπητό μου παιδί μου, γνωρίζει ο πνευματικός πότε είναι καιρός να πάρεις μέσα σου τον Χριστό. Εξάλλου το θέμα είναι η σχέση με τον Χριστό και να αναφορά της ζωής μας σε εκείνον κάθε λεπτό και κάθε στιγμή και όχι απλά να κοινωνήσουμε επειδή είναι μια μεγάλη εορτή για το καλό όταν η καρδιά μας δεν έχει το κατάλληλο πνευματικό έδαφος υποδοχής.
Η αγάπη προς τον Θεό φιλοτιμεί τον πιστό να μην πληγώσει τον φιλάνθρωπο Πατέρα του. Και ταυτοχρόνως θεραπεύει τις πληγές των παλαιοτέρων τραυμάτων της αμαρτίας: Ας μη περιφρονούμε, λοιπόν, το φάρμακο των ψυχικών μας τραυμάτων. Διότι αυτό, η προς τον Θεό αγάπη μας, αυτό προ πάντων το φάρμακο θα μας θεραπεύσει τελείως, και θα εξαφανίσει τέλεια τα τραύματα των ψυχών μας, ώστε δε θα μείνει ούτε ίχνος, ούτε σημάδι του τραύματος».
π. Σπυρίδων Σκουτής
<>
Ο Κύριος έστειλε άγγελό Του για να τον ξυπνήσει και να τον ταρακουνήσει
Ἀναφέρει ὁ Δημήτριος Παναγόπουλος (+1982) ὁ ἱεροκήρυκας:
«Μιλοῦσα στό Ἅγ. Ὄρος πού εἶχα πάει προχθές μέ ἕνα μοναχό, ὁ ὁποῖος κατά οἱκονομία Κυρίου, ἦταν γνωστός μέ την οικογένεια Σαμαρᾶ. Μιᾶς οἰκογένειας που δραστηριοποιοῦνταν μέ τό ἐμπόριο στή Θεσ/νίκη καί εἶχαν μεγάλη οἰκονομική ἐπιφάνεια.
Αὐτός ὁ μοναχός βρέθηκε καί φιλοξενήθηκε ἕνα βράδυ στό σπίτι τους καί μέ ἀφορμή αὐτό τό γεγονός, εἶχε μιά συζήτησι μέ τόν οἰκογενειάρχη Σαμαρά, σχετικά μέ τό θέμα τῆς ἐξομολογήσεως.
—Θά τακτοποιηθῆ καί αὐτό, θά τακτοποιηθῆ καί αὐτό, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ κ. Σαμαρᾶ.
—Μά ἄμα φύγουμε ἀπόψε κ. Σαμαρά, τί θά γίνη;, τόν ρώτησε ὁ μοναχός. Νά ἐιδοποιήσω νά ἔρθη ὁ ἐξομολόγος ἀπόψε;
—Ὄχι, ὄχι, ἀλλά θά τό τακτοποιήσω τό θέμα αὐτό, θά τό τακτοποιήσω, ἦταν ἡ κλασική απάντησι τοῦ κ. Σαμαρᾶ
Ξημέρωσε, ἔφυγε ὁ μοναχός γιά τό Ὄρος καί τό ἀπογευματάκι γίνεται ἕνας σεισμός, μέ ἀποτέλεσμα νά σκοτωθῆ ἡ γυναῖκα του. Ἐκείνος καί τό παιδί του, ἀπουσίαζαν ἀπ᾽ τό σπίτι.
Ὅμως μπῆκαν μέσα στό μισογκρεμισμένο σπίτι τους, γιά νά πάρουν τήν τσάντα μέ τά λεφτά πού εἶχαν φυλαγμένα ἐκεῖ, ἀλλά καταπλακώθηκαν ἀπ᾽ τά ἐρείπια καί βρῆκαν καί οἱ δυό τους τραγικό θάνατο.
Ἔτσι ξεκληρίστηκε ἡ οικογένεια Σαμαρά, πού τήν παραμονή τοῦ σεισμοῦ, ὁ Κύριος ἔστειλε ἄγγελό Του, γιά νά τόν ξυπνήση καί νά τον ταρακουνήση.
Ἐκείνος ὅμως ἀπεμπόλησε καί τήν τελευταία εὐκαιρία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀναβάλλοντας μία ἐξομολόγησι πού δέν ἔγινε ποτέ...».
(Σαλπίσματα ἀληθείας - ψυχοφελεῖς δημοσιεύσεις, facebook.com)
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Διοκλείας Κάλλιστος Ware: «Θυμᾶμαι μιά περίπτωσι. Στή ρωσική Μονή τοῦ Λονδίνου, τήν ὁποία ἐπισκεπτόμουν συχνά ὡς λαϊκός, ὑπῆρχε ἕνας σεβαστός ἱερέας, ὁ π. Ἰωάννης... Ἦταν πάντοτε ἐξαιρετικά λακωνικός. Ὁ ἴδιος ἀρκοῦνταν νά προσφέρη μονάχα λίγες λέξεις συμβουλευτικές. Κάποια μέρα, μία γυναῖκα πού ἐρχόταν συχνά γιά ἐξομολόγησι τοῦ διηγήθηκε μέ λεπτομέρειες γιά ἕνα καβγά πού εἶχε μέ τόν ἄνδρα της.
—Μοῦ εἶπε αὐτό καί ἐγώ τοῦ εἶπα ἐκεῖνο, καί τοῦ εἶπα ὅτι ἔκανε λάθος καί αὐτό καί ἐκεῖνο...
Μόλις τελεώσε, ὁ π. Ἰωάννης τήν κοίταξε καί τῆς εἶπε:
—Καί ὅλα αὐτά σέ βοήθησαν;
Στή συνέχεια τῆς ἔδωσε ἄφεσι ἁμαρτιῶν.
Οἱ πέντε αὐτές λέξεις τῆς ἄλλαξαν τή ζωή. Συνειδητοποίησε ξαφνικά πόσο ἀνώφελο ἦταν νά μαλώνουν ὄλη τήν ὥρα, προσπαθώντας πάντοτε νά μήν ἀφήση τίποτε ἀναπάντητο, θέλοντας πάντα νά ἔχη τόν τελευταῖο λόγο. Καί ξαφνικά σκέφτηκε:
—Δέν χρειάζεται νά εἶναι ἔτσι.
Σταμάτησε νά συμπεριφέρεται ἔτσι καί ἄλλαξε. Ἦταν ἐκείνη ἡ ἁπλή κουβέντα τοῦ ἱερέα, μέ τή μορφή τῆς ἐρωτήσεως, πού τήν ὁδήγησε στήν ἀλλαγή»(ΕΙ, 64).
<>
«Ἕνας ἱερέας πῆγε στό super market.
Ὅταν ἅπλωσε τά ψώνια στό ταμεῖο, ἄκουσε πίσω του ἕνα λόγο μέ τό ἐξῆς περιεχόμενο:
—Ὤ, κοίτα, ὁ παπᾶς ἔχει κερδίσει τόσα πολλά γιά τόν ἑαυτό του... Διδάσκει τόν κόσμο γιά τή φτώχεια, ἀλλά ἔχει κερδίσει γιά τόν ἑαυτό του. Γιά νά ὑπερφάει! Τί κοιλιά ἔχει...
Ἦταν ἡ φωνή μιᾶς 50χρονης γυναίκας πού δέν ἠρέμησε καί ἀποφάσισε νά περάση στήν ἐπίθεσι:
—Λοιπόν, πῆρες λίγα γιά τόν ἑαυτό σου;, ρώτησε σαρκαστικά ἡ γυναἶκα.
—Λοιπόν, τά πῆρα, ἀπάντησε ὁ ἱερέας.
—Μᾶλλον γιά ἕνα μῆνα;
—Ὄχι, ἀγαπητή γυναῖκα, νομίζω ὅτι μπορῶ νά τό φάω σέ δύο μέρες.
—Ναί, εἶναι ξεκάθαρο ἀπ᾽ τήν κοιλιά σου ὅτι σίγουρα μπορεῖς νά τό διαχειριστῆς!
—Σωστά προσέξατε, ἡ κοιλιά μου εἶναι ἡ καταδίκη μου. Δέν μπορῶ παρά νά σκεφτῶ τό φαγητό.
—Καί βάζω καί τυρί καί ζαμπόν στό καρότσι μου, λίγο πιό γρήγορα!
—Λοιπόν, καλά, ὑπάρχει μιά τέτοια ἁμαρτία.
—Σωστά αὐτά πού λένε γιά σένα... καί κυκλοφορεῖς καί μέ Mercedes!
—Ὑπάρχει ἕνα πρόβλημα μέ αὐτό... ἔχω ἤδη ἕνα Mercedes, ἀλλά θέλω κάτι πιο σοβαρό. Ὀνειρεύομαι μιά Cadillac, ἀλλά ὅλα πᾶνε πρός τό φαγητό, γιατί πρέπει νά ταΐσω τήν κοιλιά μου...
—Οὔου, οὔα! Ἐντάξει, τουλάχιστον τό παραδέχεσαι! Ὀνειρεύεται τό Koniak! Eἶναι δυνατόν νά μήν μπορῆτε νά ζήσετε χωρίς νά πιῆτε;
—Λοιπόν, τί θά μπορούσαμε νά κάνουμε χωρίς αὐτό; Τώρα θά βγάλω τό ράσο μου καί θά τρέξω στόν πάγκο γιά μπύρα γιά νά μήν μέ δῆ κανείς.
—Ναί... οὔτε ντροπή, οὔτε συνείδησι! Αὐτό ἀκριβῶς λένε γιά σένα!
—Ἀκριβώς, ἀλλά όχι ἀκριβῶς. Ἄν ἤξεραν καλύτερα, θά ἔλεγαν ἀκόμα χειρότερα.
—Χά! Καί γενικά, μετά ἀπό αὐτό, γιατί νά ὀνομάσω τίς ἁμαρτίες μου μπροστά σέ ἀνθρώπους σάν ἐσένα;
—Ὄχι, δέν πρέπει, μήν ἀνησυχεῖς, ἀπάντησε ἤρεμα ὁ ἱερέας, βάζοντας τά πράγματα σέ σακούλες.
Καί τότε ἡ γυναῖκα σώπασε. Ἄν καί τό πρόσωπό της δέν ἄλλαξε, ἦταν ξεκάθαρο ὅτι εἶχε μιλήσει πλήρως καί εἶχε λάβει κάποια ἱκανοποίησι. Ξαφνικά ἐπικράτησε μιά ἠρεμία. Καί τότε ὁ ἱερέας πῆγε στήν ἐπίθεσι.
—Ἐσύ, σάν μητέρα, νιώθεις καλύτερα;
Ὅμως ἡ γυναίκα δέν ἀπάντησε. Στήν πραγματικότητα ἔνιωθε καλύτερα σέ κάποιο βαθμό, ἀλλά φοβόταν νά τό παραδεχτῆ δυνατά. Ὅπως εἴπε ἀργότερα αὐτή ἡ γυναῖκα, ἐκεῖνη τή στιγμή, πρός ἔκπληξί της, ἀνακάλυψε ἕνα ἄγνωστο μέχρι τώρα πράγμα: ἀποδεικνύεται ὅτι ἀκόμη καί ἀπό ἔναν ἱερέα πού τρώει ὑπερβολικά καί ὁδηγεῖ μιά Mercedes, μπορεῖς νά πάρης παρηγοριά!
Ὅμως, ἡ ἀνακούφισι δέν κράτησε πολύ. Ὅταν αὐτή ἡ ὡραία γυναῖκα ἔφυγε ἀπ᾽ τό κατάστημα, εἶδε μέ ἔκπληξι ὅτι ὁ ἱερέας περπατοῦσε πρός τό VAZ 2104 Mercedes του μέ ἄδεια χέρια.
Στήν ἀρχή δέν κατάλαβε ποιό ἦταν τό κόλπο, γιατί ὁ ἱερέας ἔφευγε ἀπ᾽ τό super market μέ τέσσερεις σακούλες. Ὅμως, κοιτάζοντας πίσω, εἶδε τέσσερεις ἄστεγους νά ἐξετάζουν χαρούμενα τό περιεχόμενο τῶν πακέτων πού εἶχαν στά χέρια τους...
Ἐδῶ, ἡ “παρηγοριά” τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀλήθειας τῆς 50χρονης καταπατήθηκε ἀπό ἕνα ἀκατανόητο καί σχεδόν ξεχασμένο συναίσθημα πού ξέσπασε ἀπό κάπου στό ὑπόγειο τῆς ψυχῆς της.
Ἡ γυναῖκα πάγωσε, κοιτάζοντας τά χαρούμενα πρόσωπα τῶν ἀστέγων. Μέσα της συναντήθηκαν ταυτόχρονα ἀντικρουόμενα συναισθήματα ἐνοχῆς, παρεξηγήσεως, χαρᾶς καί αὐτομαρτυρίας, πού μαζί ἔγιναν ὁ πρόδρομος τῆς μετανοίας τοῦ ἀναζητητῆ τῆς ἀληθείας.
Καί ἐκεῖνη τή στιγμή, ἡ γυναῖκα ἔκανε μιά ἄλλη ἀνακάλυψι γιά τόν ἑαυτό της: Ἡ ἀληθινή παρηγοριά, σέ ἀντίθεσι μέ τήν ἱκανοποίησι μέ τήν κατάκρισι τῶν ἄλλων, γεννᾶ δάκρυα μετανοίας καί ἀγγίζει τήν καρδιά.
... Πέρασαν ἤδη 7 χρόνια.
Καί τώρα ὁ ἱερέας τῆς ἐνορίας, ὁ π. Βίκτωρ, καί ἡ Βαλεντίνα Τιμοφέβνα, θυμοῦνται μέ χαμόγελο τήν ἱστορία τῆς γνωριμίας τους στό super market.
Ἄνθρωποι, νά εἶστε ἐλεήμοντες»(http://apantaortodoxias.blogspot.com/2023/10/blog-post_99.html).
<>
π. Ἐλπίδιος Βαγιανάκης: «Ἕνας νέος πῆγε μέ βαριά καρδιά στόν Πνευματικό του κι ἐξομολογήθηκε:
—Ὁ λογισμός μέ βασανίζει Γέροντα, νά ἐγκαταλείψω τόν ἀγῶνα, ἀφοῦ καί ὕστερα ἀπ᾽ τήν ἐπιστροφή μου στό Χριστό καί τήν μετάνοιά μου, δέν μπορῶ ἀκόμα νά βγάλω ἀπό πάνω μου ὅλες τίς ἀδυναμίες.
—Μοῦ θυμίζεις, μέ αὐτά τά ὁποῖα λές, κάτι πού συνέβη πρίν κάμποσο καιρό σ᾽ ἕνα φίλο ἀγρότη, εἶπε ὁ Πνευματικός. Ἔλα, κάθισε ἐδώ κοντά, παιδί μου, νά σοῦ διηγηθῶ τή μικρή μου ἱστορία.
Ὁ νέος ἄκουγε πάντοτε μ᾽ ἐνδιαφέρον τά χαριτωμένα αὐτοσχέδια ἀνέκδοτα τοῦ ἀγαθοῦ Γέροντα:
“Ὁ φίλος μου πού λές, εἶχε ἕνα χωράφι στήν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, πού εἶχε μείνει χρόνια ἀκαλλιέργητο καί ἦταν πιά γεμάτο ἀγκάθια καί τριβόλια. Μιά καλή χρονιά, ὅμως, σκέφτηκε νά τό σπείρη. Ἀλλά ἔπρεπε πρῶτα νά καθαριστῆ. Ἔστειλε, λοιπόν, τό μεγάλο του γυιό νά κάνη τή δουλειά αὐτή. Μά, σάν εἶδε τό παλικάρι τά πελώρια ἀγκάθια καί τά ἀγριοβότανα, ἔπεσε σέ ἀπελπισία.
—Δέν γίνεται νά φτιάξη ποτέ τούτο τό χωράφι, ἔλεγε καί ξανάλεγε στόν ἑαυτό του. Πῶς νά ξεριζώσω τόσα ἀγριόχορτα;
Ἔτσι, ἔπεισε γιά τά καλά τόν ἑαυτό του πώς ἦταν ἀδύνατον νά γίνη ἡ δουλειά. Ξάπλωσε κάτω ἀπό ἕνα θάμνο καί κοιμήθηκε. Σάν ξύπνησε ἦταν πιά μεσημέρι. Ἔριξε τό νυσταγμένο βλέμμα του στήν ἀγριάδα καί τρόμαξε. Ἔμεινε καρφωμένος στή θέσι του ὡς τό βράδυ χωρίς νά κάνη τίποτε. Τό ἴδιο καί τήν ἄλλη μέρα, καί τήν τρίτη... Χασμουριόταν, στριφογύριζε μέ τεμπελιά, ἔπεφτε στόν ὕπνο, ξύπναγε καί μόνο δουλειά δέν ἀποφάσιζε νά κάνη.
—Τίποτε δέν ἔκανες τόσες μέρες, τοῦ εἴπε θυμωμένος ὁ πατέρας του, σάν πῆγε καί εἶδε πώς ὁ γυιός του δέν ἔβγαλε οὔτε ἕνα ἀγκάθι.
—Βαραίνει ἡ ψυχή μου πατέρα, ὅταν γυρίζω καί βλέπω πόση δουλειά μέ περιμένει καί δέν μπορῶ νά πάρω ἀπόφασι ν᾽ ἀρχίσω.
—Ἄν κάθε μέρα παιδί μου, καθάριζες τόση γῆ ὅση πιάνεις μέ τό μπόι σου σάν ξαπλώνεις καί κοιμᾶσαι, θά κόντευες τώρα νά τελειώσης.
Ντροπιασμένος γιά τήν τεμπελιά του ὁ γυιός, ἔβαλε ἀμέσως σέ πράξι τή συμβουλή τοῦ πατέρα του. Σέ λίγο εἶδε μέ τά μάτια του, πώς δέν ἦταν ἀκατόρθωτο νά καθαρίση τό χέρσο χωράφι.
Μιμήσου τόν κι ἐσύ παιδί μου κι ὅταν ξανάρθης, θά μοῦ πῆς ἄν στ᾽ ἀλήθεια εἶναι τόσο δύσκολο νά ξεριζώσης μέ ὑπομονή τά πάθη τῆς ψυχῆς σου.
Ὁ νέος ἔφυγε μέ καινούργια δύναμι ἀπ᾽ τήν ἐξομολόγησι, ἀποφασισμένος νά συνεχίση τόν καλό ἀγώνα!”»(https://orthodoxoiorizontes.gr/Theologika_keimena/P.Elpidios_Bagianakhs/Istories_metanoias.htm).
<>
Μικρά παιδιά με τόσο μεγάλες ψυχές.
Φέτος το καλοκαίρι πολλά παιδιά που ήρθαν στις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεώς μας πέρασαν από το πετραχήλι μου. Μερικά για πρώτη φορά εξομολογήθηκαν. Το καθένα με την δική του ιστορία, με τις δικές του απορίες, με την δική μετάνοια.
Μερικά όμως παιδιά είχανε τέτοια συναίσθηση του Μυστηρίου που πραγματικά διδάχτηκα και συγκινήθηκα.
------------------------------
Πως να ξεχάσω το μικρό εκείνο αγόρι που κάθισε στην καρέκλα, δίπλα μου, κάτω από την βελανιδιά και άρχισε χωρίς δικαιολογίες να ομολογεί τα δικά του λάθη, τις ελλείψεις του, την αγωνία του να γίνει του Χριστού χωρίς να αναφερθεί σε λάθη άλλων. Αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη της ζωής του, των επιλογών του. Να μου μιλά τόσο συγκροτημένα, τόσο ξεκάθαρα και ταπεινά που θαύμασα το ήθος του παιδιού αυτού, την σκέψη του, την μετάνοιά του.
------------------------------
Πώς να ξεχάσω το μικρό εκείνο κορίτσι που μετά από την εξομολόγησή της άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Θέλω κάτι τελευταίο να σας πω πάτερ", μου είπε μέσα στα δάκρυα. Πάγωσα. Σκέφτηκα ότι τώρα, για το τέλος, είχε αφήσει αυτό το σημαντικό που ήθελε να μου πει. Νόμιζα ότι θα μου αναφέρει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Το κοριτσάκι έκλαιγε. Την άφησα να ξεθυμάνει. Όταν ηρέμησε, με το βλέμμα σκυμμένο, άνοιξε το ευλογημένο της στόμα "πάτερ...πρέπει να το πω, προσπαθώ αλλα...δεν έχω αγάπη για τον Θεό, δεν Τον ευχαριστώ όσο θα έπρεπε για όλα όσα μου έχει χαρίσει...παλαιότερα Τον αγαπούσα πιο πολύ, πιο έντονα...". Δεν μπορούσα να πιστέψω τι άκουγα. Είχα μπροστά μου ένα κοριτσάκι που μόλις άρχισε το γυμνάσιο κι όμως είχε εμβαθύνει τόσο πολύ στα πνευματικά. Έκλαιγε όχι γιατί κάτι "στράβωσε" στην ζωή της, όχι γιατί κάποιοι την αδίκησαν, όχι γιατί έψαχνε την δικαίωση, αλλά διότι ένιωθε ότι είναι αχάριστη απέναντι στο Φιλάνθρωπο Θεό. Τι ταπείνωση και απλότητα ήταν αυτή! Δεν την συναντάς εύκολα τέτοια πνευματική εργασία ούτε ακόμα και σε μοναχούς και μοναχές.
Και εγώ ο ταλαίπωρος δεν άντεξα, λύγισα. Πώς να μην λυγίσεις μπροστά σ'αυτό το κάλλος; Αν άνοιγα το στόμα μου θα πνιγόταν οι λέξεις μέσα στα κλάματα. Εκείνη την στιγμή ένιωσα μια απίστευτη ιερότητα, μια πρωτόγνωρη κατάνυξη. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που αγωνιούσε τόσο πολύ για την σχέση του με τον Θεό που έκλαιγε. Έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια. Έκλαιγε και ζητούσε παρηγοριά. Τελικά τη είπα κάποια πράγματα. Λίγο ειρήνευσε αλλά τα μάτια της είχανε ακόμα εκείνη την ιερή αγωνία να αγαπήσει τον Χριστό με όλο της το είναι, με όλη της την ύπαρξη. Της διάβασα την συγχωρητική ευχή. Σηκώθηκε παίρνοντας μια ανάσα βαθιά. Της χαμογέλασα και μου χαμογέλασε. Άρχισε να απομακρύνεται και ένιωσα ότι φεύγει μακρυά μου κάποιος άνθρωπος του Θεού.
------------------------------
Τι φοβερό; Μικρά παιδιά με τόσο μεγάλες ψυχές, τόσο εκλεπτυσμένη συνείδηση, τόσο βάθος πνευματικό.
Μετά από εκείνη την εξομολόγηση θυμάμαι έκανα ένα διάλειμμα. Δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι απλά. Έπρεπε να σταθώ για λίγο μόνος για να πω στο Θεό "Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι αυτοί που δεν συμβιβάζονται με κάτι λίγο από Εσένα. Σ' ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι οι Άγιοι".
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Δημήτριος Παναγόπουλος ὁ ἱεροκήρυκας: «Ἐφόσον ἄνθρωπε θά συναντηθῆς κάποτε μέ τό Χριστό καί θά σέ κρίνη, τί τά κρύβεις τά ἁμαρτήματά σου; Γιατί δέν πᾶς ἀπό τώρα στό ἐξομολογητήριο καί νά παραδεχτῆς, ὅτι τά ἔκανες; Γιατί δέν πᾶς νά πῆς:
—Ἐγώ φταίω, δικό μου τό τραῦμα, δικιά μου ἡ πληγή! Ἐγώ πῆγα σέ αὐτή, ἐγώ πῆγα σέ αὐτόν! Ἐγώ ἤθελα νά ἀκούσω! Ἐγώ φταίω Κύριε! Οὔτε ὁ διάβολος φταίει, διότι ἐγώ μάζεψα τά φρύγανα, ὁ σατανᾶς ἀπλῶς ἔβαλε φωτιά. Ἐγώ τοῦ ἔδωσα τό δικαίωμα...
Γιατί λοιπόν δέν πᾶς, ἐφόσον εἶσαι βέβαιος, ὅτι θά σέ συγχωρέση ὁ Χριστός; Καί ἄν εἶναι κόκκινα, σοῦ λέει, θά σοῦ τά κάνω λευκά καί ἄν εἶναι μαῦρα, θά σοῦ τά κάνω σάν τό χιόνι. Ἐδῶ, ὅμως, σέ αὐτό τό δικαστήριο ὄχι στό ἄλλο τό Οὐράνιο. Χαρά στόν ἄνθρωπο πού θά κριθῆ μέ τό Χριστό ἐδῶ, στό ἐπίγειο δικαστήριο καί ὄχι στό Οὐράνιο. Διότι λέει ὁ Χριστός:
—Ἔλα νά παραδεχτῆς, ὅτι σάν ἄνθρωπος ἁμάρτησες καί ἐγώ νά σοῦ τά συγχωρήσω. Διότι ἄν δέν θελήσης νά δικαστῆς ἐδώ μαζί μου, πού μόνο συγχωρῶ καί δέν δικάζω καί βγάζω ὅλες τίς ἀποφάσεις μου ἀθωωτικές, θά σέ δικάσω ἐκεῖ, τήν ἡμέρα ἐκεῖνη...
Ποῦ εἶναι ἡ λογική μας; Ποῦ εἶναι ἡ ἐξυπνάδα μας; Ποῦ εἶναι ἡ πρόοδός μας;».
<>
«—Τί ἀνοησίες εἶναι αὐτές, πού πηγαίνετε σέ ἕνα τράγο νά πῆτε τί ἔχετε καμωμένα; Αὐτά εἶναι βλακεῖες.
—Μά, κυρ Λουχία, ἀπαντᾶ ἕνας Ρουμελιώτης στρατιώτης, ἡμεῖς ἰδῶ ἴδαμι θᾶμμα μί τά μάτια μας κι λές νά μή πιστέψουμι. Ἰδῶ τραίνου, πατάει τ᾽ νάρκα κι᾽ τοῦ καν᾽ χίλια-δυό κουμμάτια, κι θά γλύτουνι ὁ γερόπαπας [ὁ ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος Βαλοδῆμος]; Μέ τό συμπάθειο κι᾽ ὅλας, ἀλλά δέν εἶνι καλά πράμματα αὐτά π᾽ λές.
—Τί θαῦμα, μωρέ, ἡλίθιοι, μοῦ τσαμπουνᾶτε. Αὐτό ἦταν ἕνα τυχαῖο γεγονός, τό ὁποῖο ἐξηγεῖται φυσικῶς. Ἁπλουστάτα. Πατήθηκε ἡ νάρκη καί τά ἀέρια μέ τά βλήματα διέφυγαν πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνσι καί τυχαίως δέν τόν ἔθιξε κανένα. Τό πήρατε τώρα καί τό ἐπαναλαμβάνετε “θαῦμα!... θαῦμα!...” καί κάνετε σάν γυναικοῦλες ὑστερικές. Ποῦ βρήκατε τό θαῦμα; Τί ὑστερίες εἶναι αὐτές; Ντροπή σας...
Αὐτά ἔφθασαν καί στά ἀφτιά τοῦ π. Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος πῆγε καί τοῦ εἶπε:
—Παιδί μου, μή τά λές αὐτά. Δέν κάνει. Ἔλα καί σύ νά ἐξομολογηθῆς, νά γίνης ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, νά σέ φυλάξη ὁ Θεός κάι νά πᾶς στό σπίτι σου.
Ἐκεῖνος δέν καταδέχτηκε νά τοῦ δώση κἄν ἀπάντησι καί προσοχή, παρά μόνο τόν κοίταξε μέ ἕνα περιφρονητικό βλέμμα. Κατόπιν πῆρε ἀγγαρία μερικούς ἄνδρες καί πῆγε πιό πέρα στό δάσος, γιά νά κόψουν ξύλα. (Ἦταν εἴπαμε λοχίας). Ἐκεῖ, ὅμως, πάτησε καί αὐτός νάρκη. Τόν τίναξε στόν ἀέρα καί τόν ἔκανε κομμάτια! Αὐτόν μόνο καί κανένα ἄλλο!
Τόν δυστυχῆ! Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε εὐκαιρία νά μετανοήση, ἀλλά αὐτός, πονηρός καί διεστραμμένος, ἀδιόρθωτος ἔμεινε ὁ δόλιος. Περιττό εἶναι νά σημειωθῆ, ὅτι ἔπειτα ἀπό αὐτό, φόβος καί τρόμος κατέλαβε ὅλους κάι κανένας ἀπ᾽ τούς στρατιῶτες δέν ἔμεινε ἀνεξομολόγητος»(ΑΧ, 42).
<>
«Ἦταν κατάκοιτος καί ἄρρωστος βαρειά [ὁ ὅσιος ΓέρονταςἸάκωβος Βαλοδῆμος]. Περίμεναν οἱ γύρω του νά πεθάνη. Ἦταν Μ. Παρασκευή. Εἶχε σφοδρή ἐπιθυμία νά σηκωθῆ καί νά πάη στήν Ἐκκλησία. Οἱ πάντες τόν ἀπέτρεπαν. Τοῦ ἔλεγαν, ὅτι θά ἦταν παράτολμο καί ἐπικίνδυνο. Αὐτός, ὅμως, συρόμενος πῆγε. Προσευχήθηκε στόν Ἐσταυρωμένο μέ πίστι καί —ὤ τοῦ θαύματος— ἔγινε καλά.
Ἐπέστρεψε μετά τήν Ἀκολουθία ὑγιής. Θαύμαζαν ὅλοι γιά τό θαῦμα. “Δέν πεθαίνω, εἶπε, ἀκόμη. Μέ ἀφήνει ὁ Θεός, γιά νά ξυπνῶ καμμιά ψυχή ἐδῶ ἐπάνω”. Καί πράγματι πολλές ψυχές ξυπνοῦσε μέ τήν ἐξομολόγησι καί τήν νουθεσία»(ΧΒ, 56).
<>
«Κάποια ἡμέρα [ὁ ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος Βαλοδῆμος] ἐπέστρεφε ἀπ᾽ τό χωριό Σουδενά, πού λειτουργοῦσε, στό Μοναστηράκι του, πού ἀπεῖχε δύο ὧρες περίπου. Στόν ἐρημικό ἐκεῖνο δρόμο βαδίζοντας προσευχόταν νοερῶς, ὅπως συνήθιζε πάντοτε. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός κατώρθωνε νά ἔχη σέ ἐφαρμογή τό “ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε”.
Ἐντωμεταξύ ἄνδρες τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ ναρκοθέτησαν ἕνα σημεῖο τοῦ δρόμου. Κατέλαβαν ἀκολούθως τό ὕψωμα καί παρακολουθοῦσαν, μήπως περάση κανείς συμμορίτης. Ξαφνικά βλέπουν νά ξεπροβάλη ἀνύποπτος ὁ π. Ἰάκωβος στό ναρκοθετημένο σημεῖο τοῦ δρόμου. Μπήχνουν τίς φωνές γιά νά τόν προλάβουν:
—Παππούλη... Παππούλη...
Ἀλλά ὥσπου νά ἀκούση ὁ π. Ἰακωβος —ἦταν ἄλλωστε προσηλωμένος στήν προσευχή— τήν πάτησε τή νάρκη. Ἐξερράγη μέ δαιμονιώδη κρότο. Ἐβούϊξαν οἱ πλαγιές καί τά φαράγγια καί σύννεφα κονιορτοῦ σηκώθηκαν. Λές καί ἐξερράγη κάποια ἀπ᾽ τίς φιάλες τῆς Ἀποκαλύψεως.
—Πάει ὁ φουκαράς ὀ Παππούλης, λένε οἱ στρατιώτες καί τρέχουν στόν τόπο τοῦ δυστυχήματος.
Καί τί βλέπουν; Τρίβουν τά μάτια τους. Δέν μποροῦν νά τό πιστέψουν. Βλέπουν τόν π. Ἰάκωβο ἄσπρο ἀπ᾽ τή σκόνη σάν μυλωνά, νά τινάζη τά ράσα του, χωρίς νά ἔχη πάθη τίποτε καθοκληρία. Δέν μποροῦν νά συνέλθουν ἀπ᾽ τήν ἔκπληξί τους.
—Καί δέν ἔπαθες, Παππούλη τίποτε!, ρωτοῦν μέ θαυμασμό.
—Πῶς νά πάθω, παιδιά μου; Ἀφήνει ὁ Θεός νά πάθουμε τίποτε, ἀφοῦ ἔλεγα τήν προσευχή μου; Καί σᾶς δέν θά σᾶς ἀφήση ὁ Θεός νά πάθετε τίποτε. Θά σᾶς φυλάξη νά γυρίσετε στά σπίτια σας. Μονάχα νά πηγαίνετε μέ τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Νά καθήσω, παιδιά μου, νά ἐξομολογηθῆτε, καί μεθαύριο νά σᾶς λειτουργήσω νά κοινωνήσετε;
—Ναί, παππούλη, ἀπάντησαν ὅλοι τους μέ ἕνα στόμα συνεπαρμένοι ἀπ᾽ τό θαῦμα.
Ἡ εὐκαιρία ἦταν μοναδική νά κερδιθοῦν οἱ ψυχές αὐτές καί ὀ ἄξιος λευΐτης, πού ἐνδιαφερόταν μόνο γιά νά σωθοῦν ψυχές, τήν ἐξεμεταλλεύθηκε. Σέ λίγο καθισμένος σέ μιά πέτρα κάτω ἀπό ἕνα δέντρο φορώντας τό ἐπιτραχήλι του, μέσα στό κρύο τοῦ χειμῶνα, τούς ἐξομολογοῦσε ἕνα-ἕνα. “Οὕτως ἐκαθέζετο” καί ὁ Κύριος παρά τό φρέαρ τῆς Σιχάρ κάι ἐξομολογοῦσε μιά ἁμαρτωλή»(ΧΒ, 40).
<>
Η ευθύνη του πνευματικού πατρός και η ευθύνη του πνευματικού τέκνου.
"Εάν ο πνευματικός δεν είναι έτοιμος να πάει και στην κόλαση για τα πνευματικά του τέκνα τότε δεν είναι καλός πνευματικός".
Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
---------------------
Ο Άγιος εδώ μας υποδεικνύει το μέγεθος της ευθύνης που φέρει ο πνευματικός πατέρας ο οποίος δεν πρέπει να λογαριάζει τίποτα μπροστά στην πνευματική προστασία και ασφάλεια που καλείται να προσφέρει στις ψυχές που εμπιστεύτηκαν το πετραχήλι του.
---------------------
Όμως να μου επιτραπεί να συμπληρώσω και κάτι. Ο πνευματικός μπορεί να μάχεται καθημερινά για τα πνευματικά του τέκνα. Να τα νουθετεί, να ξαγρυπνά γι'αυτά προσευχόμενος, να τα παρατηρεί έτοιμος να προστρέξει για βοήθεια και στήριξη. Υπάρχει όμως και ευθύνη από μεριάς των πνευματικών τέκνων που καλούνται -εάν θέλουν να προκόψουν πνευματικά- να ακούνε τον πνευματικό τους πατέρα, να αφουγκράζονται την αγωνία του, ν' αποδέχονται τις συμβουλές του· γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα να έχουνε κάποιον πνευματικό πατέρα έαν τον απαξιώνουν και δεν βγαίνουν από το δικό τους.
---------------------
Γι'αυτό και να μου επιτραπεί να πω ότι ο καλός πνευματικός όντως καλείται να είναι έτοιμος ακόμα και στην "κόλαση" να πάει για χάρη των τέκνων του, αλλά δεν ξέρω κατα πόσο είναι καλό και επαινετό αυτό για τα τέκνα του· το να προσφέρουν δηλαδή μια "κόλαση" στον πατέρα τους...
---------------------
Ο πνευματικός με το θυσιαστικό του φρόνημα, με την υπομονή του, με την αγάπη του, με την "κόλαση" που του προσφέρεται προοδεύει πνευματικά και θα σωθεί μέσα στις αυλές του Παραδείσου, όμως τα πνευματικά τέκνα που δεν υπολογίζουν όλες αυτές τις θυσίες του πνευματικού τους πατρός, που δεν λογαριάζουν τις συμβουλές τους, που δεν γίνονται μέτοχοι της κοινής αγωνίας που πρέπει να έχουν για την σωτηρία τους, τελικά "αγιάζουν" τον πνευματικό τους όμως οι ίδιοι παραμένουν μέσα στην εμπάθεια.
---------------------
Το θέμα λοιπόν δεν είναι να "αγιάσουμε" τους πνευματικούς μας αλλά να αγιάσουμε όλοι μας. Κι αυτό μπορεί να γίνει όταν κάνουμε υπακοή σ' αυτά που μας λέγει ο πνευματικός μας πατέρας και ιατρός της ψυχής μας, που μόνοι μας επιλέξαμε ελεύθερα και συνειδητά. Έτσι και τον πνευματικό μας αναπαύουμε και θα ομολογήσει την υπακοή μας μπροστά στον Κύριο και θα αναλάβει πλήρως την ευθύνη όλων των ατελειών μας (αρκεί βεβαίως να κάνουμε κάποιον φιλότιμο αγώνα και να έχουμε καλή προαίρεση), αλλά και οι ίδιοι προοδεύουμε πνευματικά αγιαζόμενοι μέσα από το Μυστήριο της Εξομολογήσεως και της Θείας Ευχαριστίας.
Υ.Γ. Μην τα θελουμε όλα δικά μας! Ας αφήσουμε και κανέναν πνευματικό να μας αγιάσει! Μην θελουμε να τους "αγιάσουμε" όλους εμείς(με τις παραξενιές μας, τις ιδιοτροπίες μας και την εγωπάθειά μας)!
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Χρειάζεται πνευματικός οδηγός στην πνευματική ζωή
Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό , να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύωνται. Αν έχουν πνευματικό και βάλουν ένα πρόγραμμα με προσευχή και λίγη μελέτη, εκκλησιάζωνται , κοινωνούν , τότε δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν σ’ αυτήν την ζωή.
Η ψυχή πρέπει να παρακολουθήται από τον πνευματικό, για να μη λαθέψη τον δρόμο της. Μπορεί να βοηθάη στον αγώνα λ.χ. και η πνευματική μελέτη, αλλά, αν κανείς δεν έχη πνευματικό οδηγό, μπορή να δίνη δικές του ερμηνείες σ’ αυτά που διαβάζει, και να πλανηθή.
Βλέπεις, και όταν κάποιος πάη κάπου με το αυτοκίνητό του και δεν γνωρίζη καλά τον δρόμο, μπορεί να συμβουλεύεται τον χάρτη, αλλά σταματάει κιόλας και ρωτάει, για να μην πάρη λάθος δρόμο. Ξεκινάει, ας υποθέσουμε ,από την Αθήνα να πάη στην Φλώρινα. Έχει χάρτη και τον παρακολουθεί, αλλά ρωτάει και σε κανένα περίπτερο αν πηγαίνη καλά, αν ο δρόμος είναι καλός, γιατί σε καμμιά διασταύρωση υπάρχει κίνδυνος να πάρη άλλο δρόμο και να βρεθή στην Καβάλα ή σε κάποιον γκρεμό να κινδυνέψη να σκοτωθή. Φυσικά, μπορεί κάποιος να ρωτήση, αλλά να μην πάρη τον δρόμο που θα του πουν, και να βρεθή τελικά αλλού, ή να μην προσέξη τα επικίνδυνα σημεία , και να πάθη κακό. Όποιος όμως του δείξη τον δρόμο και συγχρόνως του πη: «Πρόσεξε ,στο τάδε σημείο έχει μια επικίνδυνη στροφή, εκεί έχει έναν γκρεμό…», εκείνος θα έχη τον μισθό του. Το ίδιο, θέλω να πω, πρέπει να γίνεται και στην πνευματική ζωή. Είναι απαραίτητο ο πιστός να έχη πνευματικό οδηγό που θα τον καθοδηγή με τις συμβουλές του και θα τον βοηθάη δια του μυστηρίου της εξομολογήσεως. Έτσι μόνον μπορεί να ζήσει ορθόδοξη πνευματική ζωή και να είναι σίγουρος ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.
Τον πνευματικό οδηγό φυσικά κανείς θα τον διαλέξη. Δεν θα εμπιστευθή στον οποιονδήποτε την ψυχή του. Όπως για την υγεία του σώματος ψάχνει να βρη καλό γιατρό, έτσι και για την υγεία της ψυχής του θα ψάξη να βρη κάποιον καλό πνευματικό και θα πηγαίνη σ’ αυτόν , τον γιατρό της ψυχής ,τακτικά.
Από το βιβλίο «Πνευματικός αγώνας »
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ’
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
<>
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994): Η εξομολόγηση λυτρώνει τον άνθρωπο
- Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;
- Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.
- Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;
- Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα, βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.
Έχουν απομακρυνθή οι άνθρωποι από το μυστήριο της εξομολογήσεως, γι' αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμμιά φορά;». «Όχι. Ήρθα να με κάνης καλά». «Μα πως; Πρέπει να μετανοήσης για τα σφάλματά σου, να εξομολογήσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς, όταν έχης ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνης καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για 'κεί;». «Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνης καλά». Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια». Εμ πως, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;
Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν , αλλά που βγαίνουν ... Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.
- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι' αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».
- Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία Χάρη και, όταν διαβάση την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο Καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω. «Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;». «Να βρης, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογήσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνης χάπια». «Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν». Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.
Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ' αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι.
- Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;
- Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξη τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνη με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.
Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι' αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθή ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε. Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβης τι πρέπει να κάνω γι' αυτό το θέμα, πες μου». «Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνης, τους λέω, δεν θα καταλάβης εσύ τι θα σου πω. Γι' αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθής και ύστερα έλα να συζητήσουμε». Γιατί, πώς να επικοινωνήσης και να συνεννοηθής με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;
Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;». «Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου». «Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;». «Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!» ...
<>
Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως
(ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» σελ. 165 ἐκδ. Παπαδημητρίου)
... Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅ-τι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ. Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα. Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.
Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστε-ρα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει. Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:
Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.
Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομο-λογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.
Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπα-γορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.
Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.
Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετρα-πλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας. Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».
Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν πνευματικό, τοῦ εἶπα:
«Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή; Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα; Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ; Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα. Ἀλλ’ ἀκόμη τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ; Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου; Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».
«Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐν-νοῶ μέ αὐτά πού εἶπα. Κοίταξε! Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου. Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέ-πληξαν»
Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω. Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:
«Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».
«Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πι-στοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλο-φροσύνη. Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτο-μερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου.
Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό. Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐ-τυχισμένος. Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλ-λίαση. Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐ-τόν, διά τῆς προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπα-στη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν. Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ. Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προ-σευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν. Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του. Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.
Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση. Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής. Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου. Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω. Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική πεῖνα τῆς ψυχῆς μου. Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό, ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.
Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους. Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν. Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του.
Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη. Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του. Ἀντι-θέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ. Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση. Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδια-φορίας. Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου.
Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη. Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκε-πτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα. Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα. Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;
Ὅταν μιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν. Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀ-ποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων. Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τή καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου. Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα. Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του.
Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆ-ταν δυνατό νά μέ ἀπο-τρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου. Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.
4. Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία. Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς. Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη, τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους. Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω; Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει. Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμπο-ροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου. Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα. Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία.
Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου. Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου. Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν; Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου. Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν. Ἐγώ ὅμως; Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ;
Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε! Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!». Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου. Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας: Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως. Ἡ ἔλλειψις αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος. Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς... Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας...
Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις. Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀν-θρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό... Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία.
<>
Ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας θεραπεύει δαιμονισμένη στον Καναδά και έπειτα εκείνη του ζητάει να εξομολογηθεί
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας:
“Είχα πάει στον Καναδά και εκεί μίλησα στην Ελληνική ομογένεια, για τον διάβολο, για το πώς μάς ξεγελά και μάς υποσκελίζει στην αμαρτία. Όταν τελείωσα την ομιλία και έφευγε ό κόσμος από το χώρο όπου έγινε ή ομιλία, ξαφνικά άρχισε να γίνεται ένας μεγάλος σαματάς. Ήρθαν κάποιες κυρίες τότε και με ενημέρωσαν ότι κάποια μεγαλοκυρία είχε δαιμονιστεί. Φώναζε και ούρλιαζε ή δαιμονισμένη λέγοντας λόγια για μένα:
Με φανέρωσε αυτός ό άνθρωπος, με έβγαλε στη φόρα. Τί γυρεύει εδώ στον Καναδά; Ήρθε να πάρει τούς δικούς μου, τούς οποίους είχα καλά δεμένους. Θα του κάνω κακό και θα τον εκδικηθώ και πολλά άλλα παρόμοια έλεγε ή δαιμονισμένη.
Την μετέφεραν σέ ένα δωμάτιο. Και μόλις λίγο ηρέμησε, πήγα και την συνάντησα. Είχε κλειστά τα μάτια και έτρεμε σαν το ψάρι. Κατά το χρέος μου άνοιξα το Ευχολόγιο, φόρεσα το πετραχήλι μου και της διάβασα τις ευχές του Μεγάλου Βασιλείου και όταν τελείωσα, άνοιξε τα μάτια, σταμάτησε να τρέμει και με λέει:
Πάτερ, θέλω να εξομολογηθώ! Πράγματι την εξομολόγησα. Ή κοπέλα αυτή είχε δαιμόνιο για πολλά χρόνια, αλλά δεν είχε εκδηλωθεί μέσα της. Κοινωνούσε, εκκλησιαζόταν κανονικά, αλλά δεν γνώριζε oτι ήταν δαιμονισμένη.
Με αφορμή όμως εκείνη την ομιλία πού είχα κάνει εκδηλώθηκε το δαιμόνιο πού είχε.
Πολλοί πού ήταν παρόντες στο σκηνικό με την δαιμονισμένη, ωφελήθηκαν πολύ και άνθρωποι πού δεν πίστευαν στα δαιμόνια και στον διάβολο, πίστεψαν στην ύπαρξη των πονηρών πνευμάτων από το περιστατικό αυτό.
Το περιστατικό απλώθηκε πολύ γρήγορα στην ευρύτερη περιοχή και με πήραν τηλέφωνο και από τις Η.Π.Α να πάω και εκεί στην ομογένεια να τούς μιλήσω και να τούς εξομολογήσω. Έτσι με τη Χάρη του Θεού πήγα και σέ εκείνους τούς ανθρώπους και βοηθήθηκαν και εκείνοι”.
Από το βιβλίο: Ο Θεός Είναι Μαζί μας, Εμείς Είμαστε Μαζί Του;, εκδ. Ορθόδοξη Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2015
<>
Εξομολογούμαι όχι για να κοινωνήσω, αλλά για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
Να ομολογείς την αμαρτία σου καθαρά χωρίς υπεκφυγές. Να ταπεινώνεσαι μέσα στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως αλλιώς δεν έχει νόημα να πας στον πνευματικό.
--------------------------
Να πας να κάνεις τί στην εξομολόγηση; Να δικαιωθείς; Να σου πει -ο πνευματικός- πόσο αδικημένος είσαι από την ζωή; Πόσα τραβάς από τους άλλους εσύ ο καημένος; Αν θέλεις να μιλήσεις στον ιερέα για να σε συμβουλεύσει για κάποιο θέμα ή πρόβλημα, για να σε στηρίξει στην δοκιμασία που περνάς μπορείς να το κάνεις εκτός εξομολόγησης.
--------------------------
Να πας στον πνευματικό με πνεύμα συναίσθησης των πτώσεών σου, να προσέλθεις με τόλμη και ανδρεία στην μετάνοια. Ο Κύριος τέτοια μετάνοια ευλογεί. Αντρίκια. Χωρίς μισόλογα, χωρίς δικαιολογίες. Χρειάζεται όμως απόφαση ν'αλλάξω ζωή.
--------------------------
Πολλοί άνθρωποι θα έρθουνε για να εξομολογηθούν -ειδικά όσο πλησιάζει το Πάσχα- όχι όμως επειδή μετανοιώνουν, όχι επειδή πήραν απόφαση να αλλάξουν ζωή, όχι επειδή θέλουν να καθαρθούν από τις αμαρτίες τους αλλά επειδή θέλουν να... κοινωνήσουν. Μα, εξομολογούμε όχι για να κοινωνήσω αλλά για να καθαρθώ από τις αμαρτίες μου και ο πνευματικός εάν κρίνει απαραίτητο να κοινωνήσω -για να με βοηθήσει ως φάρμακο η Θεία Κοινωνία για την πνευματική μου θεραπεία- θα μου το πει· μπορεί όμως να κρίνει ότι αντί για φάρμακο η Θεία Κοινωνία θα ενεργήσει μέσα μου ως φαρμάκι γι'αυτό και ίσως δεν με αφήσει να κονωνήσω.
--------------------------
Εξομολογούμαι όχι για να κοινωνήσω, αλλά για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου. Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό! Έρχονται για εξομολόγηση και αφού μου πούνε το όνομά τους οι άνθρωποι μετά αμέσως μου λένε "ήρθα πάτερ, γιατί θέλω να κοινωνήσω το Πάσχα...". Έλάχιστοι είναι αυτοί που θα πούνε "ήρθα για να ζητήσω συγχώρεση από τον Θεό, ήρθα γιατί αμάρτησα, ήρθα γιατί θέλω να καθαριστώ από τις αμαρτίες μου, οι οποίες είναι αυτές...".
--------------------------
Είναι λάθος να πλησιάζουμε το Μυστήριο της Εξομολογήσεως απλά ως μια "αναγκαστική προπαρασκευαστική διαδικασία" για να κοινωνήσουμε. Φυσικά και πριν την Θεία Κοινωνία χρειάζεται εξομολόγηση και η ευλογία του πνευματικού μας, όμως η εξομολόγηση είναι ένα ξεχωριστό Μυστήριο από την Θεία Λειτουργία. Γι'αυτό και η συμμετοχή μας στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως θα πρέπει να γίνεται για τους λόγους για τους οποίους υπάρχει αυτό το Μυστήριο. Και ο λόγος αυτός είναι η συγχώρεση των αμαρτίων μας, ο καθαρισμός μας από τις αμαρτίες μας, η απόφασή μας να αλλάξουμε ζωή και όχι να αλλάξουμε για λίγο τρόπο ζωής ίσα ίσα για να κοινωνήσουμε και μετά πάλι στα ίδια και χειρότερα...
--------------------------
Να πας να εξομολογηθείς λοιπόν για να αφήσεις το παρελθόν πίσω σου και να ατενίσεις το μέλλον σου μαζί με τον Χριστό ακολουθώντας την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, βάζοντας στην άκρη τις απόψεις σου περί Πίστεως και τις προσωπικές σου προσεγγίσεις σ' αυτά τα θέματα. Τα έχουνε πει οι Θεοφόροι Πατέρες μας όλα! Εάν θέλεις να μάθεις κάτσε και διάβασε τους Αγίους Πατέρες και μην ερμηνεύεις μόνος σου τα πράγματα όπως σε βολεύουν!
--------------------------
Χωρίς να είμαστε έτοιμοι να ταπεινωθούμε πάντα θα πλησιάζουμε την πνευματική ζωή ως μία ζωή εθίμων και παραδόσεων. Γι'αυτό θα σου το πω από τώρα: Μην πας να κοινωνήσεις μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα επειδή και μόνο είναι "Άγιες οι ημέρες εκείνες", επειδή συναισθηματικά συγκινήθηκες ή επειδή το έχεις "τάμα" να κοινωνάς την Μεγάλη Πέμπτη ή το Μεγάλο Σάββατο. Παίζεις με Πυρ που θα σε κατακαύσει.
--------------------------
"Άγιες ημέρες" δεν είναι απλά η Μεγάλη Εβδομάδα. Αγία ημέρα είναι η ημέρα που θα καταλάβεις και θα καταλάβω ότι ο Θεός ναι μεν μ'αγαπά και θέλει να με σώσει αλλά χρειάζεται και η δική μου ταπείνωση, μετάνοια αλλά και έργα μετανοίας δηλαδή όχι μόνο να αποφεύγω την αμαρτία αλλά και να καλλιεργώ την αρετή χωρίς να εξετάζω τί κάνουνε οι άλλοι.
--------------------------
Αυτή είναι Αγία ημέρα: η ημέρα που θα δούμε το χάλι μας και θα θελήσουμε συνειδητά, ελεύθερα, υπεύθυνα με τον τρόπο της Εκκλησίας (Μυστήριο Εξομολόγησης) να βάλουμε νέα αρχή στην ζωή...
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Λόγος περί εξομολογήσεως
Άγιος Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ της Ρουμανίας (+1998)
Ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας λέγει ότι: «Η εξομολόγησις των λογισμών στον Πνευματικό είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής και η ελπίς της σωτηρίας για όλους τους πιστούς»
Πατέρες και αδελφοί,
Ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά καθήκοντα των μοναχών αλλά και των λαϊκών χριστιανών, είναι η εξομολόγησις των αμαρτιών. Γι αυτό, όσα πρόκειται να είπω παρακάτω, θα έχουν σχέσι με αυτό το Μυστήριο.
Κατ’ αρχάς πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι όλοι οι άνθρωποι είμεθα αμαρτωλοί ενώπιον του Θεού, άλλοι περισσότερο και άλλοι ολιγώτερο. Αυτό μας το λέγει και η Αγία Γραφή ως εξής: «Τίς γάρ ων βροτός, ότι έσται άμεμπτος, ή ως εσόμενος δίκαιος γεννητός γυναικός;» (Ιώβ 15, 14), ενώ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει στην πρώτη του επιστολή στίχο 8 και 9 «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ούκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ούκ έστιν εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας».
Η εξομολόγησις για να είναι σωστή και ευάρεστος στον Θεό, πρέπει να έκπληροί τις έξης προϋποθέσεις:
1. Πρέπει να γίνεται ενώπιον του Πνευματικού.
2. Να είναι πλήρης. Δηλαδή να περιλαμβάνη όλα τα γενόμενα αμαρτήματα από τον εξομολογούμενο από την παιδική του ηλικία η από την τελευταία του εξομολόγησι και να μη αποκρύπτη τίποτε απ’ αυτά.
3. Να γίνεται με την θέλησή μας σύμφωνα με την Αγία Γραφή που λέγει: «Και εκ θελήματος μου εξομολογήσομαι αυτώ» (Ψαλμ. 21,7).
4. Να γίνεται με ταπείνωσι και συντριβή, όπως λέγει η Γραφή: «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ούκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. 50,18). 5
5. Να είναι άσπιλος, δηλαδή να μη ενοχοποιή άλλους ο εξομολογούμενος, ούτε τους άλλους ανθρώπους, ούτε κάποιο από τα κτίσματα του Θεού, ούτε ακόμη και τον διάβολο, αλλά μόνο τον εαυτό του να θεωρή ένοχο και υπεύθυνο για τις πράξεις του, όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Εάν θέλης να κατηγορήσης κάποιον, μόνο τον εαυτό σου να κατηγορήσης», ενώ ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει: Λέγε και μη εντρέπεσαι: «ιδικό μου είναι το πρήξιμο, πάτερ, ιδική μου είναι και η πληγή από την ακηδία μου έγινε το τάδε και το τάδε έργο και όχι από άλ¬λον. Κανείς δεν είναι ένοχος γι’ αυτό ούτε άνθρωπος, ούτε πνεύμα, ούτε σώμα, ούτε κάποιος άλλος, παρά η οκνηρία μου».
6. Πρέπει να είναι ειλικρινής, δηλαδή να λέγη την αλήθεια ο χριστιανός και μόνο αυτά τα οποία έκανε ο ίδιος χωρίς να φανερώνη ονόματα προσώπων με τα όποια έχουν σχέση οι αμαρτίες του. Ο Θεός αγαπά την αλήθεια, κατά την μαρτυρία της Γραφής που λέγει: «έστι γάρ αισχύνη επάγουσα αμαρτίαν, και έστιν αισχύνη δόξα και χάρις» (Σοφία Σειράχ 4, 21). Η εντροπή αυτή την οποία υπομένεις στην εξομολόγησι σε απαλλάσσει από την εντροπή εκείνη την οποία με αισθανθούμε όλοι οι άνθρωποι την φοβερά εκείνη ημέρα της Μελλούσης Κρίσεως, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον 4ο Λόγο του: «Δεν γίνεται παρά μόνο με την εντροπή να λυτρωθής από την αιωνία εντροπή».
7. Η εξομολόγησις να είναι αποφασιστική, δηλαδή να πάρουμε μία μεγάλη απόφασι ενώπιον του Πνευματικού ότι δεν με αμαρτήσουμε πλέον με την βοήθεια της θείας Χάριτος και μάλιστα, καλλίτερα χιλιάδες φορές να αποθάνουμε, παρά να αμαρτήσουμε με την θέληση μας. Όποιος δεν επήρε αυτή την απόφαση είναι με το ένα πόδι του στον Πνευματικό και με το άλλο στην αμαρτία. Μερικοί εξομολογούνται με το στόμα, ενώ με την καρδιά τους επιθυμούν πάλι την αμαρτία, ομοιάζοντες με τον σκύλο, ο όποιος επιστρέφει πάλι στο ίδιο ξέραμά του η με το χοίρο που, ενώ λούζεται και πλένεται, πάλι επιστρέφει μέσα στις λάσπες και κυλίεται.
Άλλοτε πάλι πολλοί πιστοί κάνουν την εξομολόγηση από συνήθεια, επειδή επλησίασε η Γέννησις του Κυρίου η το Πάσχα η διότι κινδυνεύουν να αποθάνουν. Διαβάζουμε στο Γεροντικό ότι ένας μεγάλος ησυχαστής έβλεπε τις ψυχές να κατεβαίνουν στον άδη, όπως πέφτουν οι νιφάδες του χιονιού στην περίοδο του χειμώνος, και αυτές όχι γιατί δεν εξομολογούντο, αλλά δεν εξομολογούντο σωστά και με την απόφαση να μην αμαρτήσουν πλέον. Γι’ αυτό λέγει ο Μέγας Βασίλειος ότι τίποτε δεν ωφελεί η εξομολόγησις αυτόν που εξομολογείται, αν δεν μισεί με την καρδιά του την αμαρτία, διότι δεν έχει καμμία ελπίδα διορθώσεώς του.
Στην συνέχεια σημειώνουμε τους τρόπους με τους oποίους ο πιστός, μετά την καθαρή εξομολόγηση που έκανε στον Πνευματικό, θα ημπορέση να διαφυλαχθή από τις διάφορες πτώσεις στην αμαρτία:
1. Πρώτος τρόπος αποφυγής της αμαρτίας είναι η μνήμη του θανάτου και των εξομολογηθέντων αμαρτιών. Αυτό έκανε ο Προφήτης Δαβίδ, ο όποιος, μετά την συγχώρησι που έλαβε από τον Θεό για τις δύο μεγάλες αμαρτίες του, είχε πάντοτε προ των οφθαλμών του τον θάνατο, όπως ο ίδιος λέγει: «Ότι την ανομία μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί διά παντός» (Ψαλμ. 50, 4).
Η μνήμη του θανάτου μας βοηθή να μην αμαρτάνουμε όπως λέγει και η Γραφή: «Υιέ, μιμνήσκου τα έσχατα σου, και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφία Σειράχ 7,.16). Ενώ η υπενθύμισις των αμαρτιών δεν θα πρέπη να καταλήγη σε λεπτομέρειες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος εκ¬δηλώσεως της εμπάθειας του ανθρώπου.
2. Μετά την εξομολόγηση ν’ αποφεύγονται οι αιτίες της αμαρτίας. Οι φιλόσοφοι λέγουν ότι, οι ίδιες αιτίες κηνούν πάντοτε στις ίδιες αμαρτίες. Προπαντός αυτοί που έπεσαν σε σαρκικές αμαρτίες πρέπει πολύ ν’ αποφεύγουν τις εμπαθείς φιλίες και συνομιλίες με πρόσωπα με τα όποια ημάρτησαν. Η Αγία Γραφή μας λέγει ότι «αυτός που φοβάται τον κίνδυνο, δεν θα πέση σ’ αυτόν» (Σοφία Σειράχ 3,25).
3.Το τρίτο όπλο αποφυγής της αμαρτίας είναι η συχνή εξομολόγησις. Απ’ αυτή προέρχονται πέντε ωφέλειες:
- Όπως τα πουλάκια δεν επιστρέφουν πάλι, όταν βρουν την φωλιά τους χαλασμένη, έτσι και οι δαίμονες φεύγουν για πάντα απ’ αυτούς που εξομολογούνται συχνά, διότι έτσι τους χαλούν τις φωλιές και τις παγίδες. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει: «Για ποιά αιτία ο Νεεμάν ο Σύρος λούσθηκε επτά φορές, στον Ιορδάνη; Για να διδάξη όλους μας ότι πρέπει συχνά να εξομολογούμεθα, να λουζώμεθα στα νερά της μετανοίας». Και συνεχίζει λέγοντας: «Είπα να εξομολογούνται συχνά και οι Τιμιώτατοι Πατριάρχαι, αρχιερείς, Πνευματικοί, Ιερείς, διότι σε μερικούς τόπους εχάλασε η καλή αυτή συνήθεια για τέτοια ιερά πρόσωπα. Απορώ πράγματι. Για ποιά αιτία, προτρέπετε άλλους να κάνουν το έργο αυτό... διότι μόνο ο πάπας φαντάσθηκε τον εαυτό του αναμάρτητο και ποτέ οι πατριάρχαι και αρχιερείς της Ανατολικής Εκκλησίας». Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας λέγει: «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα άφη ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α΄ Ιωάν. 1,4).
Εάν δεν γίνεται συχνή εξομολόγησις, δυσκολότερα ξερριζώνονται τα πάθη από μέσα μας. Όπως το γέρικο και μεγάλο δένδρο δεν μπορεί να κοπή με μία μόνο τσεκουριά, έτσι και ένα συνηθισμένο κακό δεν μπορεί να εκδιωχθή με μία μόνο συντριβή της καρδίας, αλλά με πολλές.
- Ο άνθρωπος που εξομολογείται συχνά, διατηρεί ευκολώτερα στην μνήμη του τα παραπτώματα που διέπραξε από την τελευταία έξομολόγησι του, εν αντιθέσει με εκείνον που εξομολογείται σπανίως και δυσκολεύεται να κάνη ακριβή και λεπτομερή εξομολόγησι. Γι’ αυτό ο διάβολος, όταν θα εμφανισθή στην ώρα του θανάτου του, δεν θα έχη να του παρουσιάση τίποτε, εφ’ όσον πάντοτε λεπτομερώς τα εξωμολογείτο.
- Αυτός που εξομολογείται συχνά, έστω και να πέφτη στο ίδιο θανάσιμο ίσως αμάρτημα, τρέχει αμέσως να εξαγορεύση την αμαρτία του, λαμβάνει πάλι την άφεσι και την Χάρι του Θεού και έτσι ελαφρύνει την συνείδησί του από το βάρος της αμαρτίας.
- Η τέταρτη ωφέλεια είναι ότι ο εξομολογούμενος συχνά, εάν τον εύρη η ώρα του θανάτου, είναι ψυχικά έτοιμος, έχει την Χάρι του Θεού και την ελπίδα της σωτηρίας του. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι: «Ο διάβολος πηγαίνει πάντοτε στην ώρα του θανάτου των δικαίων και των αμαρτωλών, μήπως και εύρη τον άνθρωπο στην αμαρτία για να του πάρη την ψυχή».
- Η πέμπτη ωφέλεια είναι ότι ο εξομολογούμενος συχνά αγωνίζεται να εγκρατεύεται από την αμαρτία, ενθυμούμενος ότι πριν ολίγες ημέρες πάλι εξομολογήθηκε και έχει να λάβη κανόνα και μεγάλη εντροπή ενώπιον του Πνευματικού του, ο όποιος με τον ελέγξη γι’ αυτά που πάλι έκανε.
4. Το τέταρτο όπλο αποφυγής της αμαρτίας είναι η ενθύμησις της εσχάτης Κρίσεως και η απόκρισης που με δώση ο Δίκαιος Κριτής την ήμερα εκείνη στους αμαρτωλούς: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιων το ήτοιμασμένον τω διαβόλο και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. 25, 41).
5. Το πέμπτο όπλο είναι η μνήμη των αιωνίων βασάνων του Άδου, δηλαδή η μνήμη ότι η αμαρτία μας αποχωρίζει από τον Θεό και την ευφροσύνη των δικαίων και ότι τα αιώνια βάσανα του Άδου, τα όποια, όταν τα σκεπτώμεθα, δεν με βασανίσουν την ψυχή μας, διότι η ενθύμησίς τους με μας προκαλέση μετανοια.
Και τώρα εν κατακλείδι αυτού του κηρύγματος μου, παρακαλώ όλους τους αγαπητούς μου αδελφούς, που με διαβάσουν αυτές τις σειρές να προσεύχωνται για μένα τον ανάξιο και πολύ αμαρτωλό να με βοηθήση ο Θεός να θέσω και εγώ μία καλή αρχή και να μη ξεχάσω αυτά που σάς είπα. Αμήν.
Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
εκδ. Ορθόδοξη Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992
<>
Μόνον όσοι δεν πολεμούν, δεν τραυματίζονται.
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Δεν είναι φοβερό ο παλαιστής να πέσει. Φοβερό είναι να μείνει στην πτώση του.
Ούτε είναι δύσκολο ο πολεμιστής να τραυματισθεί. Το κακό είναι μετά τον τραυματισμό να απογοητευθεί και να παραμελήσει το τραύμα ...;
Πόσοι αθλητές ύστερα από πολλές αποτυχίες αναδείχθηκαν νικητές! ...;
Μόνον όσοι δεν πολεμούν, δεν τραυματίζονται.
Όσοι όμως με καρδιά ρίχνονται στη φωτιά της μάχης είναι φυσικό και να χτυπηθούν και να πέσουν.
Αυτό ακριβώς που έγινε τώρα και με σένα. Επιχείρησες να εξοντώσεις το φίδι της αμαρτίας και στην προσπάθειά σου αυτή δέχθηκες το δάγκωμά του.
Έχε όμως θάρρος. Εκείνο που σου χρειάζεται τώρα είναι να επαγρυπνείς και θα δεις ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε ίχνος από το τραύμα σου.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά με τη χάρη του Θεού θα συντρίψεις και αυτή την κεφαλή του πονηρού.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
<>
1995: Ο ετοιμοθάνατος κυρ-Αλέκος, φανατικός άθεος, εξομολογήθηκε και κοινώνησε
Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά-Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή-εμφύλιος-φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά-Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ.
Ο κυρ-Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τ’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά-Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε.
Παιδιά και εγγόνια είχανε στη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε.
Η κυρά-Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της:
«να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς».
Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε:
«Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας».
Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του:
– Τρέχα Καίτη, φοβάμαι.
– Τι θέλεις άντρα μου τ’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη.
-Να Μωρή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει;
Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε:
-«Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει».
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε:
– Σε πιστεύω -άμανες υπάρχει ο διάβολος- υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση.
Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει.
‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία, βρήκε κάποιον παπά Δημήτρη, το και το παπά μου και έλα γρήγορα. Έτσι και γίνανε όλα. Μόλις ξομολογήθηκε και κοινώνησε ο μπάρμπα Αλέκος γαλήνεψε, έλαμψε το προσωπάκι του και πέθανε συγχωρεμένος με Θεό και ανθρώπους.
Πόσο μας αγαπά ο Χριστός μας, πόσο ζητά ένα ψίχουλο καλή πρόθεση, καλό λογισμό να μας σώσει!
Από το βιβλίο ”Η ζωή διδάσκει τον Χριστό”, Αθήνα 2017
<>
Το παιδί με τον κατάλογο των αμαρτιών, που του είχαν γράψει άλλοι...
Λίγα λόγια για την αληθινή εξομολόγηση
Του Μητροπολίτη Άντονυ (Μπλουμ) του Σουρόζ
Όταν ένα παιδί έρχεται για εξομολόγηση μου μεταφέρει, από μνήμης ή σε γραπτό, μία σύντομη ή μακριά λίστα “αμαρτιών”. Όπως ανακαλύπτω στη συνέχεια, έχει συνήθως συνταχθεί χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του παιδιού και αντανακλά μόνο τα παράπονα και την κριτική των γονέων του. Παρόμοια εμπειρία έχει κανείς με ενήλικες ανθρώπους που εμφανίζονται με λίστες που ανακάλυψαν σε σχετικά βιβλία ή συνέταξαν με τη συνδρομή των πνευματικών τους γερόντων. Έτσι, το επόμενο βήμα είναι να θέσω τον άνθρωπο μπροστά στον προβληματισμό να διερευνήσει τη δική του, προσωπική σχέση με τον Χριστό. Οι περισσότεροι δεν έχουν παρά μία επιφανειακή, εξ ακοής γνωριμία μαζί Του γι’ αυτό και τους ενθαρρύνω να Τον γνωρίσουν καλύτερα μέσα από την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Από μία τέτοια προσέγγιση αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει αν το πρόσωπο του Χριστού τον ελκύει, εάν επιθυμεί να γίνει όμοιος με τον Χριστό και να κτίσει με Εκείνον μία σχέση φιλίας.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν αν το στοιχείο της φιλίας υπάρχει στη δική μας σχέση με τον Χριστό. Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας εάν προσπαθήσαμε με κάποιο τρόπο να Του δώσουμε χαρά και να συμπαρασταθούμε στο έργο Του. Αν το συμπέρασμα είναι ότι η σχέση αυτή μας αφήνει αδιάφορους, θα χρειαστεί να επανεξετάσουμε τι σημαίνει τελικά να είμαστε Χριστιανοί. Εάν όμως νιώθουμε ειλικρινά τον Χριστό ως φίλο, ας αρχίσουμε να ρωτούμε τον εαυτό μας καθημερινά: Τι έκανα, τι είπα, τι σκέφτηκα και αισθάνθηκα, που μπορεί να Του δώσει χαρά ή θλίψη;
Κι αυτό ακριβώς το βίωμα ας μεταφέρουμε στην Εξομολόγηση: “Ανάμεσα στην τελευταία και τη σημερινή εξομολόγηση υπήρξα ένας άπιστος, ένας αδιάφορος, ένας δειλός σύντροφος ή αντιθέτως, παραστάθηκα ως φίλος...
Όταν προσερχόμαστε στην εξομολόγηση σπεύδουμε πρόσωπο με πρόσωπο προς έναν φίλο. Δεν πρόκειται να μας κρίνει και να μας καταδικάσει κανείς. Ας πολεμήσουμε τον φόβο που μας διακατέχει γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ερχόμαστε στον Ένα της Τριάδος που όντας Θεός επέλεξε από αγάπη για μας να γίνει Άνθρωπος, ν’ αναλάβει πάνω Του την ανθρώπινη φθορά και να δώσει τη ζωή Του για μας. Η ζωή και ο θάνατός Του είναι η απόδειξη ότι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορούμε να τον πλησιάσουμε χωρίς δισταγμό, με την προσδοκία ότι σε κάθε περίπτωση θα αγκαλιάσει την αδυναμία μας, πέρα από ηθικές αξιολογήσεις. Ας είμαστε βέβαιοι ότι, εάν κάποιος πρόκειται να θρηνήσει για την αναξιότητα και την αμαρτία μας με συμπόνια, έλεος, αγάπη δεν είναι παρά Εκείνος – που θα ήταν πρόθυμος να σαρκωθεί και να πεθάνει έστω και για έναν μόνο αμαρτωλό, γιατί δεν μπορεί να υπομείνει την απώλεια κανενός. Αυτός λοιπόν είναι ο Χριστός, στον οποίο προσερχόμαστε κατά την εξομολόγηση. Προσδοκά την ίαση, την παραμυθία, την στήριξή μας – όχι την κρίση και καταδίκη μας.
Και τότε ποιος είναι ο ρόλος του ιερέως; Στην ευχή που διαβάζει ο κληρικός πριν το μυστήριο ονομάζεται “μάρτυρας”. Καλείται από τον Κύριο να παραβρίσκεται ενώπιον του αμαρτωλού για να μαρτυρήσει το γεγονός της αγάπης του Χριστού για εκείνον, να βεβαιώσει ότι ο Κύριος είναι παρών και η μόνη επιθυμία και πρόθεσή Του είναι η σωτηρία και η αιώνια ευφροσύνη του μετανοούντος. Επίσης, ο ιερέας παρευρίσκεται στο όνομα του αμαρτωλού, για να ικετεύσει και να μεσιτεύσει στον Κύριο για την συμφιλίωση του ανθρώπου με την Εκκλησία.
Ας αλλάξουμε, λοιπόν, τον τρόπο της εξομολόγησης: ας διώξουμε τον φόβο της τιμωρίας ή της απόρριψης κι ας βρούμε το θάρρος να ελαφρώσουμε την καρδιά μας από κάθε αμφιβολία. Ο Χριστός δεν πρόκειται να μας αρνηθεί. Ίσως η εξομολόγησή μας να είναι για Εκείνον ένας νέος σταυρός, αλλά θα τον δεχθεί, αφού μας αγαπά πέρα από κάθε κρίση, μέχρι θανάτου: Ο θάνατός του έγινε η δική μας ζωή – ζωή μέσα στο χρόνο και ζωή στην αιωνιότητα.
Η εξομολόγηση πριν από όλα είναι συνάντηση και συμφιλίωση. Είναι συνάντηση με τον Χριστό που ποτέ δεν μας στρέφει τα νώτα, αν κι εμείς φεύγουμε μακριά. Μερικές φορές μία τέτοια συνάντηση μπορεί να γίνει έμπνευση για ολόκληρη τη ζωή και να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να διάγουμε το υπόλοιπο του βίου.
Συχνά αμαρτάνουμε σοβαρά ενώπιον του Θεού. Υπάρχουν κάποιες στιγμές της ζωής που μας χωρίζουν από Εκείνον με έναν ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, στιγμές μεγάλης απιστίας. Θυμηθείτε το περιστατικό με την προδοσία του Πέτρου. Όταν αργότερα μετά την Ανάσταση η Μαρία Μαγδαληνή συναντά τον Άγγελο Κυρίου στον τόπο του μνημείου, αυτός της παραγγέλλει: “Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω...”, γιατί ο Πέτρος όντας προδότης δεν λογάριαζε πλέον τον εαυτό του ως ένα των μαθητών. Είχε απαρνηθεί τον Χριστό κι αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος τον ονοματίζει ιδιαιτέρως θέλοντας να τον βεβαιώσει ότι η φιλία τους διατηρείται αλώβητη κι ότι παραμένει το ίδιο αγαπητός όσο και τότε που ήταν έμπιστος.
Και τέλος υπάρχουν φορές που προσερχόμαστε στην εξομολόγηση γιατί θέλουμε να ανανεώσουμε την εγγύτητα της σχέσης που έχει τραυματιστεί. Ας έχουμε κατά νου, ότι για να επανασυνδέσουμε τη φιλία μας χρειάζεται ν’ ανοίξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας και να φανερώσουμε τις αστοχίες και τα λάθη που έχουν πληγώσει αυτή τη σχέση. Δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε λίστες αμαρτιών, ούτε να ερευνούμε τα βιβλία για ν’ ανακαλύψουμε την αμαρτία μας. Αλλά μόνο να σκύψουμε μέσα μας και να εξετάσουμε τη συνείδησή μας.
Ας χρησιμοποιήσουμε απλούς τρόπους γι’ αυτού του είδους την αυτογνωσία. Τι ήταν αυτό που προτιμήσαμε στη θέση του Χριστού; Τι είναι αυτό που μας κράτησε σε αδράνεια, ώστε να παραμείνουμε χωρίς καρπό; Ας προσπαθήσουμε μέσα από τις γραμμές του Ευαγγελίου να επισημάνουμε όχι εκείνα που μας κρίνουν, αλλά τα λόγια που μιλούν στην καρδιά μας, όπως έγινε με τους μαθητές: “ουχί η καρδία ημών καιομένη ήν εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;” Ας ανακαλύψουμε κι εμείς τον λόγο που μας θερμαίνει την καρδιά, που αγγίζει τα βάθη της ύπαρξης και μας φέρνει σε κοινωνία με τον Κύριο. Αυτό είναι το κριτήριο. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόση σημασία αν αθετήσαμε κάποιους κανόνες. Αυτό που μας ζημιώνει είναι, ότι απομακρυνόμαστε από την ευλογημένη κοινωνία της χάριτός Του.
Ας ερευνήσουμε λοιπόν από την αρχή, όχι με τη στείρα λογική της ενοχής, αλλά με απώτερο σκοπό να σταθμίσουμε πώς χάσαμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη που προς στιγμήν γευθήκαμε. Ας θυμηθούμε εκείνα τα λόγια που πύρωσαν την καρδιά μας κι έδωσαν καθαρότητα στο λογισμό μας, που κίνησαν τη θέλησή μας στο αγαθό και έφεραν γαλήνη στα μέλη μας και τα μεταμόρφωσαν από σάρκινα σε σώμα ιερό: ιερό γιατί μέσα από το βάπτισμα ενωθήκαμε με τον σαρκωμένο Χριστό, μέσα από το Χρίσμα γίναμε δοχείο του Πνεύματος και με τα άχραντα μυστήρια γινόμαστε Σώμα Χριστού. Αυτή την εμπειρία ας μεταφέρουμε στην εξομολόγηση, μετανοώντας όχι για κάτι αφηρημένο, που βρίσκεται σε κάποια λίστα αμαρτιών, αλλά για κείνες τις επιλογές που διέρρηξαν τη φιλία και κοινωνία μας με τον Σωτήρα Χριστό.
Ζούμε συχνά μέσα στο ψέμα. Κατασκευάζουμε γύρω μας έναν κόσμο όπου μόνο ο θάνατος μπορεί να θριαμβεύσει. Αρνούμαστε τον πλησίον μας και κλείνουμε μόνοι μας το δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού. Ζητούμε από τον Κύριο συγχώρεση αμαρτιών, αλλά δεν έχει νόημα να αναζητούμε μία τυπική άφεση. Πρέπει να διψούμε για αληθινή συμφιλίωση, στο πλαίσιο της οποίας θα αναθέσουμε στον Θεό την αναξιότητα και την απιστία μας – όχι μόνο προς Εκείνον αλλά και προς τον πλησίον, τον φίλο, τον γνωστό και συγγενή μας.
Ας έχουμε εμπιστοσύνη ότι μόνο η δική Του ακλόνητη φιλία μπορεί να μας παρακινήσει σε αλλαγή. “Εγώ και φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ. Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης διά σε και αλήτης διά σε, επί σταυρού διά σε, επί τάφου διά σε. Πάντα μοι συ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος. Τι πλέον θέλεις;” “Μπορείς ν’ ανταποκριθείς με λίγη εμπιστοσύνη; Δεν ζητώ ολοκληρωτική, άμεση αλλαγή. Αλλά πορεία βήμα προς βήμα. Θα σε στηρίξω, θα σε προστατεύσω, θα οδηγήσω τα βήματά σου – μόνον άλλαξε στάση. Κι όταν λάβεις συγχώρεση στο όνομά μου, μη σκεφτείς ότι το παρελθόν έχει πάψει να υπάρχει. Αλλά τότε μόνο θα έχεις απαλλαχτεί από τις πληγές, όταν γίνεις τόσο ξένος προς αυτές, ώστε να
μη τις λογαριάζεις πια για δικές σου”.
Όταν τα παλιά μας πάθη ζωντανεύουν ενώπιόν μας, καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατόν μέσα σε μια στιγμήνα ελευθερωθούμε από το παρελθόν. Χρειάζεται χρόνο για να βαδίσουμε στο δρόμο της ελευθερίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός μας αρνείται τη συγχώρεση. Η συγχώρεση του Θεού εκδηλώνεται μέσα από τη συμπάσχουσα αγάπη του, την αποδοχή και την διαρκή πρόνοιά Του που δεν επιτρέπει να οδηγηθούμε ανυπεράσπιστοι στον ίδιο πειρασμό. Έτσι, η συγχώρεση του Κυρίου, μπορεί να λύνει την αποξένωση, αλλά χρειάζεται επίπονος αγώνας και μετάνοια για να γίνουμε καινοί με τη χάρη Του. Η άφεση δεν σβήνει το παρελθόν. Το θεραπεύει μέσα από τη συνέργεια τη δική μας με τον Θεό.
Ας εμπιστευόμαστε, λοιπόν, καθημερινά τον λογισμό μας στον Θεό με ειλικρίνεια. Κι όταν προσερχόμαστε στην Εξομολόγηση, η ευχή της συγχωρήσεως θα έχει αληθινό, πραγματικό νόημα: την επανασυγκρότηση μιας φιλίας, που όσον αφορά τον Θεό παραμένει αναλλοίωτη, αλλά ως προς το δικό μας μέρος χρειάζεται να την επιδιώξουμε. Κι αυτή μας η πρόθεση πρέπει να στηρίζεται από αποφασιστικότητα, κι η αποφασιστικότητα από πράξη και καινότητα ζωής.
<>
Εξομολόγηση: Λάθος και ορθή προσέγγιση του Μυστηρίου.
Άραγε μετανοούμε ποτέ; Καταλαβαίνουμε ποτέ το μέγεθος της αμαρτίας μας; Συνειδητοποιούμε την ανεπάρκειά μας; Έχουμε γκρεμίσει το αυτοείδωλό μας; Ομολογούμε την αμαρτία μας; Γιατί τελικά εξομολογούμαστε;
-------------------------
Λέγει ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης: “Ο άνθρωπος σπάνια αποκτά πλήρη επίγνωση της κατάντιας του. Κι αν καμια φορά έχουμε κανένα δακρυάκι και λέμε, “εγώ αμαρτωλός είμαι, Χριστέ μου, συγχώρεσέ με”, και τότε ψέματα λέμε. Κάποιος εγωισμός υπάρχει μέσα μας, κάποιο πλήγμα, κάποιο θέλημα, κάποια επιθυμία, κάποια ιδέα, κάποια επιδίωξις, κάποια αποτυχία, κάποια επιτυχία άλλου, κάποια απογοήτευσις· γιαυτό λέμε πως είμαστε αμαρτωλοί ή βγάζουμε δάκρυ, όχι διότι πραγματικά σκεφθήκαμε τον Θεόν”.
-------------------------
Τα παραπάνω παρατηρούνται έντονα κατα την εξομολόγηση των χριστιανών. Οι περισσότεροι άνθρωποι έρχονται επειδή κάτι στην ζωή τους “στράβωσε”. Δεν βλέπουν την αμαρτία τους, αλλά μένουνε στην θλίψη που έχουνε λόγο του προβλήματος που προέκυψε. Αυτό έρχονται να συζητήσουν με τον πνευματικό και όχι να ομολογήσουν την αμαρτία τους.
-------------------------
Έρχονται νέες κοπέλες και κλαίνε για την σχέση που είχανε, για την προδοσία που γεύτηκαν από το αγόρι τους. Δεν ομολογήσουν τις σαρκικές τους αμαρτίες. Έρχονται για να παρηγορηθούν. Αν έβλεπαν από το παράθυρο το αγόρι τους να τις κάνει νεύμα θα άφηναν την εξομολόγηση και θα τρέχανε και πάλι στην αγκαλιά του. Δεν έρχονται δηλαδή στο εξομολογητάριο επειδή αμάρτησαν. Κλαίνε γιατί θέλουν και πάλι τον φίλο τους. Κλαίνε γιατί ζητούν και πάλι την αποκατάσταση της σαρκικής τους σχέσης! Κι αυτό είναι κατάντια.
-------------------------
Χωρίς ίχνος μετάνοιας, ούτε καν μεταμέλειας.
Κι αν ο πνευματικός προσπαθήσει να υποδείξει τον λάθος λογισμό, τότε ο άνθρωπος επαναστατεί, δυσφορεί, προσβάλεται!
Δεν θέλει να ακούσει το λάθος του, την αμαρτία του. Το μόνο που ψάχνει είναι παρηγοριά που τρέφει τον εγωισμό του. Κι αυτό είναι το φοβερό, ότι ο άνθρωπος ακόμα και το Μέγα Μυστήριο της Εξομολογήσεως, το Μυστήριο της Ταπείνωσης και της Μετάνοιας το προσεγγίζει ως μια πράξη αυτοδικαίωσης.
-------------------------
Μπορεί να γίνεται λόγος για μία-δύο ώρες για κάποιο πρόβλημα και στο τέλος μπορεί να αναφέρει ο εξομολογούμενος “πάτερ, και τα συνηθισμένα κάνω, τα καθημερινά…”. Δεν συνειδητοποιεί ο άνθρωπος ότι αυτά τα “καθημερινά και συνηθισμένα” αμαρτήματα είναι η πηγή όλων των προβλημάτων του, όλης αυτής της κατάστασης που βιώνει· γι’αυτό και τα αναφέρει ως κάτι δευτερεύον και όχι ως κάτι ουσιαστικό και πρωτεύον.
-------------------------
Τα προβλήματα στην ζωή μας, οι προβληματικές σχέσεις, είναι απόρροια των αμαρτιών μας, είναι αποτέλεσμα της αποστασίας μας από τον Θεό.
-------------------------
Εμείς θέλουμε λύση στα προβλήματά μας αλλά όχι τον Θεό. Θέλουμε ειρήνη στην ζωή μας, χωρίς πόλεμο (άσκηση και πνευματικό αγώνα), θέλουμε (λέμε) τον Χριστό χωρίς προσευχή, χωρίς νηστεία, χωρίς κόπο, χωρίς σταυρό.
-------------------------
“Θέλω να κοινωνήσω” λέγει ο άλλος, αλλά δεν εκκλησιάζεται ποτέ. Θα πάει στον Ναό μόνο εάν του επιτρέψει ο πνευματικός να κοινωνήσει. Μα πώς να του επιτρέψει να κοινωνήσει, όταν ο άνθρωπος αυτός απαξιώνει την λατρευτική σύναξη της Εκκλησίας κατ’επανάληψη χωρίς εύλογη δικαιολογία καθιστώντας τον εαυτό του ουσιαστικά εκτός Εκκλησίας; Κι όμως δεν θέλει να το καταλάβει.
-------------------------
Από την μία λοιπόν ερχόμαστε στον πνευματικό (κάτι που είναι καλό και ελπιδοφόρο) αλλά από την άλλη δεν μπαίνουμε στην διαδικασία αυταπάρνησης, συνειδητοποίησης της ματαιότητας του κόσμου τούτου. Πάμε στον πνευματικό όχι επειδή ποθούμε την αιώνια ζωή με τον Χριστό αλλά –δυστυχώς- επειδή έχουμε κολλήσει σ’αυτήν την ζωή και ψάχνουμε λύσεις στα επίγεια προβλήματά μας.
-------------------------
Γι’αυτό να μου επιτρέψετε και πάλι να τονίσω ότι στην εξομολόγηση προσερχόμαστε για να ομολογήσουμε την αμαρτία μας και να αποκαταστήσουμε την σχέση μας με τον Θεό και όχι να βρούμε λύση στα τυχόν προβλήματά μας που σίγουρα υπάρχουν και θα υπάρχουν με διάφορες μορφές. Δεν είναι το ζητούμενο να μην έχουμε προβλήματα αλλά να γίνουμε του Χριστού! Εάν δεν το καταλάβουμε…δεν θα το προσπαθήσουμε.
-------------------------
Ο μεγάλος σταυρός των πνευματικών είναι να έρχονται αντιμέτωποι με ανθρώπους που δεν θέλουν τον Θεό, αλλά θέλουν να πάρουν ευλογία για μια ζωή σύμφωνα με τα θέλω τους και τα πάθη τους.
Ο μεγάλος σταυρός των πνευματικών είναι να φορούν το πετραχήλι και να έχουνε απέναντί τους ανθρώπους που δεν έχουνε μετάνοια.
-------------------------
-------------------------
Υ.Γ. Φυσικά υπάρχουν και άνθρωποι που με την μετάνοιά τους και την ταπείνωσή τους γίνονται η αφορμή να ωφεληθεί και ο ίδιος ο πνευματικός τους, διότι βλέπει ανθρώπους που αγωνίζονται γιατί διψούν πραγματικά τον Χριστό παρά τις πτώσεις και τις αδυναμίες τους.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας (+2019) οδηγεί έναν ηλικιωμένο στην Θεία Εξομολόγηση
Αναφέρει ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας (+2019):
"Ήταν ένας παππούλης βαριά άρρωστος. Ήταν ανεξομολόγητος εντελώς στη ζωή του.
Μια μέρα ήρθε ο γιός του και με παρακάλεσε:
- Πάτερ, μπορείτε να έρθετε στο σπίτι μας, για τον άρρωστο πατέρα μου; Δεν θέλει να εξομολογηθεί!
- Θα έρθω του είπα και ό,τι ο Θεός ευδοκήσει.
Στο σπίτι λέει ο γιός στον πατέρα του:
- Πατέρα έφερα τον εξομολόγο! Να εξομολογηθείς πατέρα, γέρασες πιά!
- Όχι παιδί μου, του απάντησε εκείνος, δεν έχω κάνει τίποτα στη ζωή μου, Είμαι καθαρός! Είμαι καλός άνθρωπος!
Τότε πήρα το λόγο και είπα στον γέρο:
- Παππούλη εντάξει, μια ευχή μόνο να σε διαβάσω. Δεν θέλεις ούτε μια ευχή να σε διαβάσω;
- Εμ μια ευχούλα να με διαβάσετε, είπε εκείνος.
Φεύγει ο γιός με τρόπο και μας αφήνει μόνους μας. Κάθισα δίπλα στον παππούλη και τον ρώτησα διακριτικά:
- Παππούλη, μήπως όταν ήσουν παιδάκι, έκανες εκείνο, έκανες το άλλο;Τον ρωτούσα με διασκεδαστικό τρόπο και εκείνος με απαντούσε. Έτσι με την Χάρη του Θεού και χωρίς να το καταλάβει ο ίδιος, του έκανα μια γενική-καθαρή εξομολόγηση. Η ψυχή του, το κατάλαβε αυτό και τόσο πολύ ενθουσιάστηκε, που άρχισε να φωνάζει τον γιό του!
- Παιδί μου έλα μέσα, παιδί μου έλα μέσα...!
- Τί συμβαίνει πατέρα, τον ρώτησε ο γιός του.
- Εξομολογήθηκα παιδί μου και ξελάφρωσα τελείως! Σε ευχαριστώ παιδί μου, έλεγε συγκινημένος ο πατέρας.
Δεν πέρασαν αρκετές μέρες και ο παππούλης κοιμήθηκε...".
Πηγή:
<>
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕ ΚΑΡΔΙΑ ΣΥΝΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ
Ένας ευλαβής μοναχός, απ’ το βουνό του Ολύμπου, λεγόμενος Σωφρόνιος, ήρθε και μου διηγήθηκε κάποιο συμβάν, όμοιο μ’ εκείνο που είναι γραμμένο στο ιερό βιβλίο της Κλίμακος. Μας αφηγήθηκε δηλαδή, ότι στον Όλυμπο υπήρχε κάποιος Γέροντας πολύ ενάρετος, πραγματικά θεοφόρος, στον οποίο σύχναζαν πολλοί αδελφοί μοναχοί, για ν’ ακούσουν απ’ το άγιο στόμα του λόγους ψυχικής σωτηρίας.
Καθώς, λοιπόν, καθόταν οι αδελφοί και άκουγαν τον άγιο Γέροντα να τους ομιλεί πάνω σε θέματα ψυχωφελή, ήρθε και κάποιος λαϊκός, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και στάθηκε παράμερα. Όταν ο Γέροντας τον παρατήρησε προσεχτικά και τον ρώτησε για ποιό λόγο ήρθε κοντά του, εκείνος απάντησε: -΄Ηρθα να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου στην αγιωσύνη σου, άγιε Γέροντα. Ο Γέροντας τον ξαναρωτά:
-Θέλεις να τα εξομολογηθείς ιδιαιτέρως, τέκνον μου, στην μετριότητα μου, ή μπροστά σε όλους τους αδελφούς;
-Αν εσύ το θέλεις, τίμιε πάτερ, δεν διστάζω να εξομολογηθώ τα κρίματά μου μπροστά σε όλους τους αδελφούς.
-Τότε, του λέγει ο Γέροντας, λέγε, τέκνο μου, χωρίς να ντρέπεσαι καθόλου.
Άρχισε, λοιπόν, ο λαϊκός να λέγει όλα τ’ αμαρτήματά του, ακόμη κ’ εκείνα που δεν επιτρέπεται να φτάνουν στ’ αυτιά των ανθρώπων ή να γράφονται. Όταν τελείωσε λέγοντας τα πάντα, στάθηκε μπρος στο Γέροντα, με τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κατεβασμένο και την καρδιά συντετριμμένη.
Ο Γέροντας τον πρόσεχε επί αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή του λέει:
-Θα ήθελες, τέκνον μου, να ντυθείς το άγιο σχήμα των μοναχών;
-Ω, ναι, πάτερ μου, το θέλω πάρα πολύ και στο σακκούλι μου έχω κιόλας τα καλογερικά ράσα.
Ο Γέροντας τον κατήχησε και, ύστερ’ από την ακολουθία της κούρας, τον έντυσε με το άγιο σχήμα των μοναχών. Μετά του λέει:
-Πορεύου τώρα εις ειρήνην, τέκνον, και από δω κ’ εμπρός προσπάθησε να μην ξαναπέσεις σε αμαρτία.
Τότε, πήρε συγχώρεση, έβαλε μετάνοια και αναχώρησε δοξάζοντας το Θεό.
Οι μοναχοί που παρακολούθησαν τα συμβάντα, έδειξαν την απορία τους και ρώτησαν αμέσως τον άγιο Γέροντα:
-Πώς γίνεται, τίμιε πάτερ, να εξομολογείται μπροστά μας τόσα πολλά, κ’ εσύ δεν του έδωκες ούτε τον παραμικρό κανόνα ή επιτίμιο;
-Ω αγαπημένα μου τέκνα, τους αποκρίνεται ο Γέροντας. Δεν εβλέπατε τον φοβερό και λαμπροφορεμένον άνδρα, που στεκόταν εδώ εμπρός μας, και του οποίου το πρόσωπο ήταν σαν αστραπή και τα ενδύματά του σαν το φως; Αυτός, λοιπόν, κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί, όπου ήταν γραμμένα τ’ αμαρτήματα του εξομολογουμένου· είχε ακόμη και μελάνι κ’ ένα κοντύλι από καλάμι. Και καθώς ο άνθρωπος αυτός εξομολογείτο στην αναξιότητά μου και μπροστά σας τ’ αμαρτήματά του, εκείνος τα έσβηνε με το καλάμι του. Αφού, λοιπόν, ο πολυεύσπλαχνος και πολυέλεος Θεός μας του τα συγχώρησε, ποιος είμ’ εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος, που θα του βάλω κανόνες και επιτίμια;
Σαν άκουσαν όλα τούτα οι μοναχοί, κυριεύθηκαν από φόβο για τα γενόμενα και τα λεγόμενα. Έβαλαν μετάνοια στον άγιο Γέροντα, ευχαριστώντας και δοξάζοντας την αγαθότητα και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, γεμάτοι από θαυμασμό και καταθαμπωμένοι από τα ξένα και παράδοξα έργα του πολυεύσπλαχνου Θεού, αναχώρησαν από το κελλί του άγιου Γέροντα.
<>
«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: «ΜΙΑ ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΩ»
1. Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνότερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν. Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλιστα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λαού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Μετά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους!
Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομολόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλείψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγοντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητικό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδεχτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομολόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποικίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέπτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθουμε πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγόρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγόρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).
Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς: «Μια ευχή για να κοινωνήσω». Αλλά όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοηθήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρτίες μου αποκρύπτω ή «τις ξεχνώ», όποιες παρουσιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος». ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΑΙ διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνωρίζω ΟΛΕΣ τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολόγησή μου).
Εξομολογούμαι, διότι θέλω να λάβω τη συγχώρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.
<>
Ιούνιος 2019: Η μεταστροφή ενός φωτομοντέλου στη Θεία Εξομολόγηση μέτα από εμφάνιση της Παναγίας στην Μύκονο
Πως μπορείς να πλησιάσεις το συγκλονιστικό αυτό γεγονός σαν έκτακτο γεγονός και να μην φοβάσαι με την γραφή σου, μην τυχόν το αδικήσεις;
Αυτό το γεγονός έγινε αρχές του φετινού Ιούνιου (2019), μόλις έσφιξαν οι πρώτες ζέστες.
Μας δόθηκε η ευλογία από τον πνευματικό της κοπέλας που της συνέβη το παρακάτω …έκτακτο γεγονός, η οποία και το εξομολογήθηκε αμέσως στον ίδιο, διατηρώντας την ανωνυμία της….
(ήταν και η πρώτη εξομολόγηση της μετά από χρόνια)…
Σήμερα δίδεται προς δόξα του ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ.
Μια ομάδα νεαρών κοριτσιών από μια σχολή που ασχολείται με το μόντελινγκ ξεκίνησε από το λιμάνι του Πειραιά με τελικό προορισμό την Μύκονο, όπου και θα γινόταν επαγγελματική φωτογράφιση.
Τα παρακάτω όπως τα αφηγήθηκε η ίδια η κοπέλα…
Στο γρήγορο πλοίο της γραμμής όλα ήταν πανέμορφα.
Η θάλασσα, ο ήλιος , ο αέρας ήταν ξεχωριστές εικόνες για την κοριτσο-παρέα που σε λίγες ώρες θα αποβιβαζόταν στην μέκκα της διασκέδασης και του κεφιού.
Όμως το μάτι της συγκεκριμένης κοπέλας είχε καρφωθεί σε κάποιες οικογένειες προσκυνητών με μικρά παιδάκια, που όπως φαίνεται θα αποβιβαζόταν στον ενδιάμεσο λιμάνι της Τήνου για να προσκυνήσουν την ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ.
Το μυαλό της πήγε μερικά χρόνια πίσω, όταν παιδούλα την πήρε η γιαγιά της για να προσκυνήσουν την Παναγία της Τήνου (την μεγάλωνε η ίδια η γιαγιά της γιατί οι γονείς της χώρισαν και την εγκατέλειψαν).
Όταν μάλιστα το πλοίο έπιασε ΤΗΝΟ και είδε το πάλλευκο καμπαναριό του Ιερού Ναού της Μεγαλόχαρης, σηκώθηκε έκανε τον Σταυρό της και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της, ενθυμούμενη την καλή γιαγιά της που την έχασε πριν λίγα χρόνια.
Το πλοίο της γραμμής συνέχισε και η κοπέλα δεν άργησε να βρει το κέφι της μαζί με τις άλλες που έβγαζαν με τα κινητά τους τηλέφωνα selfies.
Σε λίγο βρισκόταν στην χώρα της Μυκόνου και μετά από λίγο στην ακτή, όπου θα γινόταν η επαγγελματική φωτογράφιση.
Έφτασε το απόγευμα και ο ήλιος έκαιγε.
Τότε σκέφτηκαν μετά το τέλος της φωτογράφισης να δροσιστούν στην θάλασσα.
Η ίδια η κοπέλα αποτραβήχτηκε στην απόμερη άκρη της αμμουδιάς για να κάνει ηλιοθεραπεία εντελώς γυμνή.
Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και η ίδια η κοπέλα κατόπτευε τον χώρο για να μην έχει καμία ενοχλητική παρουσία.
Ξαφνικά και από το πουθενά ερχόταν προς το μέρος της μια μαυροφόρα με τσεμπέρι (αυτά που φορούσαν οι παλιές νησιώτισσες).
Ντράπηκε η κοπέλα και έριξε ένα ρούχο πάνω της.
Όλο και πλησίαζε προς αυτήν η φιγούρα της μαυροφορεμένης γυναίκας, που η θωριά της δημιουργούσε στην κοπέλα μια πρωτόγνωρη ειρήνη.
Πλέον βρισκόταν δίπλα της και άρχισε να της μιλάει και να της λέει ….
Η κοπέλα ανασηκώθηκε, ένα αίσθημα ντροπής που έφτανε στο σημείο του φόβου την κατακυρίευσε, ενώ άκουγε από τα χείλη της άγνωστης γερόντισσας με το πανέμορφο σιτόχρωμο πρόσωπο…
«- Γιατί είσαι γυμνή; δεν σου είπαν ότι τον ΥΙΟ Μου τον ξεγύμνωσαν πάνω στον ΣΤΑΥΡΟ για να σώσει εσένα και όλο τον κόσμο;»
«- Γιατί είσαι θεόγυμνη σαν την Ελλάδα που την ξεγύμνωσαν οι εχθροί μου;»
«- Γιατί δεν βλέπετε τους εχθρούς που έρχονται κατευθείαν επάνω σας ;»
«- Η Ελλάδα και εσύ θα σωθείτε αν φορέσετε την ΜΕΤΑΝΟΙΑ…»
Στα απότομα και κοφτά λόγια της μαυροφόρας, η κοπέλα δεν μπορούσε να αντι – πεί απολύτως τίποτε.
Μόνο ψέλλισε δειλά…
-Είστε από το νησί ;
Η γερόντισσα έγνεψε αρνητικά την Κεφαλή της και της είπε :
«- Μένω στο απέναντι νησί»
και της έδειξε την ΤΗΝΟ….
Και μετά απ’ αυτό, εξαφανίστηκε από κοντά της, αφήνοντας την κοπέλα άναυδη, να σταυροκοπιέται και να λέει από φόβο «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ»…
Δεν μπορεί καλοί μου αδελφοί να γίνονται τόσα πολλά θεοσημεία στην Ελληνική επικράτεια και εμείς να μένουνε απαθείς στο σχέδιο της Σωτηρίας, που εκπόνησε για εμάς ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ…
Προσωπικά εδώ και μια δεκαετία βρισκόμαστε επί των επάλξεων της αρθρογραφίας, γνωρίζοντας από παλαιά και από τους αγίους πατέρες τι έρχεται…
Στώμεν καλώς
Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας
ΥΓ. Προσπάθησα να σας το μεταφέρω το γεγονός αυτό με τον πτωχό λόγου μου, τα συμπεράσματα είναι καθαρά δικά σας.
Πηγή:
<>
Εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δύο τρόπους καθοδηγήσεως τῶν ψυχῶν: Τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία. Τά ζητήματα, πού ἐπιδέχονται οἰκονομία, ὁ Πνευματικός πρέπει νά τά χειρίζεται μέ προσοχή, προσευχή καί διάκριση, ὥστε νά προκύπτη ὠφέλεια καί ὄχι βλάβη. Στά ζητήματα ὅμως, πού δέν εἶναι ἐπιδεκτικά οἰκονομίας, νά εἶναι αὐστηρότατος, γιά νά μή κατακριθῆ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως ὡς θεομάχος.
Ὁ Πνευματικός κατά τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἔχει τή δυνατότητα νά κάνη οἰκονομία καί συγκατάβαση μέσα στά ὅρια τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δηλαδή μέχρι ἐκείνου τοῦ σημείου, πού δέν θά βλάψη τόν ἐξομολογούμενο. Διότι ἡ οἰκονομία δέν γίνεται, γιά νά ἐπαναπαυθῆ καί νά παραμείνη ὁ ἐξομολογούμενος στίς πτώσεις του, ἀλλά γιά νά παρακινηθῆ νά τίς ξεπεράσει.
Ὑπάρχουν ζητήματα στήν Ἐξομολόγηση, γιά τά ὁποῖα ὁ Πνευματικός πρέπει νά χρησιμοποιήση καί τό μέτρο τῆς συγκαταβάσεως καί οἰκονομίας, προκειμένου νά φέρη τόν ἐξομολογούμενο στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλα ζητήματα, στά ὁποῖα δέν μπορεῖ κατ’ οὐδένα λόγο νά γίνη οἰκονομία. Γιά παράδειγμα δέν χωρεῖ συγκατάβαση, ἄν ὁ ἐξομολογούμενος ἐμμένει στή μνησικακία, ζητᾶ ἐκδίκηση, δέν συγχωρεῖ αὐτόν, πού τοῦ ἔφταιξε, εἴτε δίκαια, εἴτε ἄδικα. Δέν μπορεῖ ἀκόμη νά γίνη συγκατάβαση σ’ αὐτόν πού ἐπιμένει ἀμετανόητα σέ αἱρετικά φρονήματα ἤ καί δέν πείθεται νά ἀποχωρήση ἀπό ἀντιχριστιανικές μυστικές θρησκεῖες, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ Μασωνία. Εἶναι ἐπίσης τελείως ἀνεπίδεκτα οἰκονομίας τά κωλύματα Ἱερωσύνης. Δέν ἐπιτρέπεται δηλαδή σέ καμμιά περίπτωση νά δοθῆ συμμαρτυρία, γιά νά προσέλθη στίς τάξεις τῆς Ἱερωσύνης κάποιος, πού ἔπεσε σέ βαριά σαρκικά ἁμαρτήματα, ὅπως εἶναι οἱ πρίν τό γάμο του σεξουαλικές σχέσεις, ἔστω καί μέ αὐτήν ἀκόμη τήν ἀρραβωνιαστικιά του, ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἔξω ἀπό τόν γάμο του σεξουαλική σχέση, ὅπως εἶναι ἡ πορνεία, ἤ ἡ μοιχεία, ἤ ἡ ἀρσενοκοιτία. Οἱ Πνευματικοί, πού συγκαταβαίνουν σέ τέτοιες περιπτώσεις καί δίνουν συμμαρτυρία, φέρουν τεράστια εὐθύνη ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Ἀλίμονο καί σ’ ἐκείνους πού κρύβουν τέτοια ἁμαρτήματα ἀπό τόν Πνευματικό, γιά νά ὑποκλέψουν συμμαρτυρία, καί νά γίνουν ἀναξίως ἱερεῖς!
Ὁ στόχος τοῦ Πνευματικοῦ, ὅταν ἐξομολογῆ, εἶναι τό νά κερδηθῆ ὁ ἁμαρτωλός!
Πολλοί ἐγκαταλείπουν τόν Πνευματικό τους καί προστρέχουν σέ ἄλλο, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγουν, τούς "ἀναπαύει" καλύτερα. Χρειάζεται ὅμως πολλή προσοχή στό θέμα αὐτό, διότι ὅπως δυστυχῶς ὑπάρχει "καλή ἀνάπαυση", ὑπάρχει καί "κακή ἀνάπαυση". Ἄν κάποιος Πνευματικός ἐξασθενίζη στή συνείδηση τοῦ ἐξομολογουμένου τή σοβαρότητα κάποιων πτώσεών του ἤ τοῦ ἐπιτρέπει νά κοινωνῆ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, παρ’ ὅτι πέφτει σέ σοβαρά ἁμαρτήματα, τέτοιου εἴδους "ἀνάπαυση" καταποντίζει, ὄχι μόνο τόν ἐξομολογούμενο, ἀλλά καί τόν Πνευματικό.
Τά ἐπιτίμια εἶναι φάρμακα, πού τά ἐπιβάλλει ὁ Πνευματικός, γιά νά κλείση τό τραῦμα, καί νά θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐξομολογουμένου. Τά ἐπιτίμια προλαμβάνουν τήν ἐπανάληψη τῆς ἁμαρτίας. Ἄν δέν μπῆ τό κατάλληλο ἐπιτίμιο σέ κάποια σοβαρή πτώση, εἶναι πολύ εὔκολο αὐτή νά ξανασυμβῆ.
Οἱ ἱεροί Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ἐξίσου θεόπνευστοι, ὅπως ἀκριβῶς θεόπνευστα εἶναι καί τά Δόγματα, τά ὁποῖα διευκρίνησαν καί διετύπωσαν οἱ ἴδιες ἐκεῖνες Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτήρισε τό "Πηδάλιον" μέ τά ἑξῆς ὑπέροχα λόγια: "Αὕτη ἡ βίβλος εἶναι ἡ μετά τάς Ἁγίας Γραφὰς Ἁγία Γραφή, ἡ μετά τήν Παλαιάν καί Καινήν Διαθήκην Διαθήκη. Τά μετά τά πρῶτα καί θεόπνευστα λόγια δεύτερα καί θεόπνευστα λόγια. Αὕτη ἐστι τά Αἰώνια Ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν, καί Νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς τόν αἰώνα καί ὑπέρ πάντας τούς ἐξωτερικούς καί βασιλικούς νόμους ὑπερέχοντες…"
Ἐκεῖνος, πού πραγματικά μετανοεῖ γιά τήν ἁμαρτία του καί ἔχει γνήσια ταπείνωση, δέχεται ἀγόγγυστα τό ἐπιτίμιο, πού ἔκρινε κατάλληλο νά τοῦ βάλη ὁ Πνευματικός. Ἐκεῖνος, πού γογγύζει γιά τό τυχόν ἐπιτίμιο, πού τοῦ ἐπιβλήθηκε, αὐτός ὁπωσδήποτε δέν συνειδητοποίησε τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας, στήν ὁποία περιέπεσε, δέν κατανοεῖ τό βάθος τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως, καί μέ τήν πρώτη εὐκαιρία πάλιν θά ξαναπέση, ἴσως καί σέ χειρότερα.
Ὅπως ὁ γιατρός δέν πρέπει νά ξεγελᾶ τόν ἄρρωστο, κρύβοντάς του τή σοβαρότητα τῆς ἀσθένειάς του καί στερώντας τον τά ἀναγκαῖα φάρμακα, παρομοίως πρέπει νά ἐνεργῆ καί ὁ Πνευματικός. Εἶναι ἀδύνατο νά ὁδηγῆ στή σωτηρία τούς ἀνθρώπους, ἄν στή συνείδησή τους ἀπαμβλύνη καί δικαιολογῆ κάποιες ἁμαρτίες, πού μερικές φορές μπορεῖ νά εἶναι καί θανάσιμες.
Ὡς Γέροντάς σας καί Πνευματικός σας, κάθε ἡμέρα εἶμαι νοερῶς κοντά σας. Μή νομίζετε ὅτι σᾶς ξεχνῶ.Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει "ἀπὼν τῷ σώματι, παρών δέ τῷ πνεύματι" (Α’ Κορ. 5,3). Δηλαδή νοερῶς, μέ τό πνεῦμα εἶμαι παρών, ἄν καί ἀπουσιάζω σωματικά. Ναί! Μέ τή σκέψη καί τίς προσευχές μου εἶμαι πάντοτε πλησίον σας, ἔστω κι ἄν σωματικά βρίσκωμαι πολύ μακριά. Ἄς εἶναι, κι ἀπό μακριά, ἔχω τήν ἔγνοια καί τή φροντίδα σας.
Μή νομίζετε ὅτι εἶστε μόνοι στόν ἀγώνα σας. Ὁ Γέροντάς σας βρίσκεται δίπλα σας, μαζί σας.
Ἄν σέ πλακώση ἡ στενοχώρια καί σοῦ βάλη ὁ πειρασμός τόν λογισμό νά μή πᾶς στόν ναό, οὔτε τό Ἀπόδειπνο νά κάνης, καί τά παρόμοια, νά ἐνθυμηθῆς πώς ὁ Πνευματικός καί ὁ Γέροντάς σου εἶναι δίπλα σου νοερῶς, καί σέ παρακολουθεῖ. Καί θά λυπηθῆς πολύ, ἄν ὑποκύψης στόν πειρασμό, καί δέν ἀντισταθῆς σ’ αὐτόν. Μή τό ξεχνᾶτε πώς πράγματι ὁ Γέροντάς σας εἶναι πάντοτε κοντά σας μέ τίς προσευχές του, καί σᾶς παρακολουθεῖ.
Κι ἄν ὅλοι γύρω σου σ’ ἐγκαταλείψουν, δέν πρέπει νά ἐπιτρέψης στόν ἑαυτό σου νά αἰσθάνεται πώς δέν ἔχεις ἀνθρώπινο στήριγμα. Γιατί ὁ Πνευματικός σου σοῦ ὑπόσχεται πώς θά ἔχη τή φροντίδα καί τήν ἔγνοια σου.
Ἀφοῦ ξέρης πώς σέ ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί ὁ Πνευματικός σου, δέν πρέπει νά φοβᾶσαι! Νά σκέφτεσαι ὅτι, "κι ἄν δέν μοῦ ἀπομείνη τίποτα στόν κόσμο νά στηριχθῶ, νά ἀκουμπήσω, νά σταθῶ, ὅμως ὑπάρχει ὁ πανταχοῦ παρών Θεός. Γι’ αὐτό καί δέν μπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ. Κοντά μου βρίσκεται κι ὁ Πνευματικός μου, καί μπορῶ νά στηριχθῶ." "Τί δύναται νά μᾶς χωρίση ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλίψη; Στενοχωρία; Ξίφος; Κίνδυνος; Θάνατος; " (πρβλ. Ρωμ. 8,35). Τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίση ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἔχουμε τήν πίστη καί ἐλπίδα μας σ’ Αὐτόν.
Ὅταν ἔχης ἀνάγκη νά ’δης τόν Πνευματικό σου, κι ἀναλογίζεσαι πώς εἶναι πολύ μακριά, καί εἶναι δύσκολο νά τόν συναντήσης τή στιγμή ἐκείνη, πού ἔχεις ἀνάγκη, τότε νά ἔχης ὑπόψη σου, καί νά τό πιστεύης, πώς ὁ Πνευματικός σου πατέρας, ἄν καί εἶναι "ἀπών τῷ σώματι", εἶναι ὅμως "παρών τῷ πνεύματι" (Α΄, Κορ. 5,3) [δηλαδή ἄν καί ἀπουσιάζη σωματικά, εἶναι ὅμως παρών πνευματικά], καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά σ’ ἐνδυναμώνη καί νά σέ σώζη.
Τό ἄν θά "φύγη" (σ.σ ἐννοεῖ ὁ Γέροντας τό νά ἀποθάνη) σύντομα ὁ Πνευματικός σου, σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τό παρεχώρησε αὐτό. Καί ὁ Κύριος θά φροντίση ὁπωσδήποτε γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς σου καί γιά τή σωτηρία σου. Κάποιος ἄλλος θά βρεθῆ νά τόν ἀντικαταστήση. "Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη ζήσεται" (Ἰωάν. 11, 26). Ἄν κάποιος πιστός ἀποθάνη, θά ζήση ὅμως στήν ἄλλη ζωή. Κι ἄν ἀποθάνη ὁ Πνευματικός σου, ὅμως θά ζῆ κοντά στόν Θεό. Καί θά πρεσβεύη σ’ Αὐτόν γιά τά πνευματικά του παιδιά. Θά παρακαλῆ καί γιά σένα, νά σέ δυναμώνη ὁ Κύριος καί νά σέ στηρίζη!
Ἐγώ πιστεύω στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Αὐτός θά σέ βοηθήση ν’ ἀπαλλαγῆς ἀπό τόν πειρασμό, πού ἔχεις. Πρέπει ὅμως νά κάνης ὑπομονή, κι ἐγώ θά παρακαλῶ τόν Θεό γιά σένα, ὅσο μπορῶ. Κι ἐσύ ὅμως πρέπει νά παρακαλῆς νά σέ ἐλεήση ὁ Θεός. Καί θά’ ρθῆ σίγουρα ἡ λύτρωση.
Πάντοτε ἡ ἐξομολόγηση στόν Πνευματικό πρέπει νά εἶναι καθαρή. Νά μή ἀποκρύπτη ὁ ἐξομολογούμενος ἐν γνώσει του καμμία ἁμαρτία του. Καί τότε θά ’χη τή συγχώρηση ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ἡ ἐξομολόγηση εἶναι εἰλικρινής, τότε ἀκριβῶς εἶναι πού βρίσκει ὁ ἐξομολογούμενος ἔλεος, παρηγορία καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.
Ὡς Πνευματικός σας, ἐλπίζω καί πιστεύω πώς σιγά σιγά θά γίνετε ὅπως σᾶς θέλει ὁ Θεός. Ἐγώ, ὅσο μπορῶ, θά σᾶς βοηθῶ. Ἀλλά καί σεῖς πρέπει νά ὑπακούετε σέ ὅσα σᾶς λέγω. Πέραν τούτου, εἶναι τοῦ Θεοῦ δουλειά. Καί ἡ δική σας σωτηρία εἶναι καί δική μου σωτηρία.
Γιά ὅσους προσέρχονται σέ μένα, καί μέ ἐμπιστεύονται, καί γίνονται πνευματικά μου παιδιά, γι’ αὐτούς θεωρῶ τόν ἑαυτό μου ὑπεύθυνο ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Καί θεωρῶ καθῆκον μου νά ἐκπληρώσω στό ἀκέραιο τήν ὑποχρέωσή μου ἀπέναντι σ’ αὐτά τά πρόσωπα. Ἡ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου παιδιῶν εἶναι ταυτόχρονα καί δική μου σωτηρία.
Γέρων Γερμανὸς Σταυροβουνιώτης
<>
Μπορεί κανείς να σωθεί χωρίς Πνευματικό και Εξομολόγηση;
Άγιος Γέροντας Κλεόπα Ηλίε της Ρουμανίας (+1998)
Όχι. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί, ούτε λαϊκοί ούτε μοναχοί ούτε κληρικοί, χωρίς την εξομολόγηση των αμαρτιών και χωρίς τη λύση από τον πνευματικό, κατά τον λόγο του Κυρίου που λέει: «λάβετε Πνεύμα Άγιον. Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς. Αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20, 23). Και σε άλλο χωρίο: «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ. Και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. 18, 18).
Επομένως, πώς θα μπει κανείς στη βασιλεία των ουρανών, μη όντας λελυμένος στη γη από τις αμαρτίες του; Διότι η εξουσία αυτή δόθηκε μόνο στους εκλεκτούς, δηλαδή στους Αποστόλους, στους Επισκόπους και στους Ιερείς, και όχι στους λαϊκούς.
Πρέπει όλοι να έχουμε τους πνευματικούς μας και να εξομολογούμεθα τακτικά, ακόμα και εκείνοι οι οποίοι νομίζουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. Ετσι μας διδάσκει ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης: «εάν είπωμεν οτι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ίω. 1, 8-9).Και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δείχνει λέγοντας: «Όλοι πρέπει να μετανοήσουμε, και λαϊκοί και μοναχοί και ιερείς και αρχιερείς.
Να μετανοήσουμε όλοι (να εξομολογηθούμε), για να σωθούμε». Χωρίς εξομολόγηση, κανείς δεν μπορεί να σωθεί, επειδή «πολλά γαρ πταίομεν άπαντες» (Ιακώβου 3, 2). Πας άνθρωπος συλλαμβάνεται και γεννιέται με αμαρτίες (Γεν. 8, 21˙ Ψαλ. 50, 6˙ Ματθ. 7, 11˙ Ρωμ. 3, 11).
Η Αγία Γραφή μας δείχνει ότι «η δε αμαρτία γεννά τον θάνατον» (Ιακ. 1, 15) και ότι «τίποτα ακάθαρτο δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών». Να ενθυμούμαστε ότι «αμαρτία είναι η καταπάτηση του νόμου του Θεού και ακαθαρσία ενώπιον Του», και ότι η οργή του Κυρίου έρχεται πάνω στους κακούς και αμαρτωλούς, οι οποίοι πεθαίνουν ανεξομολόγητοι και χωρίς μετάνοια. Οι αμαρτωλοί, δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας, στρέφουν την δίκαιη οργή του Θεού και αποκτούν την σωτηρία, των ψυχών τους.
<>
ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
«Ο ανεξομολόγητος άνθρωπος είναι όμοιος με έναν αβάπτιστον και είναι αδύνατον να σωθή. Καί ανίσως ένας όπου απέθανεν εάν μεν και επρόφθασε να εξομολογηθή και ας μη κοινώνησεν είναι ελπίδα εις αυτόν. Εάν δε και δεν εξομολογηθή, ας κοινωνήσει όσες φορές θέλει, τίποτες δεν ωφελείται, μάλιστα βλάπτεται, επειδή και κοινωνεί ανάξια και αλλοίμονον εις αυτόν. Πρώτον πρέπει να γίνεται η εξομολόγησις, έπειτα η Αγία Κοινωνία. Πρώτον να πλύνωμε και να καθαρίσωμεν το αγγείον και ύστερα να βάλωμεν το πολύτιμον πράγμα μέσα».
Μού έλεγε ο Παππούλης Άγιος Πορφύριος:
«Όσο πιο μακριά από το Θεό είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ στενοχωριέται και ταλαιπωρείται από διάφορα πράγματα. Πρέπει να πηγαίνουμε στον πνευματικό μας όταν έχουμε κάτι που μας βασανίζει».
«Να εξομολογείσαι τακτικά και καλά, γιατί και Πατριάρχης να είσαι, αν δεν εξομολογείσαι, δεν σώζεσαι», μου είπε μια άλλη φορά.
Έλεγε ως, με το μυστήριο της Εξομολογήσεως ο,τι είναι πεσμένο χάμω ανορθώνεται. Μας είπε κάποτε τη συγκινητική περίπτωση ενός μοναχού, ο οποίος είχε πάει μικρός στο Άγιο Όρος και είχε πολλά χαρίσματα, που τον έκαμναν να νιώθει ότι ζούσε μέσα στον παράδεισο.
Μιά ημέρα δεν έκανε υπακοή σε κάτι, που του είπε ο Γέροντάς του, και του έφυγε τότε όλη αυτή η χαριτωμένη κατάσταση. Όταν γύρισε ο Γέροντάς του κι έκανε εξομολόγηση και διαβάστηκε η συγχωρητική ευχή, αμέσως επανήλθε η κατάσταση εκείνη της χάριτος, την οποία είχε απολέσει.
Ο Γέρων Πορφύριος τόνιζε πάντοτε ότι, όταν είμαστε μέσα στην...
Εκκλησία, όταν συμμετέχουμε στα Μυστήρια της Εκκλησίας, είμαστε μέσα στον παράδεισο. Καί ότι, όσο πιο πολύ συμμετέχουμε στα Μυστήρια, τόσο πιο πολύ είμαστε στην αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και πάντοτε μας θύμιζε τη ρήση του Κυρίου μας:
«Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον».
Άγιος Πορφύριος
<>
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων πού πάνε να εξομολογηθούν
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων πού πάνε να εξομολογηθούν:
Η πρώτη κατηγορία, περιλαμβάνει αυτούς πού πάνε για πρώτη και τελευταία φορά, χωρίς απόφαση μετανοίας και βρίσκονται στο εξομολογητήριο από περιέργεια. Μετά οί περισσότεροι χάνονται.
Σπάνια μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς, καλοπροαίρετοι, να προστρέξουν ξανά στο ευλογημένο Μυστήριο. Εδώ σ’ αυτές τις ψυχές δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά διακρίνεις περιέργεια, αμφιβολίες πολλές και αινιγματικά χαμόγελα. Πολλές φορές αυτοί με ερωτήσεις αδιάκριτες, προσπαθούν να εξομολογήσουν τον Πνευματικό και όλα τα κρίνουν με τον «επάρατο» ορθολογισμό. Αν θελήσει να τους βοηθήσει λίγο ο Πνευματικός με καμιά ερώτηση, διακριτικά βέβαια, για να βγουν τα φίδια (αμαρτίες) από την ψυχή τους, οι περισσότεροι δεν απαντούν με ειλικρίνεια και συνήθως μετέπειτα τον κατηγορούν, ότι δήθεν τους σκανδάλισε με κάποιες ερωτήσεις πού τους έκανε. «Προφάσεις εν αμαρτίαις». Σημειώνουμε ότι ό Πνευματικός ρωτάει όταν υπάρχει διστακτικότητα και δεν μιλάν οι εξομολογούμενοι και το κάνει αυτό από αγάπη και πόνο στις ψυχές. Ή τέτοιου είδους εξομολόγηση είναι για τον Πνευματικό πολύ επίπονη και κουραστική. Ρωτάμε: Μπορούν αυτές οι ψυχές να ελευθερωθούν και να σωθούν με τέτοια πίστη και με τέτοια στάση έναντι του Θεού, του Μυστηρίου και του Πνευματικού τους Πατέρα;
Η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων. Αυτοί οί αδελφοί πάνε και εξομολογούνται πιο συχνά, έχουν μεγαλύτερη συναίσθηση του Μυστηρίου από τους εξομολογουμένους της πρώτης κατηγορίας. Όμως, αυτοί το κάνουν για να περνούν καλά εδώ σ’ αυτή τη γη και να μην έχουν πειρασμούς. Ή πίστη τους κλονίζεται εύκολα και δεν έχουν συνειδητοποιήσει τί γίνεται στον Ουρανό. Τι έλεγε όμως ό Αββάς; «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ό σωζόμενος». Αυτοί συνήθως δουλεύουν σε δυο κυρίους, λίγο στο Χριστό και πιο πολύ στον κοσμοκράτορα σατάν. Αν και ευεργετήθηκαν από την εξομολόγηση και το Χριστό πάρα πολύ, τρέχουν στο Μυστήριο ιδίως, όταν τους πάνε, όπως λένε, «όλα ανάποδα». Συνήθως στις εξομολογήσεις τους λένε για τους άλλους και τί τους έκαναν οί άλλοι και πολύ λίγο για τον εαυτό τους. Αν τους πει κάτι ό Πνευματικός πού δεν είναι της αρεσκείας τους και δεν θα ήθελαν να το ακούσουν, αντιδρούν και σκυθρωπούν, σε σημείο να κρατούν και κακία ή να σκέφτονται να φύγουν. Θέλουν το λόγο να τον έχουν αυτοί, να επιβάλλουν την άποψη τους και τότε ηρεμούν. Τι έλεγε όμως ό Αββάς; «άκουε μονάς Πατρός σου νουθεσίας ποιου προς αυτόν ταπεινάς αποκρίσεις και λέγε τους λογισμούς σου ώς τω Θεώ». Ας είναι ευλογημένοι οι υπάκουοι.
Επιθυμία τους είναι να αναπαύουν πάντα τον εαυτό τους, χωρίς να έχουν διάθεση θυσίας. Συνήθως είναι θυμώδεις, φιλάργυροι και ανελεήμονες προς τους άλλους. Αρέσκονται να προστρέχουν σε διάφορα προσκυνήματα – καλό είναι βέβαια, αλλά συνήθως δεν υπάρχει και σ’ αυτό καθαρότητα και καλή προαίρεση. Έχουν περιέργεια, είναι σπάταλοι για την οικογένεια και τον εαυτό τους, δεν είναι ολιγαρκείς, κάνουν κακούς λογισμούς και τους καλλιεργούν, τρέχουν ν’ ακούσουν και να δουν διαφόρους Γεροντάδες και το χειρότερο δεν τρέφουν Ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση στον Πνευματικό τους. Πολλές φορές του καταλογίζουν και πολλές παραξενιές και αν τους δοθεί ευκαιρία, μπορεί εύκολα να τον αλλάξουν, επειδή δήθεν είναι αυστηρός, χωρίς άλλη αιτία. Τους αρέσει να εμμένουν στα πάθη τους.
Λένε πολλά λόγια και έχουν λίγες καλές πράξεις. Με επιμέλεια προσέχουν μην τυχόν και χάσουν χρόνο και χρήμα για τον συνάνθρωπο τους και θιγεί το «εγώ» τους. Όπως βλέπουμε και σ’ αυτή την περίπτωση των εξομολογουμένων δεν υπάρχει Μετάνοια, αλλά αχαριστία, φιλαυτία, εγωισμός, κενοδοξία, υποκρισία, Φαρισαϊσμός και ανυπακοή. Ρωτούν τον Πνευματικό για κάποιες υποθέσεις τους «χάριν υπακοής», αλλά πάντα κάνουν το δικό τους, για το όποιο έχουν ήδη προαποφασίσει. Αν κάποιοι κοσμικοί άνθρωποι, πού είναι άγευστοι της πνευματικής ζωής τους πούνε να πάνε για το «καλό» δήθεν σε μέντιουμ, χαρτορίχτρες, καφετζούδες και αγύρτες, είναι έτοιμοι κι’ αυτό να το κάνουν. Η θρησκοληψία είναι αρρώστια.
Δρουν και κινούνται πάντα στο θέλημά τους και δεν υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού. Ρωτούμε: Έτσι μπορεί να κάνη Καρπούς του Αγίου Πνεύματος ή ψυχή; (Γαλατάς Ε’, 22). Ό Χριστός μας τονίζει με έμφαση: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». (Ματθαίον ΣΤ’, 24). Ό Θεός να μας φυλάγει απ’ αυτήν την κατάσταση.
Η τρίτη κατηγορία και ή πιο ευλογημένη. Όσοι πιστοί ανήκουν στην κατηγορία αυτή, αντελήφθησαν τί γίνεται με την αιωνιότητα και πήραν για καλά το δρόμο της Σωτηρίας. Εξομολογούνται με ειλικρινή μετάνοια, συντριβή και πολύ καθαρά, κάνουν φιλότιμη υπακοή, υπέταξαν το θέλημα τους, στο θέλημα του Θεού δια μέσω του Πνευματικού. Βάζουν κάθε μέρα αρχή μετανοίας, σπεύδουν συχνά στο Μυστήριο και επικοινωνούν με τον Πνευματικό για σοβαρά θέματα. Προσπαθούν να μην τον κουράζουν άσκοπα, αντίθετα τον συμπαραστέκονται ποικιλότροπα στο έργο της δύσκολης ποιμαντικής του διακονίας. Δεν είναι αδιάφοροι, προσεύχονται γι’ αυτόν και για όλο τον κόσμο. Πολεμούν, τους κακούς λογισμούς με την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησαν με». Δεν κατηγορούν τους συνανθρώπους τους, αλλά πολύ περισσότερο δεν κατηγορούν και δεν συκοφαντούν τον εξομολόγο τους, ό οποίος γίνεται γέφυρα για τη Σωτηρία τους. Καταλαβαίνουν ότι αναλώνει το χρόνο και τη ζωή του γι’ αυτούς χωρίς να έχει προσωπικό κέρδος και συμφέρον. Ακόμη δεν αφήνουν ούτε ένα λογισμό κακό να πέραση από την διάνοια τους για τον Πνευματικό τους Πατέρα και Οδηγό. Μισούν την αμαρτία. Δεν παρεξηγούνται με ότι και αν τους πει, με ότι και αν τους ρωτήσει, έστω και να τους μαλώσει προς διόρθωση, γιατί νοιώθουν ότι το κάνη από αγάπη για τη λύτρωση τους. Γνωρίζουν οι ψυχές αυτές, με τη φώτιση πού τους έχει δώσει το Άγιο Πνεύμα, λόγω της ταπεινώσεως και της υπακοής πού έχουν, ότι ό Πνευματικός έχει εμπειρία από τις παγίδες πού στήνει στους ανθρώπους ό διάβολος και ό κόσμος. Έτσι μ’ αυτό τον τρόπο προφυλάγει τις ψυχές τους από τις αμαρτίες και τον αιώνιο θάνατο. Τους οδηγεί σε Αγγελική πολιτεία.
Είναι ελεήμονες, δεν υπολογίζουν χρήμα, χρόνο, κόπο και μόχθο, γιατί πιστεύουν ότι ό Θεός τους ενισχύει και τους ελεεί και ότι από Αυτόν προέρχεται «παν δώρημα τέλειον». Αυτοί οι άνθρωποι φτωχοί να είναι, λίγα να έχουν, θα κάνουν και ελεημοσύνες. Τέλος έχουν μνήμη θανάτου, ζουν στη γη και πολιτεύονται στον Ουρανό, είναι έτοιμοι ακόμη και για μαρτύριο, προς χάριν της Αγίας Πίστεώς μας και της αγάπης προς τον Χριστό, να πάνε. Πώς λοιπόν να μην αναπεύεται ή Αγία Τριάδα αλλά και ό Πνευματικός εξομολόγος μ’ αυτές τις ψυχές; Γι’ αυτό βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους να ανεβαίνουν πνευματικά την Ουρανοδρόμα κλίμακα των αρετών με διάκριση και ταπείνωση. «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος του Θεού ημών».
Ας προσευχηθούμε και ας αγωνισθούμε αδελφοί μου να ενταχθούμε στην τρίτη κατηγορία, γιατί μόνον έτσι θα αξιωθούμε να δούμε Πρόσωπον Θεού και να περάσουμε «εν ειρήνη» και αθόρυβα απ’ αυτήν την γη, την πρόσκαιρη πατρίδα μας, αλλά κυρίως να μας συμπεριλάβει ό Πανάγαθος Κύριος μας στους σεσωσμένους της Ουρανίου ζωής μεταξύ των Αγίων Του, «ένθα ουκ εστί πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος» Αμήν.
«Οι άνθρωποι πού αλλάζουν Πνευματικό Οδηγό χωρίς σοβαρό λόγο, δεν κάνουν καρπούς άξιους της μετανοίας» (Ματθ. 3, 8)
«Στις πονηρές ημέρες μας, ή ευσέβεια, ή ευλάβεια, ή αφιλαργυρία, ό φόβος τον Θεού, ή αγάπη και ό πόνος για τις ψυχές, θεωρούνται από τους ανθρώπους του κόσμου τούτου ως παραξενιά». Δεν σας θυμίζει λίγο αυτό το πνεύμα του κόσμου, πού επικρατεί στις ημέρες μας, τα χρόνια του Προφήτου Νώε;
Ό Χριστός μας υπενθυμίζει: «Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι το στέφανον της ζωής» (Αποκάλυψις 2, 10).
«Όπου Μοναστήρι κι’ Εκκλησία, εκεί δεν υπάρχει φυλακή»
«Οι αιρετικοί οργανώνονται και κάνουν τεράστιες αίθουσες, εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν πρέπει να Οργανωθούμε;»
Έκδοση: Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίου Αθανασίου και Αγίας Ακυλίνης
<>
Ο π. Αγαθάγγελος Μιχαηλίδης εξομολογούσε με πυρετό 40 βαθμούς σώζοντας μία γυναίκα από την αυτοκτονία
«Κάποτε ὁ π. Ἀγαθάγγελος Μιχαηλίδης (1908-1991) ἦταν στό κρεββάτι. Μέ πυρετό 39-40 βαθμούς. Καί ἐξομολογοῦσε. Ἕνας κληρικός φίλος του μάταια προσπαθοῦσε νά πείση τόν π. Ἀγαθάγγελο νά σταματήση· καί τόν κόσμο, πού περίμενε τή σειρά του, νά φύγη.
—Γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Καίγεται στόν πυρετό!
Πολλοί ἔφυγαν. Μιά γυναῖκα ἐπέμενε. Καί παρότι ὁ φίλος κληρικός εἶχε πιά πεισμώσει καί τοῦ ζητοῦσε ἐπιτακτικά νά μήν τή δεχθῆ, ὁ π. Ἀγαθάγγελος τή δέχθηκε. Καί ὅταν τελείωσε, τοῦ εἶπε:
—Ἄν δέν τήν ἄφηνες νά ἔλθη νά ἐξομολογηθῆ, θά τήν εἶχες πάρει στό λαιμό σου: Πήγαινε κατ’ εὐθεῖαν γιά αὐτοκτονία!
Καί τοῦ ἔδειξε ἕνα μπουκαλάκι γεμᾶτο δηλητήριο, τό ὁποῖο τοῦ τό εἶχε παραδώσει. Ἡ ἐξομολόγησι τήν ἔσωσε».
Ἀπό τό βιβλίο:
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ
Ἡ Εξομολόγηση - Μετάνοια: Τό Ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου
ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Ἀθήνα 2012
<>
Γιατί είναι αναγκαία η εξομολόγηση
Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας
Η εξομολόγηση είναι αναγκαία για τους εξής λόγους:
α) διότι είναι εντολή του Θεού,
β) διότι επαναφέρει και αποκαθιστά την ειρήνη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και
γ) διότι ωφελεί τον άνθρωπο από ηθική και πνευματική άποψη.
Το ότι η εξομολόγηση είναι θεία εντολή φαίνεται από τις Άγιες Γραφές, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Εξ ονόματος του Θεού ο Μωυσής λέει στους Ισραηλίτες : «Όποιος άνθρωπος, άνδρας ή γυναίκα υπέπεσε σε κάποια από τα αμαρτήματα των ανθρώπων και παραμελώντας αδιαφόρησε γι’ αυτό, πρέπει να εξομολογηθεί την αμαρτία την οποία διέπραξε» ( Αρ. ε΄6-7 ).
Και πάλι: «Εάν η ψυχή αμαρτήσει… και εξαγορευτεί την αμαρτία, ανάλογα δε με το φταίξιμο να ορίσει τιμή και να αποδώσει το κεφάλαιο, δηλαδή το επιτίμιο, προσθέτοντας τον τόκο σε αυτό, να φέρει στον Κύριο ένα κριάρι» (Λευιτ. ε΄ 26).
Στις Παροιμίες του Σολομώντος, αναφέρεται: «Αυτός που καλύπτει την ασέβεια του εαυτού του, δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο. Αυτός όμως που έχει ως αρχή να ελέγχει τον εαυτό του, θα αγαπηθεί» (κη΄13).
Όλοι οι προφήτες και ιδιαίτερα ο Δαβίδ, συστήνουν την εξομολόγηση, αφού τη μετάνοια ακολουθεί η εξομολόγηση. Έτσι, αυτοί που προσέρχονταν στον Ιορδάνη, στον Κήρυκα της Μετανοίας, τον βαπτιστή Ιωάννη, προηγουμένως εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.
Ας δούμε τους λόγους του Ευαγγελιστή: «Τότε προσέρχονταν σ’ αυτόν από τα Ιεροσόλυμα, από όλη την Ιουδαία, καθώς και από όλα τα περίχωρα του Ιορδάνου, και βαπτίζονταν στον ποταμό Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους» (Ματθ. γ΄6).
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η εξομολόγηση είναι θεία εντολή και ως τέτοια πρέπει να τηρείται, για τη σωτηρία των μετανοουμένων. Αυτή η εντολή έλαβε πρόσθετο κύρος στην Καινή Διαθήκη. Η εξομολόγηση έγινε η θύρα της εισόδου στον Χριστιανισμό και αυτό φανερώνεται επαρκώς από την εξομολόγηση των βαπτιζομένων στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη, του οποίου το βάπτισμα ήταν προεισαγωγή στον Χριστιανισμό, γιατί έλεγε:
«Εγώ μεν σας βαπτίζω με νερό, σε βάπτισμα μετανοίας. Αυτός όμως; Που έρχεται μετά από μένα είναι ισχυρότερός μου και δεν είμαι ικανός ούτε τα υποδήματά Του να κρατήσω. Αυτός θα σας βαπτίσει με το πνεύμα το Άγιο και το πυρ της θείας Χάριτος» (Μτ. γ΄ 11).
Αυτό μαρτυρείται επίσης και από τις Πράξεις των Αποστόλων ∙ γιατί διηγούμενος ο απόστολος Λουκάς τα σχετικά με την προσέλευση των Εφεσίων στον Χριστιανισμό, λέει ότι έρχονταν με σκοπό να εξομολογηθούν τις πράξεις τους και μάλιστα με πολύ θάρρος.
Ιδού τα λόγια του αποστόλου: «Πολλοί τε τῶν πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ἀναγγέλλοντες τὰς πράξεις αὐτῶν.» ( Πράξ. ιθ΄ 18 ). Η προσευχή «Πάτερ ημών» είναι ένα είδος συνεχούς και καθημερινής εξομολογήσεως∙ η αίτηση για άφεση των αμαρτιών μας είναι ομολογία των αμαρτιών μας.
Την εξομολόγηση συνιστά και ο απόστολος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος λέγοντας: «Να εξομολογείστε τα παραπτώματα σας ο ένας στον άλλον και να εύχεσθε υπέρ των άλλων, για να γιατρευθείτε, γιατί έχει μεγάλη δύναμη η δέηση του δικαίου και φέρνει θαυμαστά αποτελέσματα» (Ιακ. ε΄ 16).
Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης συμβουλεύει: «Εάν ομολογούμε τις πράξεις μας, ο Θεός είναι πιστός στον λόγο Του ∙ θα μας συγχωρήσει και θα μας καθαρίσει από κάθε αδικία» (Α΄ Ιω., α΄ 9).
Η εξομολόγηση ως αρχαίο έθιμο της Εκκλησίας αναφέρεται από τον Ειρηναίο (Κατά Αιρέσεων Α΄ 13), από τον Τερτυλλιανό (De poenitenciae 2, 4 , 9, 10), από τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα (Στρωματείς Β΄12), από τον Ωριγένη (ομιλία στο Λευιτικό Β΄ 4) και από τον Κυπριανό (στην Επιστολή LVLIX).
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εξομολόγηση αναγκαία και ωφέλιμη, γιατί αυτοί που εισάγονταν στα Μυστήρια της Ελευσίνας και της Σαμοθράκης, προηγουμένως εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους ( Πλουτάρχου, Αποφθέγματα).
Ο δε Σωκράτης συνιστούσε την εξομολόγηση ως σωτήρια πράξη : «Εάν κάποιος με αδικήσει, να είναι πρόθυμος να πάει εκεί που γρήγορα θα αποδώσει το δίκαιο∙ να σπεύσει στον γιατρό, ώστε να μην γίνει χρόνιο το νόσημα της αδικίας και εξασθενήσει ύπουλα την ψυχή, καθιστώντας την ανίατη» (Πλάτωνος, Γοργίας)…
… Η εξομολόγηση πράγματι είναι θεία εντολή, διότι είναι υπαγόρευση της καρδιάς. Αυτός που αμάρτησε αισθάνεται βαριά την καρδιά του και δεν βρίσκει ανακούφιση αν δεν εξομολογηθεί το αμάρτημά του, αν δεν το ομολογήσει ενώπιον του Θεού. Η Αγία Γραφή αναφέρει ένα αρχαιότατο παράδειγμα, την εξομολόγηση του Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε συντετριμμένος, εμπρός στις γυναίκες του, διότι εφόνευσε έναν άνδρα…
… Αυτός που δεν εξαγορεύτηκε τις αμαρτίες του δεν βρίσκει ποτέ ανάπαυση, γιατί ποτέ δεν εξοικειώθηκε με τον Θεό. Αυτός που δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του βρίσκεται διαρκώς κάτω από το βάρος της ενοχής και μακριά από τον Θεό, γι’ αυτό και η ψυχή του θλίβεται και πονάει.
Η ανώμαλη ηθική κατάσταση που επικρατεί στον αμαρτωλό, ο αδιάκοπος έλεγχος που προξενείται από την συναίσθηση της ψυχής που αναγνωρίζει την αμαρτία της και ζητάει ανακούφιση. Η ψυχή αναζητάει την εξομολόγηση, γιατί γνωρίζει τη θεία εντολή ∙ γιατί κατάλαβε ότι αυτή είναι το μόνο μέσον συμφιλιώσεως και συνδιαλλαγής με τον Θεό, τον οποίο συναισθάνεται ότι εξόργισε και επιζητεί να Τον ευχαριστήσει για να μην την αποστραφεί, αλλά να γίνει ελεήμων σε αυτήν και να της συγχωρήσει τις αμαρτίες.
Όπως η εξομολόγηση είναι εσωτερική ορμή, έτσι και η καταλλαγή με τον Θεό είναι εσωτερική προτροπή που υποκινεί προς αυτόν τον σκοπό, γιατί η ψυχή συναισθάνεται ότι αμάρτησε προς τον Θεό και οφείλει να προσεγγίσει τη θεία αγάπη για να θεραπευτεί.
Η Εκκλησία είναι η μόνη που έλαβε την εξουσία να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον θεό και να επιφέρει τη θεραπεία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκείνος που αμάρτησε πρέπει να προστρέξει στην Εκκλησία. Μόνο αυτή έχει τη δύναμη να τον συμφιλιώσει με τον Θεό.
Από το βιβλίο: «Περί επιμελείας ψυχής ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ
<>
Συχνή συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία μετά από Εξομολόγηση και την άδεια του Πνευματικού μας
Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη ο Χριστός παρουσιάζει μία πολύ ωραία εικόνα: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού». Ο Χριστός χτυπάει την πόρτα της καρδιάς μας με πολύ σεβασμό και διακριτικότητα. Δεν κραυγάζει, δεν σπάει την πόρτα, γιατί σέβεται την ελευθερία μας. Δείχνει με την εικόνα αυτή πόσο μας σέβεται, αλλά και πόσο μας αγαπάει. Λαχταράει να του ανοίξουμε να μπει και να δειπνήσει μαζί μας. «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το Πάσχα φαγείν μεθ’υμών». Θέλει, αν είναι δυνατόν, να βρίσκεται κάθε μέρα στο σπίτι του καθενός μας κι εμείς Τον περιφρονούμε. Με δυσκολία του ανοίγουμε την πόρτα μας, ελάχιστες φορές τον χρόνο, σαν σε αδιάφορο επισκέπτη, ίσως και βαρετό. Και πόσο βιαζόμαστε να τελειώνουμε μαζί Του!
Εδώ αύθόρμητα προβάλλει το ερώτημα:
Κάθε πότε πρέπει να κοινωνούμε; Ας αφήσουμε να μιλήσει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πές μου, ρωτάει, αν κληθεί κάποιος σε δείπνο και προσέλθει, και αφού πλύνει τα χέρια του και καθίσει στο τραπέζι, χωρίς καν να αγγίξει τα εδέσματα που ο οικοδεσπότης προσφέρει, δεν προσβάλλει αυτόν που τον κάλεσε;»
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κι εδώ. Όταν προσέρχεσαι σε κάποιο τραπέζι, προσέρχεσαι για να φας. Και η θεία λειτουργία είναι τραπέζι, είναι τροφή. Κι ερχόμαστε σ’ αυτό το πνευματικό τραπέζι, όχι για να κάτσουμε στην άκρη, όχι για να παρακολουθήσουμε, αλλά για να συμμετάσχουμε. Φέρνουμε τις προσφορές μας, τους καρπούς του μόχθου μας, το ψωμί και το κρασί και ικετεύουμε τον Κύριο να αγιάσει τα δώρα μας. Για ποιό λόγο; Μα για να κοινωνήσουμε.
Δυστυχώς, όμως. Αυτή την αλήθεια την ξεχνάμε. Ο διάβολος μας ρίχνει πολλές φορές στην αμαρτία. Αλλά δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη νίκη του. Η μεγαλύτερη νίκη και επιτυχία του είναι που μας έχει πείσει να μην κοινωνούμε συχνά. Γράφει ο Αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Όσοι απομακρύνονται από την εκκλησία και την θεία κοινωνία, γίνονται εχθροί του Θεού και φίλοι των δαιμόνων».
Από το βιβλίο: Λίγα λόγια για τη Θεία Ευχαριστία, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, Ναύπλιο
<>
Η αναγκαιότητα της καθοδήγησης του Πνευματικού Πατέρα
Μας αναφέρει ο Γέροντας Τρύφωνας ηγούμενος της Μονής του Σωτήρος Χριστού της Νήσου Vashon στην Washington των ΗΠΑ: «Υπάρχει ένα γνωμικό πού λέει: “Ο άνθρωπος που κατευθύνει πνευματικά τον εαυτό του μόνος του γίνεται μαθητής ενός τρελλού”».
<>
- Γέροντα, όταν δεν αισθάνομαι την ανάγκη εξομολογησης τι φταίει;
- Μήπως δεν παρακολουθείς τον εαυτό σου; Η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Να πηγαίνεις και απλά να λες τις αμαρτίες σου.
Γιατί τι νομίζεις;; Πείσμα δεν έχεις; Εγωισμό δεν έχεις; Δεν πληγώνεις την αδελφή; Δεν κατακρίνεις; Μήπως εγώ τι πηγαίνω και λέω «Θύμωσα, κατέκρινα..» και μου διαβάζει την ευχή ο Πνευματικός.
Αλλά και οι μικρές αμαρτίες έχουν κι αυτές βάρος.Όταν πήγαινα στον Παπα-Τύχωνα να εξομολογηθώ, δεν είχα τίποτε σοβαρό να πώ, και μου έλεγε: Αμμούδα, αμμούδα παιδάκι μου, δλ οι μικρές αμαρτίες μαζεύονται και κάνουν έναν σωρό αμμούδα που όμως είναι βαρύτερη από πέτρα.
Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης - Λόγοι Γ, πνευματικός αγώνας
<>
Η αγάπη και η προσευχή του Πνευματικού Πατέρα συνοδεύει τα Πνευματικά του τέκνα
Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης της Αθήνας (+1991)
Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης της Αθήνας (+1991):
“Την ώρα πού μπαίνει κάποιος να εξομολογηθεί, τον… κοιτάζω. Όταν φεύγει, τον συνοδεύω με προσευχή, του στέλνω την αγάπη μου ως έξω. Είναι καλύτερα να στέλνεις σιωπηλά την αγάπη σου, παρά να λες λόγια…”.
<>
Η μετάνοια και η Θεία Εξομολόγηση ενός 80χρονου Έλληνα στο Detroit των ΗΠΑ
Αναφέρει ο π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος:
Πριν από χρόνια, μου είπε ο παπα-Εφραίμ Αριζόνας και πήγα στο Ντητρόιτ των ΗΠΑ, και κει με κάλεσαν σ’ ένα σπίτι να εξομολογήσω έναν 80χρονο, ο οποίος δεν ήθελε Εξομολόγηση στην ουσία, αλλά ήθελε να του κάνω ερμηνεία ενός ονείρου που είχε δεί.
Εγώ άρπαξα την ευκαιρία, και από το όνειρο έβγαλα την Εξομολόγηση.
Και είπε, είπε…, και είπε… αυτός ο 80χρονος άνθρωπος, πολλές και φοβερές αμαρτίες, ακατανόμαστες, που δεν μπορούμε ούτε καν να τις ονομάσουμε, στις εξωτερικές μας συζητήσεις, όχι μέσ’ την Εκκλησία, αλλά ούτε και έξω απ΄αυτήν! Τόσο φοβερές ήταν αυτές οι αμαρτίες.
Προσπάθησα λοιπόν να του βάλω την συναίσθηση της βαρύτητος της αμαρτίας, και ότι αύριο μεθαύριο, είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει θα βρεθεί μπροστά στην Κρίση του Αγίου Θεού.
Και τότε εκείνος ο άνθρωπος, κάτω απ’ τη χάρη του Αγίου Θεού, ως άλλος ληστής, είπε:
«Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν»,
δεν είπε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου», αλλά είπε «Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν», αυτό είπε, και άρχισε να κλαίει… να κλαίει… και να κλαίει …
Μισή ώρα, μια ώρα, μιάμιση ώρα, δύο ώρες έκλαιγε… και ’γω καθόμουν και έκλαιγα μαζί του.
Του διάβασα τη συγχωρητική ευχή, και έφυγα.
Αυτός μετά κάλεσε όλους τους δικούς του, και είπε πόσο ανάλαφρος ένοιωθε, γιατί ήταν και πολύ γεμάτος.
Πάμπλουτος εν τω μεταξύ, με εκατομμύρια εκατομμυρίων χρημάτων, και άρχισε να αγκαλιάζει όλους και το υπηρετικό προσωπικό, και από την χαρά του την πολλή να θέλει να χορεύει τους Ελληνικούς χορούς γιατί ξελάφρωσε.
Πέταξε όλη τη σαβούρα του, και την πήρε ο Σταυρός του Κυρίου, και χαρά, χαρά, χαρά, «πετάω σαν άγγελος, νοιώθω νάχω φτερά, νοιώθω νάχω φτερά» έλεγε.
Και έψαλλε ό,τι θυμόταν απ’ την πατρίδα του, μικρό παιδί, γιατί ήταν Ελληνοαμερικανός…
Και από την πολλή του τη χαρά, αισθάνθηκε κούραση, λέει:
«Ας ξαπλώσω παιδιά μου λίγο τώρα, πέντε λεπτά έτσι, να ξεκουραστώ.
Θεέ μου σ’ ευχαριστώ, που δέχτηκες εμένα τον αμαρτωλό, Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ» έλεγε,
και ξαφνικά πέθανε…
Θάνατος Οσιακός, όπως αυτού του ανθρώπου, που ήταν απάνω στο Σταυρό του κακούργου.
Άρα λοιπόν όλοι σας, έχετε αυτήν την ευκαιρία, να πείτε Θεέ μου συγχώρεσέ με, τον αμαρτωλό και την αμαρτωλή, αρκεί να τρέξει απ’ τα ματάκια σας.
Ένα διαμάντι μεγάλης αξίας, το διαμάντι αυτό, να είναι το δάκρυ της μετανοίας, και θα δείτε ν’ ανοίγουν οι ουρανοί, και να σας δέχονται και να σας υποδέχονται, άγγελοι και αρχάγγελοι.
Αλλά εμείς, αλλά εγώ, ο πατήρ Στέφανος, που τον ανεβάζετε και τον κατεβάζετε «άγιο», δεν ξέρω τι άλλο τον λέτε, κουτσομπολεύετε και από πίσω, όχι εσείς, άλλοι…
Εμείς όμως έχουμε αυτό εδώ, (δείχνει το πετραχείλι του), αυτό έχουμε εδώ, και δω κρέμονται εκατοντάδες και χιλιάδες, και θα δώσουμε λόγον.
Μπορούμε όμως να σωθούμε όλοι μας με ένα απλό «μνήσθητι»;
Άς είναι λοιπόν ευλογημένοι οι λαϊκοί που με έναν λόγο μετανοίας επιστρέφουν στην Βασιλεία του Θεού.
Και αλοίμονό σε όλους τους κληρικούς όλου του κόσμου, αλοίμονό τους, διότι σχεδόν και με τα δυό τους πόδια, βρίσκονται στην Κόλαση.
Facebook: Ηλίας Καλλιώρας
<>
Άφεση αμαρτιών, Θεία Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία – Άγιος Κυπριανός Επίσκοπος Καρχηδόνας, Β. Αφρικής (+258)
Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:
«Ὁ Ἅγιος Κυπριανός τονίζει πώς ὁ ἁμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας “διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ ἐπισκόπου καί τοῦ ἱερατείου” ἀφοῦ προηγουμένως ἐξομολογηθῆ (Κυπρ. Ἐπιστ. 16, 2 [βλ. καί: Εpist. 9 § 2])· δέν ἐπιτρέπει τή Θεία Κοινωνία σέ κανέναν “ἐάν προηγουμένως ὁ ἐπίσκοπος καί τό ἱερατεῖο δέν ἐπιθέσουν τήν χεῖρα ἐπάνω του”(Ἐπιστ. 18, 2)· ἡ “ἄφεσι” λέει πού ἔγινε “διά τῶν ἱερέων” εἶναι “ἀρεστή στόν Κύριο”(De Lapsis, 29)».
Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός, ΑΘΗΝΑ 2012
<>
Μοναχή Πορφυρία, πρώην οδηγός ταξί σε Αθήνα και Πειραιά (+2015): Να βρείτε έναν Πνευματικό Πατέρα που θα σας ανεβάσει ψηλά στο Θεό
Ἀναφέρει ἡ Μόναχη Πορφυρία, πρώην ὁδηγός ταξί σε Αθήνα καί Πειραιά (+2015):
«Ὅταν κάνω τήν ἐρώτησι: “Πᾶτε στήν Ἐκκλησία; Ἔχετε Πνευματικό;”. Τό 90% τῶν ἐπιβατῶν μου στό ταξί μοῦ ἀπαντοῦν: “Ὄχι. Ποῦ νά βρεθῆ χρόνος! Καί ἐκτός αὐτοῦ, τί νά πᾶμε νά ἀκούσουμε; Τόν παπᾶ νά μᾶς κάνη κήρυγμα, ἐνῶ αὐτός δέν τό πιστεύει καί κάνει πράγματα πού δέν πρέπει; Ἄσε μας, κοπέλλα μου, στόν πόνο μας. Ἄλλωστε οὔτε ἔχουμε κλέψει οὔτε ἔχουμε σκοτώσει· τί τόν θέλουμε τόν Πνευματικό;”.
Ἀγαπητοί μου, ὅλοι ἔχουμε κλέψει, ὅλοι ἔχουμε σκοτώσει, ὅλοι ἔχουμε ἀδικήσει, ὅλοι ἔχουμε συκοφαντήσει. Δέν χρειάζεται νά πάρουμε στά χέρια μας τό ὅπλο καί νά πυροβολήσουμε· σκοτώνουμε καί μέ τή γλῶσσα καί μέ ἄλλους τρόπους… Ὅταν μᾶς ἀδικοῦν, πονᾶμε· ὅταν, ὅμως, ἀδικοῦμε, δέν πονᾶμε καί εἴδατε πόσο εὔκολα τό κάνουμε; Μέ πόση ἄνεσι μοῦ μιλᾶτε, ὅταν ἐσεῖς ἀδικῆτε! Καί μέ πόσο πόνο μοῦ μιλᾶτε, ὅταν σᾶς ἀδικοῦν! Πόση γαλήνη αἰσθάνεσθε, ὅταν καταλαβαίνω τόν πόνο σας καί σᾶς παρηγορῶ, καί προσπαθῶ νά δίνω λύσεις στά προβλήματά σας! Καί μέ πόση χαρά καί εὐγνωμοσύνη μοῦ λέτε, τό “εὐχαριστῶ”, γιά τήν βοήθεια πού σᾶς προσφέρω! Πόσες φορές σᾶς ρωτῶ: “Σᾶς βοήθησα;”.
“Πάρα πολύ”, μοῦ ἀπαντᾶτε.
“Ἐγώ, πού σᾶς βοήθησα τόσο πολύ, ὅπως λέτε, καί σᾶς γαλήνεψα τήν ψυχούλα σας, θά σᾶς πείραζε ἄν ἤμουν ἀλήτισσα;”,
“Ὄχι, καθόλου”!
“Τότε, γιατί σᾶς ἐνοχλεῖ ἄν ὁ ἱερέας δέν εἶναι σωστός; Ἐκεῖνος σᾶς δίνει αὐτό πού σᾶς ἔδωσα τώρα ἐγώ, ἀλλά μέ θεϊκή χάρι. Λοιπόν, γιατί τόν ἀπορρίπτετε; Σᾶς βολεύει, ἔ; Ἄν ὁ προϊστάμενός σας εἶναι κλέπτης, ἀλήτης ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, θά παραιτηθῆτε ἀπ’ τήν ἐργασία σας;”.
“Ὄχι, βέβαια!”.
“Ἄ! Δέν παραιτεῖσθε ἀπό ἐκεῖ· ἀπ’ τό Θεό, ὅμως, παραιτεῖσθε πολύ εὔκολα!”.
“Ἔτσι, ὅπως μᾶς τά λέτε, ἔχετε δίκηο, δέν τά εἴχαμε σκεφθῆ μέ τή δική σας λογική”.
“Καιρός νά τά σκεφθῆτε. Αὐτό πού δέν μπορῶ νά καταλάβω εἶναι πῶς μπορεῖτε νά ζῆτε χωρίς τό Θεό. Τό ὅτι ὑπάρχετε τό ὀφείλετε στό Θεό. Ὅπου κι ἄν ἔχετε πετύχει, εἴτε ἐπαγγελματικά εἴτε στό γάμο σας εἴτε κοινωνικά, τό ὀφείλετε στό Θεό. Ἕνα εὐχαριστῶ ἐσεῖς δέν Τοῦ τό ὀφείλετε;”.
“Μᾶς ἀνατρέπετε τό σκεπτικό μας”.
“Εἶσθε εὐτυχισμένοι ὅπως ζῆτε;”.
“Μμ! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ναί”.
“Γιά δοκιμάσθε, λοιπόν, νά πηγαίνετε στήν Ἐκκλησία, νά ἀρχίσετε νά ἀκοῦτε τό λόγο τοῦ Θεοῦ μας. Νά βρῆτε ἕνα Πνευματικό, πού θά ἀγγίξη τήν ψυχή σας καί θά σᾶς ἀνεβάση ψηλά στό Θεό. Καί τότε θά δῆτε πώς ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ εὐτυχία. Δοκιμάστε το καί νά εἶσθε σίγουροι πώς δέν θά βγῆτε χαμένοι. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἱερεῖς ἴδιοι· ἔχουμε πολλούς ἁγίους ἱερεῖς, πού, ἄν ψάξουμε μέ καλή διάθεσι καί πίστι στό Θεό, Ἐκεῖνος θά μᾶς τούς ἀποκαλύψη”.
Ἄς μή ψάχνουμε γιά δικαιολογίες, ὅταν φεύγουμε μακρυά ἀπ’ τό Θεό. Κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς διώξη μακρυά Του, παρά μόνο ὁ ἑαυτός μας. Ὅπως κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψη περισσότερο ἀπ’ τόν ἑαυτό μας!».
Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τηλ. 6978461846, Ἀθήνα 2011
<>
Μετάνοια & Θεία Εξομολόγηση – Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Μαθητής του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου & Επίσκοπος Αντιοχείας (+108)
«“Ὅλους ὅσοι μετανοοῦν τούς συγχωρεῖ ὁ Κύριος, ἐάν μετανοήσουν εἰς ἑνότητα Θεοῦ καί εἰς συνέδριον ἐπισκόπου”, λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (Ἰγν. Φιλαδ. 8, 1)».
Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός, ΑΘΗΝΑ 2012
<>
Μετάνοια, Θεία Εξομολόγηση και Πνευματικός Πατέρας
Άγιος Ιερώνυμος της Βηθλεέμ (+420)
Γράφει ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος: «“Ἐάν τό φίδι, δηλαδή ὁ διάβολος, δαγκώση κάποιον κρυφά, τόν μολύνει μέ τό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Καί ἐάν αὐτός πού δέχθηκε τή δαγκωματιά μείνη σιωπηλός καί δέν μετανοήση καί δέν θέλη νά ὁμολογήση τό τραῦμα του σ᾽ ἕνα ἀδελφό καί κύριό του, στόν πνευματικό του πατέρα καί ἱερέα, τότε ὁ ἀδελφός καί κύριός του, ὁ ὁποῖος κατέχει τό λόγο, πού θά τόν θεραπεύση, δέν μπορεῖ νά τόν βοηθήση ἀποτελεσματικά. Διότι, ἐάν ὁ ἀσθενής ἄνθρωπος ντρέπεται νά ὁμολογήση τό τραῦμα του στόν ἰατρό, τότε τό φάρμακο δέν θά τόν θεραπεύση, ἀφοῦ εἶναι ἀκατάλληλο γι᾽ αὐτόν”(St. Jerome, Commentary on Εcclesiastes, Ref. 1375 (388 μ.Χ.), Τhe Faith of the Εarly Fathers, σ. 196-197)».
Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός, ΑΘΗΝΑ 2012
<>
Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης: Συμβουλές για την σχέση μας με τον πνευματικό.
Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη να βοηθήση κάποιον, προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό και όχι να τον δέση με τον εαυτό του. Στην συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη να τον συνδέση με τον Χριστό, και ο άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στον Χριστό. Τότε και ο ένας και ο άλλος έχει τον μισθό του και τα πράγματα πάνε κανονικά.
Όταν όμως ο άνθρωπος αγωνίζεται και κοιτάζη πως να ευχαριστήση αυτόν που προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό, αν δηλαδή μια ενέργειά του θα στενοχωρήση ή θα χαροποιήση εκείνον, και δεν κοιτάζη πως ο Χριστός βλέπει αυτήν την ενέργειά του, τότε ούτε τον άνθρωπο που τον βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τον Χριστό, αλλά ούτε ο ίδιος ωφελείται, γιατί δεν δέχεται θεϊκή βοήθεια.
Δηλαδή ούτε ο Χριστός ούτε ο πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό το οποίο κάνει, αλλά ούτε ο ίδιος βοηθιέται, για να ξεπεράση μια δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μια αδελφή και σκέφτεται: «Άραγε ψάλλω καλά; Θα χαρή η Γερόντισσα;». Ε, αυτή δεν βοηθιέται. Ενώ, αν ψάλλη για τον Χριστό, τα πράγματα πάνε κανονικά· και καλά θα ψάλη και την Γερόντισσα θα ευχαριστήση.
- Γέροντα, όταν κανείς δεν καταλάβη σωστά αυτό που του είπε ο πνευματικός, φταίει;
- Κοίταξε, αν δεν κατάλαβε, επειδή είχε μια επιθυμία και ο νους του ήταν εκεί, πάλι φταίει. Μερικοί το θέλημα το δικό τους το κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τον πνευματικό του για ένα πρόβλημά του και έχει στο λογισμό του την λύση που θέλει, που τον αναπαύει. Ο πνευματικός του λέει τι πρέπει να κάνη και αυτός καταλαβαίνει ότι του είπε να κάνη αυτό που ήθελε, και το κάνει με χαρά, νομίζοντας κιόλας ότι κάνει υπακοή. Και αν του πη μετά ο πνευματικός «γιατί ενήργησες έτσι;», του λέει: «Έτσι δεν μου είπες να κάνω;»
Αλλά και μερικές φορές, αυτό που λέει ο πνευματικός, δεν είναι να το πάρη κανείς κατά γράμμα. Μπορεί να είναι τρόπος του λέγειν. Θα σας πω μια περίπτωση, για να καταλάβετε. Μια σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, που είχε και παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Το παιδί έφυγε από το σπίτι και συζούσε με την καθηγήτρια. Όταν ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του, του είπα να κάνη για το θέμα αυτό ό,τι του πη ο πνευματικός του.
Πήγε λοιπόν ο καημένος στον πνευματικό και μετά ήρθε πάλι σ’ εμένα. Εγώ είχα εκείνη την ημέρα την Εξαρχία του Πατριαρχείου, δεν μπορούσα να συζητήσω μαζί του και του είπα: «Να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός σου». Αυτός δεν έφευγε – και ευτυχώς που δεν έφυγε και επέμενε. Κάποια στιγμή που ευκαίρησα, τον είδα λίγο και μου είπε: «Γέροντα, αποφάσισα να την σκοτώσω αυτή την γυναίκα, γιατί έτσι μου είπε ο πνευματικός μου». «Για στάσου, καλέ μου άνθρωπε, του λέω, τι ακριβώς σου είπε ο πνευματικός;». «Μου είπε: "Αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα"». Καταλάβατε; Ο πνευματικός είπε, τρόπος του λέγειν, «αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα», όχι να την σκοτώση! Από τότε δεν λέω σε κανέναν: «να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός», αλλά ρωτάω τι του είπε ο πνευματικός…
- Μπορεί, Γέροντα, να ζητάη κάποιος βοήθεια από τον πνευματικό του και συγχρόνως να προτείνη και την λύση;
- Εμ τότε, τι βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι να πη ταπεινά σαν λογισμό στον πνευματικό του τι νομίζει ότι θα τον βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – και άλλο είναι να επιμένη ότι ο λογισμός του αυτός είναι σωστός. Τότε είναι που δεν κάνει ο άνθρωπος προκοπή. Είναι σαν να πηγαίνη στον γιατρό και να του λέη: «Αυτό το φάρμακο να μου δώσης». Ο άρρωστος οφείλει να κάνη υπακοή στον γιατρό· δεν θα του υποδείξη τι είδους φάρμακα θα του δώση. Δεν είναι εδώ θέμα ορέξεως, όπως με τα φαγητά και τα γλυκά, για να πη κανείς: «Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταϊφι». Ανάλογα με την πάθηση ο γιατρός δίνει και το φάρμακο.
NNN
<>
Η εξομολόγηση ενός "αναμάρτητου".
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.
«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».
«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».
«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε – είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».
«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.
«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».
«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.
«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει – όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».
Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.
«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».
«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».
Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.
«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».
«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»
«Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».
«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»
«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».
«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ‘ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά. Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα! «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;
«Έχετε κάποια αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»
«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».
«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».
Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.
«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».
NNN
<>
Όλα να γίνονται με την ευλογία του πνευματικού μας.
Σου λέει ο πνευματικός σου, θα νηστεύεις τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας όχι μόνο με αποχή από τροφές αλλά και εγκράτεια παθών και θα προσέρχεσαι να κοινωνείς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Και εσύ το κάνεις αυτό, όμως δεν το δέχεσαι, ταράσσεσαι, γιατί θεωρείς ότι θα πρέπει να νηστέψεις και επιπλέον για να κοινωνήσεις. Αυτό τι σήμαίνει; ότι δεν με απασχολεί ο Χριστός, δεν βλέπω την άσκηση ως υπακοή, ταπείνωση και ενέργεια ερωτική προς τον Θεό αλλά με ενδιάφέρει το πως νιώθω εγώ, η προβολή του εγώ μου.
Είναι σαν να λέγω, "δεν μου αρκεί αυτό που μου λέγει ο πνευματικός, δεν αρκεί η αγάπη του Θεού για να συγχωρεθώ θα πρέπει εγώ να κάνω κάτι επιπλέον για να συγχωρεθώ και να μετέχω στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού". Πάλι δηλαδή βάζουμε το εγώ μας, την δική μας νοοτροπία, την δική μας σκέψη πάνω από του πνευματικου, πάνω από την Εκκλησία, πάνω και από τον Θεό.
"Δεν αρκεί ο Θεός, αλλά χρειάζεται η αρετή μου για να σωθώ, η επιπλέον νηστεία μου, η επιπλέον εγκράτειά μου", έτσι σκεφτόμαστε. Χάνεται δηλαδή ο Χριστός που μου προσφέρεται και κάθομαι και προσπαθώ μόνος μου να βρω τον τρόπο για να γίνω του Χριστού, όπως ο λογισμός μου υπαγορεύει και όχι όπως ο πνευματικός μου είπε.
Θεωρείς ότι το μέτρο της υπακοής που καλείσαι να κάνεις είναι πολύ λίγο. Και το θεωρείς αυτό γιατί θεωρείς τον εαυτούλη σου πιο πνευματικό, πιο ασκητικό, πιο “προχωρημένο”. Δεν αρκεί μια απλή νηστεία, δεν αρκεί ένας μικρός κανόνας. Έτσι όμως θεοποιείται η νηστεία, η ασκητικότητα, η εγκράτεια και χάνεται ο Χριστός. Προσπαθούμε να αυξήσουμε το μέσο χωρίς όμως προορισμό σωστό.
Η υπακοή που κάνουμε στον πνευματικό μας δείχνει την ταπείνωσή μας, εμείς προσπαθούμε να το “παίξουμε” πνευματικοί άνθρωποι ζητώντας από τον πνευματικό να μας βάλει επιτίμια ή κανόνες μεγάλους κτλ. Νομίζοντας ότι εάν έχουμε έναν μεγάλο κανόνα ή κάνουμε μεγάλες νηστείες πριν κοινωνήσουμε προοδεύουμε πνευματικά. Στην πνευματική ζωή όλα είναι σχετικά.
Φυσικά και θα ασκούμαστε όπως μας προτείνει η Εκκλησία μας, από κει και πέρα όμως ότι επιπλέον κάνουμε (ή εάν κάνουμε κάτι λιγότερο) θα πρέπει να γίνεται με την ευλογία του πνευματικού μας . Μην μας πιάνει ο ζήλος και φτάνουμε στα άκρα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που ο Θεός επέτρεψε τις πτώσεις πολλών ζηλωτών ώστε οι άνθρωποι να δούνε ότι η άσκηση χωρίς υπακοή η οποία ασφαλίζει την πορεία μας στον Χριστό είναι άδικος κόπος, όχι μόνο δεν ωφελεί αλλά ζημιώνει.
Ένας πνευματικός είπε σε μία κυρία να μην νηστεύσει μέσα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή από λάδι και γαλακτοκομικά διότι είχε πρόβλημα υγείας, αυτή όμως τον παράκουσε θεωρώντας ότι θα ήταν μεγάλη “αποτυχία” εάν το έκανε. Το αποτέλεσμα; Ο οργανισμός της να μην αντέξει και έτσι την Μεγάλη Εβδομάδα να εισαχθεί στο νοσοκομείο και έτσι όχι μονο δεν μπόρεσε να κρατήσει το αλάδωτο αλλά να τρώει κρέας την Μεγάλη Παρασκευή.
Όταν γίνονται με την ευλογία του πνευματικού μας, όταν γίνονται με ταπείνωση για χάρη της αγάπης του Χριστού μας τότε έρχεται στην ζωή μας η Χάρης του Παρακλήτου.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Βοηθός Εξομολόγησης
Πολλοί προσερχόμενοι στην εξομολόγηση, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα ή δεν έχουμε κάτι να πούμε και φέρνουμε σαν δικαιολογία την αδύναμη μνήμη μας. Γι’ αυτό και ζητάμε από τον ιερέα να μας βοηθήσει.
Όπως λέει και ο π. Αλέξανδρος Ελτσιανίνωφ, «η αδύναμη μνήμη και η ξεχασιά δεν αποτελεί πάντα δικαιολογία. Μπορεί να προέρχεται από έλλειψη σοβαρότητος απέναντι στην αμαρτία, από την πώρωσή μας. Η αμαρτία που βαραίνει τη συνείδησή μας δεν θα ξεχαστεί».
Είναι απαραίτητο πριν προσέλθουμε στον πνευματικό, να καθίσουμε σ’ ένα ήσυχο μέρος, να προσευχηθούμε θερμά στον Θεό να μας δώσει αληθινή μετάνοια να φωτίσει τα κρυπτά των καρδιών μας και να κάνουμε μια όσο το δυνατόν τίμια βυθοσκόπηση.
Ένας από τους κύριους σκοπούς αυτής της δημοσίευσης είναι να βοηθήσει σε μια καλύτερη προετοιμασία και σ’ ένα πιο βαθύ αυτοέλεγχο. Η προσπάθειά μας δεν είναι να φοβήσουμε τον πιστό αλλά να τον προβληματίσουμε και να κάνουμε να δει πιο σοβαρά το Μέγα αυτό Μυστήριο της Εξομολογήσεως αλλά και να δει ίσως και την πνευματική του νηπιότητα. Η καταγραφή των αμαρτημάτων ξανατονίζουμε δεν γίνεται για να απογοητεύση αλλά για να μας βάλει μια καλή υποψία μέσα μας ώστε να αποτάξουμε την επιπολαιότητα με την οποία ζούμε.
Όλ’ αυτά που θα αναφερθούν παρακάτω είναι ένας καθρέπτης μέσα από τον οποίο μπορούμε να δούμε τον εσωτερικό μας κόσμο, όπως επίσης και ποιες πράξεις ή και καταστάσεις είναι αμαρτωλές και τις αγνοούμε λόγο της πώρωσης της καρδιάς μας.
Πόσοι από μας εξομολογούμαστε ασήμαντα πράγματα και αφήνουμε τα βαρύτερα;
Μια σημαντική μερίδα ανθρώπων νοιώθουν απόγνωση από το πλήθος ή το μέγεθος των αμαρτιών τους. Πιστεύουν πως δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας ή πως οι αμαρτίες τους είναι τόσο μεγάλες και φοβερές , που θα καταπλήξουν και θα σοκάρουν τον πνευματικό. Αυτή η διαπίστωση είναι μια από τις αιτίες που πολλοί συγγραφείς – με κυριότερο εκπρόσωπο τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη- καταγράφουν στα έργα τους τα σχετικά με την εξομολόγηση, όλων των λογιών τις ανθρώπινες αμαρτίες, τους τρόπους, δηλαδή, με τους οποίους απομακρύνεται ο άνθρωπος από τον Θεό. Πολλοί, π.χ. πιθανόν να σκανδαλίζονται από το «Εξομολογητάριον» του αγίου Νικοδήμου, όπου καταγράφονται λεπτομερέστατα και οι πιο απίθανες αμαρτίες. Ο άγιος Νικόδημος όμως, με την ποιμαντική ευαισθησία που τον διακρίνει, και ανταποκρινόμενος στις πνευματικές ανάγκες της εποχής του προσέφερε μια σπουδαιότατη υπηρεσία. Όχι μόνον βοηθάει σε μια γνήσια αυτοκριτική και σωστή προετοιμασία , αλλά παράλληλα δίνει θάρρος κι ελπίδα στον αμαρτωλό άνθρωπο, που βρίσκεται στα όρια της απόγνωσης. Του δείχνει, δηλαδή, ότι η Εκκλησία, γνωρίζει καλά την ανθρώπινη αμαρτωλότητα∙ ότι οι δικές του «φοβερές» αμαρτίες δεν είναι άγνωστες για τη μητέρα μας Εκκλησία∙ και ότι είναι λάθος να πιστεύει πως μόνον αυτός είναι κάποιο… τέρας!
Αυτή και μόνον η ανάγκη, που σήμερα με την άμβλυνση των συνειδήσεων γίνεται επιτακτικότερη, μας παρακινεί να καταγράψουμε μερικές από τις αμαρτίες, που πιστεύουμε ότι θα βοηθήσουν σε μια καλύτερη προετοιμασία.
Όπως γράφει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, όλες οι αμαρτίες συνοψίζονται σε μια βασική αμαρτία: Στην έλλειψη αληθινής αγάπης προς τον Θεό, πίστεως σ’ Αυτόν και ελπίδας σ’ Αυτόν. Την εξαγόρευσή μας μπορούμε να την υποδιαιρέσουμε σε τρεις βασικούς τομείς:
Α΄. Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
Έλλειψη ζωντανής σχέσης με τον Θεό.
Κλονισμός πίστεως κι εμπιστοσύνη στον Θεό και στην πρόνοιά Του , στις οποιεσδήποτε δυσκολίες .
Ζητήματα πίστεως, αδυναμίας, αμφιβολίας, ολιγοπιστίας.
Αδιαφορία για την προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, εκκλησιασμό, συχνή θεία μετάλειψη (θεία μετάληψη γίνεται μόνο με την ευλογία του πνευματικού μας).
Αδιαφορία για τη μελέτη της αγίας Γραφής και πνευματικών βιβλίων.
Γογγυσμός κατά του Θεού, βλασφημία ή λογισμοί βλασφημίας.
Όρκος, επιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.
Μαγεία, μαντεία, αστρολογία, κ.λπ., πίστη στις προλήψεις , στην τύχη, στα όνειρα.
Όλα αυτά τα αμαρτήματα έχουν το καθένα τη σοβαρότητά τους. Θα σταθούμε μόνον σε τρία από αυτά , στα οποία οι χριστιανοί δεν δίνουν τόση σημασία:
I) Το πρώτο είναι το θέμα της θείας μεταλήψεως. Η πλειοψηφία των χριστιανών ζουν μακριά από το ποτήριον της ζωής, πολλές φορές χωρίς λόγο. Θα σημειώσουμε στο τέλος πολλά για το θέμα αυτό. Εδώ θα αρκεστούμε μόνον να τονίσουμε πως η αποφυγή της θείας κοινωνίας είναι περιφρόνηση της θυσίας του Χριστού και βέβαια μεγάλη αμαρτία.
ΙΙ) Το δεύτερο είναι η προσευχή. Συνήθως στην εξομολόγηση μιλάμε σχολαστικά για τη νηστεία, ή για άλλα ασήμαντα πράγματα και δεν αναφέρουμε καθόλου το θέμα της προσευχής , με την οποία έχουμε πάρει διαζύγιο. Ούτε βέβαια για την αμέλειά μας κατά την ώρα της προσευχής. Κι έπειτα απορούμε για την κατάστασή μας . Πώς μπορούμε όμως χωρίς τη συχνή θεία κοινωνία και διαρκή επικοινωνία με τον Θεό να προχωρήσουμε; Έλεγε κάποιος ιερέας πολύ σοφά: «Αν θέλεις να δεις πόση αγιότητα και πνευματικότητα διαθέτει κάποιος, ρώτησε τον πόσο προσεύχεται!». Δεν είναι τυχαίο πως όλοι ανεξαιρέτως οι άγιοί μας ήταν άνθρωποι προσευχής. Το κυριότερο έργο τους ήταν η προσευχή, κάτι που για μας είναι πάρεργο.
ΙΙΙ ) Τέλος, το θέμα της μαγείας. Είναι μια μεγάλη πληγή. Χιλιάδες άνθρωποι τρέχουν σε μάγους, σε καφετζούδες, σε χαρτορίχτρες , σε αστρολόγους, ή σε «φωτισμένες» και οραματίστριες. Πηγαίνουν ελαφρά τη καρδία, αγνοώντας ότι αυτό αποτελεί τη χειρότερη βλασφημία κατά του Θεού , την άρνηση του βαπτίσματος , τη συνεργασία με τον σατανά.
Β΄. Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
Έλλειψη αγάπης για τον πλησίον, αδιαφορία γι’ αυτόν, υποτίμηση, περιφρόνηση .
Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, έχθρα, μνησικακία, εκδικητικότητα, ανταπόδοση κακού, σκληρότητα, ασυγχωρησία, πικρία, φθόνος.
Εριστικότητα, φιλονεικία, κατάρες, ύβρεις, ειρωνεία, εμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος.
Έλλειψη η υπομονής.
Κατάκριση, κουτσομπολιό, καταλαλιά, ιεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία, περιέργεια.
Ψεύδος, ανειλικρίνεια, ανεντιμότητα.
Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφή ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση της δημιουργίας του Θεού.
Αγνωμοσύνη, αχαριστία, αναίδεια, θρασύτητα, έλλειψη σεβασμού σε γονείς , προϊσταμένους, ιερείς, κ.λπ.
Σκανδαλισμός άλλων με την ζωή μας, τη συμπεριφορά μας , την προκλητική εμφάνιση.
Παράλειψη καλού κι ελεημοσύνης.
ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Έλλειψη αγάπης , πνεύματος θυσίας, υποχωρητικότητας κι αλληλοκατανόησης.
Έλλειψη ενδιαφέροντος , καλωσύνης και χρόνου για την σύζυγο και τα παιδιά.
Εριστικότητα, πείσμα, υπονόμευση συζύγου.
Αδιαφορία για την ανατροφή και χριστιανική αγωγή των παιδιών.
Παράλογες και εγωιστικές απαιτήσεις από σύζυγο και παιδιά.
Άκαιρες, πιεστικές και αδικαιολόγητες επεμβάσεις στη ζωή και στις αποφάσεις των παιδιών, ή στις οικογένειές τους. Υπονόμευση των προσπαθειών τους και του δεσμού τους.
Μοιχεία.
ΣΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
Απάτη, νοθεία στην εργασία ή στο εμπόρευμα.
Αισχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, απόκρυψη εμπορευμάτων, κλοπή.
Ανεντιμότητα στις συναλλαγές , δολιότητα επαγγέλματος.
Κακομεταχείριση, εκμετάλλευση, αδικία σε βάρος των υπαλλήλων, εργατών, υφισταμένων.
Κι εδώ αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη σοβαρότητα και τους καρπούς της κάθε αμαρτίας θα χρειάζονταν τόμοι ολόκληροι.
Δίχως να θέλουμε να παραβλέψουμε ή να υποτιμήσουμε καμιά αμαρτία, θα σταθούμε και πάλι σε τρεις, που ταλαιπωρούν ιδιαίτερα τις ψυχές μας, αλλά δεν δίνουμε μεγάλη σημασία.
I) Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων έχουμε κάποιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα στις διαπροσωπικές σχέσεις. . Για ασήμαντες αφορμές πολλές φορές , ερχόμαστε σε προστριβές με τους άλλους. Μια αθώα κουβέντα, ή μια σπιθαμή γης, γίνεται αιτία συχνά να καταστραφούν φιλίες, ή συγγενικοί δεσμοί. Ο εγωισμός και η κακία μας κατακλονίζουν και δείχνουμε μια δαιμονική σκληρότητα, ένα σατανικό πείσμα. Έτσι φτάνουμε πολλοί στον πνευματικό , εξομολογούμαστε ένα σωρό ασήμαντες λεπτομέρειες και δεν θεωρούμε σημαντικό να ομολογήσουμε την έλλειψη αγάπης και τη σκληρότητά μας∙ ότι π.χ. έχουμε διακόψει την επικοινωνία με τον αδελφό μας , τον γείτονα, τον φίλο, τον συγγενή∙ ότι δεν του λέμε ούτε «καλημέρα» . Ή και αν τα εξομολογούμαστε, το κάνουμε ψυχρά και τυπικά, σαν να μην συμβαίνει τίποτα∙ περισσότερο για να δείξουμε πόσο άδικο έχει ο άλλος και πόσο δίκιο εμείς. Οι πνευματικοί πολύ συχνά είναι μάρτυρες μιας δαιμονικής κατάστασης. Μας συστήνουν, δηλαδή, να προσπαθήσουμε να συμφιλιωθούμε με τον πλησίον μας ή τον εχθρό μας και μεις απαντάμε αναιδέστατα: «Μέχρι να πεθάνω δεν θα του μιλήσω! Δεν θέλω να τον δω στα μάτια μου! Ούτε στην κηδεία μου θέλω νάρθει!». Είναι όμως αυτό εξομολόγηση; Υπάρχει σ’ αυτά τα λόγια υποψία μετανοίας; Κι έχουμε έπειτα την απαίτηση να μας επιτρέψει ο πνευματικός μας να συμμετάσχουμε στη θεία κοινωνία, τη στιγμή που αυτή τη θεία κοινωνία την αρνούμαστε και την υπονομεύουμε. Η αρρώστια αυτή είναι τόσο φοβερή, που απαιτεί θερμή προσευχή.
Τέλος ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Χριστός θεωρεί την αμαρτία αυτή ως το μόνο εμπόδιο για την συμμετοχή στη θεία κοινωνία: «Εὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου». Δηλαδή, «όταν προσφέρεις το δώρο σου στο ναό κι εκεί θυμηθείς πως ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί, μπροστά στο θυσιαστήριο του ναού το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου, και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου» ( Ματθ. Ε, 23-24 ).
ΙΙ) Ας σταματήσουμε και σε μιαν άλλη φοβερή αμαρτία, την κατάκριση, που ανθεί ιδιαίτερα στα «χριστιανικά» περιβάλλοντα. Ο λόγος του Ιησού είναι κατηγορηματικός: «Μή κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» ( Ματθ. Ζ, 1 ). Εμείς όμως δεν χάνουμε ευκαιρία για να κατακρίνουμε. Λησμονούμε πως η κρίση ανήκει μόνο στον Θεό. Γι’ αυτό και η κατάκριση είναι αντιποίηση αρχής. Σήμερα έχει γίνει της μόδας να μιλάμε για τον αντίχριστο συνεχώς. Όλοι σχεδόν ψάχνουμε δεξιά κι αριστερά να εντοπίσουμε τα ίχνη του αντίχριστου∙ ανησυχούμε∙ αναζητάμε τρόπους για να προφυλαχθούμε∙ επισημαίνουμε «σημεία» και αναλύουμε προφητείες για τον επικείμενο ερχομό του∙ οργανώνουμε συλλαλητήρια εναντίον του∙ αναρωτιόμαστε ποιός είναι, πώς θα ‘ναι κ.λπ. Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης ανατρέπει όλη αυτή την προβληματική μας, λέγοντας ένα φοβερό λόγο: «Εκείνος που κρίνει πριν από την παρουσία του Χριστού, είναι ο αντίχριστος, γιατί αρπάζει το αξίωμα του Χριστού!».
Όλα αυτά βεβαίως γίνονται διότι θεωρούμε ότι εμείς έχουμε πάντα δίκαιο, ότι μόνο η δική μας γνώμη και άποψη είναι η σωστή. Οποιοσδήποτε λοιπόν πει ή κάνει κάτι διαφορετικό κατακρίνεται αμείληκτα. Η πηγή της κατάκρισης είναι η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Δεν βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες γιατί θεωρούμε ότι δεν έχουμε και έτσι ασχολούμαστε με τις ζωές των άλλω.
ΙΙΙ) Τέλος, ας θίξουμε με λίγα λόγια και το αμάρτημα του σκανδαλισμού, που σήμερα το θεωρούμε παρωνυχίδα. Σκανδαλίζουμε τους άλλους με χίλιους δυό τρόπους, με την ασυνέπεια λόγων και πράξεών μας, με τη γλώσσα μας, την απροσεξία , την ανεντιμότητα, την άστατη ζωή μας, την προκλητική εμφάνισή μας. Και εδώ ο Χριστός είναι κάτι παραπάνω από κατηγορηματικός. Ας θυμηθούμε τί είπε για τα σκάνδαλα και τους σκανδαλοποιούς. Ίσως να φαίνεται υπερβολικό , αλλά ο Χριστός μεταξύ μιας άλλης φοβερής αμαρτίας, της αυτοκτονίας , και του σκανδαλισμού, φαίνεται να προτείνει την πρώτη: «ἀνένδεκτόν ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι᾿ οὗ ἔρχεται. Λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν». Δηλαδή, «Είναι αδύνατον να μην έλθουν τα σκάνδαλα∙ αλλοίμονον όμως σ’ εκείνον που τα προκαλεί. Είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να κρεμάσει μια μυλόπετρα στον λαιμό του και να ριχτεί στη θάλασσα» ( Λουκ. ΙΖ, 1-2 ), θέλει ο Χριστός να δείξει πόσο φοβερό είναι το να σκανδαλίζουμε τους άλλους, πόσο ολέθριο είναι για την πνευματική μας κατάσταση.
Γ΄. Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ
Αδιαφορία για την πνευματική ζωή και κατάρτισή μας.
Ανευθυνότητα, ραθυμία, ακηδία, αμέλεια.
Απρεπείς διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά, κάπνισμα.
Φιλαργυρία, απληστία, πλεονεξία, πλούτος, καταναλωτική μανία, πολυτέλεια, επιδίωξη βολέματος.
Υποκρισία.
Αισχρολογία, αργολογία, φλυαρία.
Θυμός, οργή.
Υπερηφάνεια, οίηση, εγωισμός, υπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, επιδίωξη επαίνων, πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη, δαιμονική αυτοπεποίθηση, ιδιοτροπία.
Αμαρτίες και πειρασμοί της σάρκας. Έλλειψη σεβασμού στο σώμα, που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Ανάγνωση ανήθικων περιοδικών, βιβλίων κ.λπ. ή θέαση ανήθικων κινηματογραφικών , θεατρικών, τηλεοπτικών έργων. Ανήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες. Πορνεία, μοιχεία, αυνανισμός.
Προφυλάξεις, αντισύλληψη, έκτρωση.
Σαρκικές σχέσεις εκτός γάμου, παραφύσιν σχέσεις εντός και εκτός γάμου.
Κι εδώ είναι αναγκαίο να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις.
Πολλοί άνθρωποι που έχουν πέσει σε σαρκικές αμαρτίες, δεν μιλούν γι’ αυτές στην εξομολόγηση, γιατί τις θεωρούν «φυσικές». Μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς προτείνουν στην Εκκλησία να προσαρμοστεί στις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου και να αλλάξει την στάση της απέναντι σ’αυτά τα θέματα! Η στάση όμως της Εκκλησίας δεν είναι φούρνος του Χότζα για να αλλάξει σύμφωνα με τα βίτσια του καθενός. Η στάση της Εκκλησίας δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία αλλαγής, αλλά εμείς. Όταν ζητούμε να αλλάξει η Εκκλησία, είναι σαν να ζητάμε να αλλάξει ο Χριστός, όταν λέμε ότι η Εκκλησία κάνει λάθος, είναι σαν να λέμε ότι ο Χριστός κάνει λάθος και πρέπει να αναθεωρήσει αυτά που έχει πει…βγάζουμε δηλάδή τον Θεό λάθος, τον βγάζουμε οπισθοδρομικό κτλ.
Άλλοι πάλι αντίθετα, θεωρούν τις αμαρτίες της 7ης εντολής , δηλαδή τις σαρκικές αμαρτίες , σοβαρότερες από τις άλλες. Και έτσι ή ντρέπονται να εξομολογηθούν, ή όταν εξομολογούνται στέκονται με επιμονή μόνον σ’ αυτές αφήνοντας άλλες που μπορεί να είναι βαρύτερες στα μάτια του Θεού. Ας μην ξεχνάμε όμως, πως ο Χριστός, χωρίς να παραθεωρεί τη συγκεκριμένη αμαρτία, στάθηκε με ιδιαίτερη συμπάθεια και έδειξε μεγάλη ευαισθησία στους πόρνους. Δεν έκανε το ίδιο όμως με τους υποκριτές και τους φιλάργυρους. Στους πρώτους μάλιστα απηύθυνε τα φοβερά εκείνα «Οὐαὶ» και την φράση : «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» ,δηλαδή, σας βεβαιώνω πως οι τελώνες και οι πόρνες θα μπουν πριν από σας στη βασιλεία του Θεού» ( Ματθ. ΚΑ, 31 ) . Γι’ αυτό και η Εκκλησία έχει να επιδείξει ένα πλήθος αγίων, που το πάθος αυτό δεν μπόρεσε να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο τους. Πολύ ωραία σημειώνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Είδα ψυχές που έρρεπαν με μανία στους σαρκικούς έρωτες. Αυτές λοιπόν αφού έλαβαν αφορμή μετανοίας από την γεύσι του αμαρτωλού έρωτος, μετέστρεψαν αυτόν τον έρωτα σε έρωτα προς τον Κύριον. Έτσι ξεπέρασαν αμέσως κάθε αίσθημα φόβου και εκεντρίσθηκαν στην άπληση αγάπη του Θεού.
Γι’ αυτό και ο Κύριος στην αγνή εκείνη πόρνη (Λουκ. ζ΄37-48) δεν είπε ότι εφοβήθηκε, αλλά «ότι ηγάπησε πολύ» και κατώρθωσε εύκολα να αποκρούση τον ένα έρωτα με τον άλλον.»
Από την άλλη πλευρά ο Χριστός δεν στέκεται στην αμαρτία που γίνεται μόνο με το σώμα, αλλά πάει πολύ βαθύτερα: «᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.» ( Ματθ. Ε, 28 ) . Επομένως, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, όλοι είμαστε παραβάτες της 7ης εντολής. Καθημερινά πορνεύουμε με τους λογισμούς μας.
Αν δούμε ευρύτερα το αμάρτημα αυτό, θα αντιληφθούμε ότι πορνεία είναι κάθε χρησιμοποίηση του άλλου ανθρώπου για δικό μας όφελος , για δική μας ικανοποίηση. Μ’ αυτή την έννοια αν θέλουνε να ψάξουμε πόσες φορές έχουμε , με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, χρησιμοποιήσει τους άλλους (τους φίλους, τους συγγενείς, τα παιδιά μας, τους υφισταμένους μας κ.λπ. ) για τις δικές μας εγωκεντρικές επιθυμίες τότε θα χρειαζόμασταν οπωσδήποτε την βοήθεια των κομπιούτερς…!
Πέραν αυτού όμως, το σοβαρό μας σφάλμα είναι ότι σχεδόν όλοι μας πάμε κατευθείαν στην 7η εντολή , ενώ πριν υπάρχουν άλλες 6.
Σημειώσαμε πιο πάνω το αμάρτημα της φιλαργυρίας. Ελάχιστοι νοιώθουμε την ανάγκη να πούμε κάτι γι’ αυτό. Μπορεί να λέμε, «δεν σκότωσα, δεν έκλεψα, δεν εμοίχευσα» και όμως να έχουμε 5-6 διαμερίσματα και αρκετές καταθέσεις, ή κι αν δεν έχουμε, αυτό είναι το όνειρό μας και ο στόχος της ζωής μας. Έτσι ,σαν διάθεση νάμαστε φιλοχρήματοι και άπληστοι λησμονούμε τον λόγο του Ευαγγελίου : «Ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι…».
Ξεχάσαμε πως αν ο Χριστός έδειξε συμπάθεια στους πόρνους, δεν έκανε το ίδιο με τον πλούσιο. Είναι τυχαίο ότι ο Χριστός κάνει την πιο τρομακτική περιγραφή της κόλασης στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου; Είναι τυχαίο ότι ο Χριστός είπε για τους πλούσιους την φοβερή φράση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.». Δηλαδή, «Σας διαβεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω. Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από την κλειδαρότρυπα παρά να μπει πλούσιος στην βασιλεία του Θεού» ( Ματθ. ΙΘ, 23-24 ). Γιατί ο φιλοχρήματος έχει μόνη του ελπίδα το χρήμα , που δεν τον αφήνει να δει τον διπλανό του. Και τόσο πολύ μεθάει απ’ αυτό το πάθος, που κάνει τα πάντα , πατάει επί πτωμάτων για να πλουτίσει. Κανείς δεν πλουτίζει δίχως αμαρτίες. Ο ίδιος ο μαθητής του Χριστού, ο Ιούδας , τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια. Ένας άνθρωπος που πιστεύει στο χρήμα , δεν μπορεί να πιστεύει στον αληθινό Θεό. Υπάρχουν βεβαίως και άνθρωποι που έχουνε χρήματα αλλά επιτελούν ελεημοσύνες και φιλανθρωπίες αθόρυβα, μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητος. Και έτσι κάνουνε θεάρεστη διαχείρηση του πλούτου τους. Δεν είναι κακό λοιπόν να έχεις κάποια χρήματα, το θέμα είναι πως διαχειρίζεσαι όλα αυτά που σου εμπιστεύτηκε ο Θεός. Εάν έχεις κάνει την περιουσία σου, τα χρήματα, τα χωράφια σου τον Θεό σου τότε αμαρτάνεις, εάν ασκείς την αρετή της ελεημοσύνης χωρίς φειδώ, τότε επιτελείς έργο Θεού.
Να σημειώσουμε ότι πολλοί χριστιανοί αφού εξομολογηθούν δεν ρωτούν τον ιερέα εάν και πότε και με ποια προετοιμασία μπορούν να κοινωνήσουν. Θεωρούν εσφαλμένα ότι αφού εξομολογήθηκαν μπορούν να προσέλθουν στο Κοινό Ποτήριο και να λάβουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Ο πνευματικός θα ορίσει εάν και πότε και με ποια προετοιμασία ο πιστός θα κοινωνήσει.
Να τονίσουμε όμως ότι μπορεί ο πνευματικός να κρίνει ότι ο εξομολογούμενος δεν θα πρέπει να προσέλθει να κοινωνήσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πιστός στερείται της Χάριτος. Και πάλι ο πιστός Χαριτώνεται από τον Θεό με την υπακοή που θα δείξει στον λόγο του πνευματικού του πατρός και το ταπεινό φρόνημα που θα καλλιεργήσει. Είναι λάθος να θεωρείται η "απαγόρευσή" μας να κοινωνήσουμε ως τιμωρία από τον πνευματικό. Όταν είμαστε άρρωστοι ο γιατρός μπορεί να μας απογορεύση να κάνουμε κάποια πράγματα όχι όμως επειδή μας τιμωρεί αλλά διότι θέλει να μας θεραπεύσει. Έτσι θα πρέπει να λογίζεται και η πράξη του πνευματικού που μας στερεί για λίγο καιρό την συμμετοχή μας στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Μένοντας στην υπακοή στον πνευματικό μας ευαρεστούμε τον Θεό και προοδεύουμε πνευματικά, η παρακοή μας δείχνει ότι ούτε μετάνοια έχουμε, ούτε ταπείνωση.
Μην ξεχνούμε το εξής: "Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν."
( Καθ. Επιστ. Ιακ. δ΄.6 )
NNN
<>
Γέροντας Παΐσιος: Χρειάζεται πνευματικός οδηγός στην πνευματική ζωή.
Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό, να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύωνται. Αν έχουν πνευματικό και βάλουν ένα πρόγραμμα με προσευχή και λίγη μελέτη, εκκλησιάζωνται, κοινωνούν, τότε δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν σ’ αυτήν την ζωή.
Η ψυχή πρέπει να παρακολουθήται από τον πνευματικό, για να μη λαθέψη τον δρόμο της. Μπορεί να βοηθάη στον αγώνα λ.χ. και η πνευματική μελέτη, αλλά, αν κανείς δεν έχη πνευματικό οδηγό, μπορεί να δίνη δικές του ερμηνείες σ’ αυτά που διαβάζει, και να πλανηθή.
Βλέπεις, και όταν κάποιος πάη κάπου με το αυτοκίνητό του και δεν γνωρίζη καλά τον δρόμο, μπορεί να συμβουλεύεται τον χάρτη, αλλά σταματάει κιόλας και ρωτάει, για να μην πάρη λάθος δρόμο. Ξεκινάει, ας υποθέσουμε, από την Αθήνα να πάη στην Φλώρινα. Έχει χάρτη και τον παρακολουθεί, αλλά ρωτάει και σε κανένα περίπτερο αν πηγαίνη καλά, αν ο δρόμος είναι καλός, γιατί σε καμμιά διασταύρωση υπάρχει κίνδυνος να πάρη άλλο δρόμο και να βρεθή στην Καβάλα ή σε κάποιον γκρεμό να κινδυνέψη να σκοτωθή. Φυσικά, μπορεί κάποιος να ρωτήση, αλλά να μην πάρη τον δρόμο που θα του πουν, και να βρεθή τελικά αλλού, ή να μην προσέξη τα επικίνδυνα σημεία, και να πάθη κακό. Όποιος όμως του δείξη τον δρόμο και συγχρόνως του πη: «πρόσεξε, στο τάδε σημείο έχει μια στροφή επικίνδυνη, εκεί έχει έναν γκρεμό…», εκείνος θα έχη το μισθό του. Το ίδιο, θέλω να πω, πρέπει να γίνεται και στην πνευματική ζωή. Είναι απαραίτητο ο πιστός να έχη πνευματικό που θα τον καθοδηγή με τις συμβουλές του και θα τον βοηθάη δια του μυστηρίου της εξομολογήσεως. Έτσι μόνον μπορεί να ζήση ορθόδοξη πνευματική ζωή και να είναι σίγουρος ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.
Τον πνευματικό οδηγό φυσικά κανείς θα τον διαλέξη. Δεν θα εμπιστευθή στον οποιονδήποτε την ψυχή του. Όπως για την υγεία του σώματος ψάχνει να βρη καλό γιατρό, έτσι και για την υγεία της ψυχής του θα ψάξη να βρη κάποιον καλό πνευματικό και θα πηγαίνη σ’ αυτόν, τον γιατρό της ψυχής, τακτικά.
από το βιβλίο: Η δύναμη της εξομολογήσεως
NNN
<>
Το πραγματικό μας πρόβλημα
Άλλο είναι να ομολογώ την αμαρτία μου και να ζητώ τον Θεό και άλλο να μιλώ για το πρόβλημά μου και να ζητώ λύση.
Πολλές φορές πηγαίνουμε στον πνευματικό, για να λύσουμε το πρόβλημά μας. Αυτό σημαίνει: Σε παρακαλώ, μη μου μιλήσεις τώρα για τον Θεό, μην με ενώσεις με τον Θεό, μόνο βοήθησέ με να προσαρμοσθώ στη ζωή αυτή, να τακτοποιήσω τα θέματά μου, ώστε να μην υποφέρω, βοήθησέ με να συνδυάσω αυτό που θέλω και σκέπτομαι με την δυσκολία, την δοκιμασία που έχω.
Παραδείγματος χάριν, έχασα την δουλειά μου, πηγαίνω στον πνευματικό. Δεν πηγαίνω γιατί με ενδιαφέρει ο Θεός αλλά πως θα λυθεί το πρόβλημά μου, γυρεύω λύση, δουλειά, όχι τον Θεό. Μπορεί να πω και μερικές αμαρτίες μου εκεί, αλλά αυτό που με καίει είναι να βρω δουλειά, όχι τον Θεό. Θέλω τον Θεό για να μου βρει πάλι δουλειά. Δεν θέλω τον Θεό, θέλω κάτι από τον Θεό. Γίνεται ουσιαστικά το αίτημα μου ο θεός μου και ο Θεός γίνεται ένα μέσω για να πραγματοποιηθεί το αίτημά μου, η λύση που ζητώ.Είναι ξεκάθαρο ότι δεν θέλω τον Θεό αλλά την πραγματοποίηση του αιτήματός μου. Κι αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου θα διαπιστώσω ότι πάντα προσμένω κάτι από τον Θεό και γι’αυτό πηγαίνω στην Εκκλησία, στον πνευματικό. Αυτό όμως δείχνει ότι δεν αγαπώ τον Θεό, δείχνει την κοσμικότητα της ζωής μας, δείχνει τα αδιαπραγμάτευτα «θέλω» που κυριαρχούν στην καρδιά μας.
Γι’αυτό θλιβόμαστε και μας πιάνει κατάθλιψη. Σχεδόν όλα τα ψυχολογικά προβλήματα έχουν πηγή τον εγωισμό μας. Μας στράβωσε κάτι στην ζωή μας και δεν μπορούμε να το δεχτούμε μέσα μας. Δεν πραγματοποιούνται οι προσδοκίες μας και αναθεματίζουμε τους πάντες και τα πάντα. Ειδωλοποιούμε τις ανάγκες μας, τα όνειρά μας και μετά μας πιάνουν τα ψυχολογικά μας γιατί δεν έγιναν όπως τα είχαμε προγραμματίσει στο μυαλουδάκι μας.
Όταν βλέπω ανθρώπους που αναστενάζουν γεμάτοι παράπονο σημαίνει ότι βρήκα έναν ομοιοπαθή μου, έναν εγωιστή.
Τα παράπονα παύονται όταν αποκτήσουμε ταπείνωση και δεχόμαστε ότι έρθει στην ζωή μας ως μέσω άσκησης και αγιασμού.
Το να πηγαίνουμε στους ναούς, να αλλάζουμε και πνευματικό κάθε λίγο και λιγάκι γιατί δεν μας «αναπαύει» κανένας -ουσιαστικά όμως επειδή δεν μας λύνει τα προβλήματά μας- τότε μάταια κουραζόμαστε.
Τα προβλήματα δεν θα μας τα λύσει μαγικά ο πνευματικός. Διότι ότι και να μας πει ο πνευματικός εάν εμείς έχουμε εγωισμό και να λυθεί κάποιο ζήτημα που μας στεναχωρεί θα έρθει άλλο, γιατί πάντα ο εγωιστής άνθρωπος θα βρει κάτι για να στεναχωρεθεί, διότι ο εγωιστής είναι ιδιότροπος, βάζει κακό λογισμό με το παραμικρό.
Το θέμα δεν είναι –νομίζω- να λύσουμε τα προβλήματά μας στην εξομολόγηση, αλλά να βρούμε τον Θεό κι ας έχουμε προβλήματα, να βρούμε τον Χριστό μέσα από τις δοκιμασίες της ζωής μας, να έλθει η Χάρις Του δια της μετανοίας και εξομολόγησης των αμαρτημάτων μας. Τα προβλήματα πάντα θα υπάρχουν ως αποδείξης της πνευματικής μας νηπιότητας και υπαρξιακής ανεπάρκειας.
Βέβαια ακόμα και για τα προβλήματά μου θα νοιαστεί η Εκκλησία, θα το συζητήσω με τον πνευματικό μου, όμως δεν πρέπει να μείνω σ’αυτά, αλλιώς βγαίνει από το κέντρο της ζωής μου ο Χριστός και έρχεται στην θέση Του, το πρόβλημά μου. Και αυτό όντως...είναι πρόβλημα.
αριχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Σκέψεις πριν την εξομολόγηση
Ἡ Ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς μαθητές Του : "Ὅσα ἂν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ὅσα ἂν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ".
Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν πιὸ μεγάλη εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, γιατί μᾶς παρέχει τὴ σιγουριὰ καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅλα τὰ ἐξομολογούμενα ἁμαρτήματα δὲν θὰ ὑφίστανται.
Δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ πιστοὶ γιὰ διαφόρους λόγους - κυρίως ἐξ ἀγνοίας - ὑποτιμοῦν τὸ μέγα αὐτὸ μυστήριο ἢ τὸ παρερμηνεύουν. Ἐπειδὴ λοιπὸν γνωρίζουμε ὅτι, ὅταν ἕνας πιστὸς ἀποφασίσει νὰ προσέλθει στὸ μυστήριο, θὰ ἀντιμετωπίσει ποικίλα ἐμπόδια καὶ πειρασμούς, θὰ προσπαθήσουμε μὲ τὶς πτωχές μας συμβουλὲς νὰ βοηθήσουμε στὸ ξεπέρασμα τῶν δυσκολιῶν, ὥστε προετοιμασμένοι σωστὰ νὰ προσερχόμαστε στὸ Μυστήριο.
Πρὶν ξεκινήσεις γιὰ τὸ ἐξομολογητήριο, προσευχήσου θερμὰ στὸν Κύριο νὰ σὲ βοηθήσει νὰ ξεπεράσεις τὰ τυχὸν ἐμπόδια, κυρίως δὲ νὰ σὲ ὁδηγήσει σὲ συναίσθηση τῶν πράξεών σου φωτίζοντας τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου καὶ τῆς συνειδήσεώς σου, ὥστε νὰ ἐξετάσεις σὲ βάθος τὸν ἑαυτό σου, τὰ ἔργα σου, τὰ λόγια σου, τὶς σκέψεις σου καὶ νὰ τὰ ὁμολογήσεις συντετριμμένος ἐνώπιόν του πνευματικοῦ.
Ἐξομολογοῦμαι σημαίνει: "Ὁμολογῶ ἔξω αὐτὸ ποὺ ἔχω μέσα μου". Τὸ ἐξομολογητήριο δὲν εἶναι δικαστήριο, ἀλλὰ θεραπευτήριο. Ὁ πνευματικὸς "ἀνοίγει" τὴν ψυχὴ τοῦ ἐξομολογούμενου, ἐμποδίζει τὸ σχηματισμὸ συμπλεγμάτων, ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἐνοχὲς καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ καὶ οἰκοδομεῖ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ συγκρότηση τοῦ προσερχόμενου προσώπου.
Νὰ ἔχεις στὴ σκέψη σου ὅτι ὁ πνευματικὸς εἶναι πατέρας. Ἀκούει μὲ ἀγάπη, συμπάσχει καὶ ἐνθαρρύνει. Δὲν ὀργίζεται, δὲν ἀγανακτεῖ. Μόνο βοηθᾶ νὰ ἔλθεις σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου, νὰ κατανοήσεις τὴν ἀδυναμία σου, ὥστε νὰ ἀξιωθεῖς νὰ πάρεις ὡς "προίκα"τὴ Θεία Χάρη. Ὅσα ἀκούσει στὴν ἐξομολόγηση αὐτὸς καὶ ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει. Εἶναι ἀπόρρητα ἐξ ἀπορρήτων.
Ξεπέρασε τὴ ντροπή. Πὲς ὄχι στὰ τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ. Μὴν ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἐξομολογήσου τὰ ἁμαρτήματά σου μὲ εἰλικρίνεια, συγκεκριμένα, ὄχι μὲ ἐπικαλύψεις καὶ ἐξηγήσεις, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ δικαιολογίες, γιατί μόνο τότε θὰ βρεῖς ἐσωτερικὴ ἀνάπαυση.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος συμβουλεύει: Οἱ στρατιῶτες, ὅταν τραυματίζονται στὴ μάχη, τρέχουν ἀμέσως στὸ γιατρό, δένουν τὰ τραύματά τους καὶ συνεχίζουν νὰ πολεμοῦν. Ταυτόχρονα ἀποκτοῦν πείρα καὶ φυλάγονται καλύτερα γιὰ νὰ μὴν ξανατραυματιστοῦν. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, τραυματίες στὸν πνευματικό μας ἀγώνα, δὲν πρέπει νὰ δειλιάζουμε, ἀλλὰ τρέχοντας στὸ γιατρὸ - πνευματικὸ καὶ δείχνοντάς του τὸ τραῦμα μας νὰ θεραπευόμεθα πνευματικὰ καὶ νὰ συνεχίζουμε τὸν καλόν μας ἀγώνα.
Ὁ Πνευματικὸς μπορεῖ νὰ ἐπιβάλει κάποιο ἐπιτίμιο. Νὰ γνωρίζεις ὅτι αὐτὸ εἶναι "φάρμακο" ποὺ ἀποβλέπει στὴν πνευματική σου πρόοδο. Εἶναι ἕνα θεραπευτικὸ μέσο γιὰ διόρθωση καὶ προφύλαξη. Δυστυχῶς ὑπάρχουν χριστιανοί, ποὺ προτείνουν μία "ἔξυπνη"... ἐξομολόγηση: "Θὰ τὰ πῶ στὴν εἰκόνα". Μεγάλη ἡ πλάνη τους! Διότι καμία εἰκόνα δὲν ἔλαβε ἐξουσία νὰ ἀκούει καὶ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες ἀνθρώπων. Ἀλλὰ καὶ στὰ πνευματικά μας προβλήματα ποιὸς θὰ μᾶς συμβουλεύσει; Ποιὸς θὰ μᾶς δείξει τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὶς καθημερινὲς παγίδες τοῦ πονηροῦ; Ποιὸς θὰ μᾶς δώσει τὴ βεβαιότητα ὅτι συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες μας; Καὶ τὸ βασικότερο, πῶς θὰ νιώσουμε τὴ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά μας;
Νὰ ἔχεις ὑπόψη σου τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: "Ἡ ἐξομολόγηση φαίνεται βαριά, μὰ εἶναι πολὺ ἐλαφρὺ πράγμα. Σὰν νὰ πρόκειται νὰ σηκώσουμε τέσσερις τρίχες. Τόσο ἐλαφρύ. Πρώτη τρίχα: Νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας. Δεύτερη τρίχα: Νὰ βροῦμε πνευματικὸ καλό, ἐνάρετο καὶ νὰ τοῦ ποῦμε ὅλα τὰ ἁμαρτήματά μας. Τρίτη τρίχα: Κατὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ μὴν ρίξουμε τὶς εὐθύνες γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας σὲ κάποιον ἄλλον. Νὰ ποῦμε μὲ ταπείνωση: Ἐγὼ φταίω, ἡ κακή μου διάθεση, ἡ ἀγάπη μου γιὰ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία. Τέταρτη τρίχα: Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ποῦμε: Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν θὰ ἀφήσω τὸν ἑαυτό μου νὰ ξαναπέσει στὶς ἴδιες ἁμαρτίες".
Μὴν ἀναβάλλεις τὴν ἐξομολόγηση. Μὴν πεῖς: Ἔχω καιρό. Ἀργότερα. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι μεγάλη παγίδα. Ἀποκοιμίζει τὴ συνείδηση καὶ ἀποπροσανατολίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἐξ ἄλλου δὲν εἴμαστε ἐξουσιαστὲς τοῦ χρόνου καὶ δὲν γνωρίζουμε πότε θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο. Γιατί λοιπὸν νὰ στερεῖσαι ἕνα τέτοιο ἀγαθό, γιατί νὰ ἀναβάλλεις τὴ μετάνοιά σου καὶ γιατί νὰ μὴν βιώνεις τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, ποὺ σοῦ προσφέρει τὸ Ἱερὸ αὐτὸ Μυστήριο; Καθὼς τὸ βαρὺ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνοχῶν ἔφυγε ἀπὸ πάνω σου, αἰσθάνεσαι ὅτι ζεῖς τὴ χαρὰ τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, τῆς ἐπιστροφῆς στὸν Πατέρα.
"Ὁ Παράδεισος ἄνθισε στὴν καρδιά μου ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξομολογήθηκα" γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι στοὺς "Ἀδελφοὺς Καραμαζώφ".
Αὐτὴ ἡ Χαρὰ εὐχόμεθα νὰ ἀνθίσει στὶς καρδιὲς ὅλων μας.
NNN
<>
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;
Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας. Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;
----------------------------------
Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.
Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;
Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναι χωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.
Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.
Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;
Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.
Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;
Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.
----------------------------------
Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία, γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.
----------------------------------
Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει...ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι "λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ", τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.
----------------------------------
Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ'ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.
Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα "ορθοδοξούμε" πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και "μάρτυρες της αληθείας", ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;
----------------------------------
Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.
Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
NNN
<>
Ερωτήματα και απαντήσεις για την Ιερά Εξομολόγηση
ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
•Τι είναι η Εξομολόγηση ;
Η Εξομολόγηση είναι ένα από τα βασικά Μυστήρια της Εκκλησίας. Μας δίνει τη δυνατότητα να «συμφιλιωθούμε» με τον Θεό, να εξετάσουμε την πίστη και τη ζωή μας και να εξασφαλίσουμε πνευματική υγεία. Είναι πράξη μετάνοιας. Και μετάνοια σημαίνει αλλαγή του εαυτού μας, στροφή, μεταμόρφωση.
Όταν αμαρτάνουμε απομακρυνόμαστε από τον Θεό. Όταν όμως μετανοούμε, ομολογούμε τις αμαρτίες μας και ζητάμε συγχώρεση, επιστρέφουμε σ΄ Αυτόν. Η Εξομολόγηση μας απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας. Επιπλέον μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε τους βαθύτερους προβληματισμούς μας, να δεχτούμε συμβουλές και να ενισχυθούμε πνευματικά.
•Πως καθιερώθηκε ; Μήπως πρόκειται για πρόσφατη επινόηση των κληρικών ;
Το Μυστήριο καθιερώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό. Αυτός έδωσε στους Αποστόλους την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες. Στη συνέχεια οι Απόστολοι μετέδωσαν το χάρισμα αυτό στους επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Έτσι, μέσω της κανονικής χειροτονίας διαιωνίζεται .
•Είναι απαραίτητη η Εξομολόγηση για όλους ;
Μόνο ένας αναμάρτητος δε χρειάζεται Εξομολόγηση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει ότι όποιος θεωρεί τον εαυτό του αναμάρτητο, βρίσκεται σε πλάνη και μακριά από την αλήθεια. Αλλά και ο μόνος αναμάρτητος , ο Χριστός, δεχτηκε το βάπτισμα της μετανοίας από τον Πρόδρομο και έδειξε την αναγκαιότητα του Μυστηρίου με το παράδειγμά Του. Γι΄ αυτό η Εξομολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθόδοξης χριστιανικής πνευματικής ζωής.
•Ποιος μπορεί να εξομολογεί ;
Όπως προαναφέραμε, η Εξομολόγηση γίνεται σε έναν Πνευματικό. Δηλαδή σε ιερέα ο οποίος έχει επιλεγεί ειδικά γι΄ αυτό το έργο. Χρειάζεται βέβαια να επικοινωνήσουμε μαζί του για να μας ορίσει τον χρόνο και τον τόπο, εκτός και αν εξομολογεί σε καθορισμένες τακτικές ημέρες και ώρες , οπότε δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη συνεννόηση.
•Και ο πνευματικός έχει αμαρτίες, διότι και αυτός είναι άνθρωπος!
Ο Πνευματικός δε συγχωρεί τις αμαρτίες μας με τη δική του αγιότητα ή δύναμη, αλλά με τη Χάρη που του δόθηκε από τον Θεό αυτός μεσολαβεί μόνο. Τις δικές του αμαρτίες φροντίζει να τις εξομολογείται και αυτός σε κάποιον άλλον πνευματικό. Γι'αυτό και είναι λάθος να ψάχνουμε "άγιους" πνευματικούς. Το θέμα δεν είναι να βρούμε κάποιον άγιον για να εξομολογηθούμε αλλά να καταλάβουμε την αμαρτία μας και να βρούμε την δύναμη να την ομολογήσουμε σε έναν πνευματικό. Μακάρι ο πνευματικός μας να έχει και κάποια χαρισμάτα ώστε οι συμβουλές του να μας ωφελούν. Όμως χωρίς την δική μας πραγματική μετάνοια και φιλότιμο πνευματικό αγώνα, ακόμα κι αν ο πνευματικός μας είναι άγιος δεν θα έχουμε καμία πνευματική προκοπή. Η Χάρις του Θεού θα έρθει στην ζωή μας, όχι γιατί ο πνευματικός μας είναι άγιος, αλλά διότι εμείς μένουμε στην ταπείνωση, με μετάνοια, προσευχή, συγχώρεση και αγάπη, έχοντας μυστηριακή ζωή και υπακοή στην Εκκλησία.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
•Που γίνεται η Εξομολόγηση ;
Συνήθως η Εξομολόγηση γίνεται στο ναό. Μπορεί όμως να γίνει και σε κάποιο παρεκκλήσι ή άλλον χώρο.
•Πως γίνεται ;
Καθόμαστε αντικρίζοντας τις εικόνες και με την προτροπή του Πνευματικού εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας. Μπορούμε επίσης να συμβου-λευτούμε τον πνευματικό για κάποιο θέμα που μας απασχολεί . Όταν ολοκληρώσουμε την εξομολόγηση γονατίζουμε και ο Πνευματικός βάζοντας το πετραχήλι (σύμβολο της ιερατικής λειτουργίας του) πάνω στο κεφάλι μας ζητά από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών μας. Φεύγοντας ασπαζόμαστε το πετραχήλι και το χέρι του Πνευματικού.
•Τι πρέπει να πω στην Εξομολόγηση ;
Στην Εξομολόγηση εξετάζουμε τα αισθή-ματα, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, τη συμπεριφορά, τις συνήθειες, τις αξίες, τις προτεραιότητες, τους στόχους, την κατεύθυνση και τον τρόπο της ζωής μας. Δεν περιοριζόμαστε στην προσωπική μας πνευματική ζωή, αλλά συνε-ξετάζουμε τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τη διασκέδασή μας. Και αυτό επειδή όλη μας η ζωή πρέπει να φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα. Όχι για να κατάδικάσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να εξασφαλίσουμε την πορεία μας προς τον Χριστό.
Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε στην κρίση του πνευματικού ζητήματα που μας απασχολούν, ώστε να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε επιλογές που μας προάγουν πνευματικά αποφεύγοντας ταυτόχρονα άλλες που μπορούν να ζημιώσουν την ψυχή μας .
•Δε σκότωσα,ούτε έκλεψα…τι να εξομολογηθώ;
Όταν έχουμε τέτοια απορία, αποκαλύ-πτουμε ότι δε γνωρίζουμε τη διδασκαλία του Χριστού. Επειδή ο Χριστός μας διδάσκει ότι και οι αμαρτωλοί λογισμοί ακόμα μας απομακρύνουν από τον Θεό. Επίσης , αμαρτάνουμε όχι μόνο όταν πράττουμε κάτι κακό, αλλά και όταν δεν εφαρμόζουμε το καλό.
Άραγε ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπληρώνει πραγματικά την εντολή της αγάπης και μάλιστα προς τους εχθρούς του;
•Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος εξέτασης του εαυτού μου σύμφωνα με το νόμο του Θεού ;
Υπάρχουν οι Δέκα Εντολές και η ερμηνεία τους κάτω από το πρίσμα της Καινής Διαθήκης.
Το τελειότερο όμως και ακριβέστερο κριτήριο είναι η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, σ΄ αυτή την Εντολή περιέχονται όλες οι άλλες Εντολές .
Δε μπορούμε, για παράδειγμα, να αγαπάμε τον Θεό και να παραβαίνουμε τις εντολές Του. Ούτε γίνεται να αγαπάμε τους ανθρώπους και ταυτό-χρονα να διαπράττουμε αδικίες σε βάρος τους.
Μάλιστα η γνησιότητα της αγάπης προς τον Θεό αποκαλύπτεται από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Έτσι, όταν αδιαφορούμε για τους άλλους ή τους κακομεταχειριζόμαστε, δείχνουμε ότι δεν έχουμε αγάπη προς τον Θεό. Περιφρονούμε την Εντολή Του για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και δε σεβόμαστε τα δημιουργήματά Του.
•Μου φαίνεται δύσκολο να μιλήσω για τόσο προσωπικά θέματα . Αισθάνομαι ντροπή. Τι θα σκεφτεί ο Πνευματικός ;
Πρέπει να βλέπουμε το εξομολογητήριο σαν ιατρείο και τον Πνευματικό σαν γιατρό. Για εμάς η Εξομολόγηση είναι θέμα ψυχικής – συχνά και σωματικής – υγείας . Για τον Πνευματικό πάλι είναι κάτι το συνηθισμένο. Δεν πρόκειται να σοκαριστεί από τις δικές μας αμαρτίες. Σίγουρα έχει ακούσει χειρότερες. Εξάλλου, δεν είναι περίεργο η ντροπή, που μας λείπει την ώρα της αμαρτίας, να μας κυριεύει την ώρα της μετανοίας;
Ακριβώς επειδή δια της ομολογίας των αμαρτιών μας ταπεινωνόμαστε έρχεται η Χάρις του Θεού και μας επισκιάζει.
•Φοβάμαι μήπως ο Πνευματικός φανερώσει τις αμαρτίες μου.
Ο Πνευματικός έχει ιερό καθήκον να τηρεί το απόρρητο της Εξομολογήσεως, το οποίο μάλιστα αναγνωρίζεται και από τον νόμο. Σε περίπτωση παράβασης αυτού του καθήκοντος ελέγχεται από τον Επίσκοπό του και την Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη. Όπως αναφέραμε πρωτύτερα, τον Πνευματικό θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ως θεραπευτή. Έτσι χρειάζεται να τον περιβάλλουμε και με ανάλογη εμπιστοσύνη.
Για τον λόγο αυτόν επιλέγουμε ελεύθερα και με δική μας ευθύνη τον Πνευματικό, ώστε να είναι πρόσωπο με πίστη και αρετή και να έχει την καλή μαρτυρία των πιστών. Μάλιστα η παράδοση της Εκκλησίας μας συνιστά την τακτική εξομο-λόγηση στον ίδιο Πνευματικό και την αποφυγή της εναλλαγής του. Εξάλλου, έχει διαπιστωθεί ότι συνήθως εμείς οι ίδιοι γινόμαστε αιτία κοινοποίησης της προσωπικής μας ζωής , όταν την εμπιστευόμαστε σε ακατάλληλα πρόσωπα , τα οποία δεν έχουν καν την ιδιότητα του πνευματικού.
•Πως πρέπει να λέγονται οι αμαρτίες στον πνευματικό;
Αρκεί μια απλή, σαφής και σύντομη αναφορά. Δε χρειάζονται ούτε λεπτομέρειες (ιδιαί-τερα για τα σαρκικά θέματα), ούτε μακροσκελείς εισαγωγές ή δικαιολογίες . Αν είναι απαραίτητο, θα ζητήσει ο πνευματικός περισσότερες πληροφορίες. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι ταπείνωση και συναίσθηση των αμαρτιών μας .
Όχι άσκοπες συζητήσεις. Εάν θέλουμε συζήτηση, αυτό μπορεί να γίνει εκτός του μυστηρίου της εξομολογήσεως (ειδικά όταν περιμένουν και άλλοι να εξομολογηθούν και ο χρόνος είναι κάπως περιορισμένος).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
•Μετά την ευχή του πνευματικού έχουν συγχωρεθεί όλες οι αμαρτίες μου; Μήπως κάποιες θα πρέπει να τις εξομολογηθώ πάλι;
Η Ευχή του Πνευματικού δίνει την άφεση όλων των αμαρτιών που εξαγορεύσαμε. Συνεπώς τυχόν αμφιβολία μας για το θέμα αυτό δείχνει έλλειψη πίστης στο Μυστήριο και στη δύναμη του Θεού. Αν πάλι δεν αναφέραμε κάτι βασικό σε σχέση με κάποια αμαρτία, χρειάζεται την επόμενη φορά να το διευκρινίσουμε .
•Αν ξεχάσω κάποια αμαρτία ; Αν κρύψω κάποια από ντροπή ;
Αν ξεχάσαμε κάτι και εφόσον δεν είναι σοβαρό, μπορούμε να το αναφέρουμε στην επόμενη Εξομολόγηση. Αν όμως παραλείψαμε κάποια αμαρτία εσκεμμένα, τότε δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μας δόθηκε άφεση και δεν πρέπει να κοινωνήσουμε, ακόμη και αν πήραμε την άδεια του πνευματικού.
•Μπορώ να κοινωνήσω λοιπόν αφού εξομολογήθηκα ;
Μετά την εξομολόγηση θα πρέπει να ζητήσουμε από τον Πνευματικό την ευλογία (άδεια) να μεταλάβουμε. Αυτός θα ορίσει εάν θα κοινωνήσουμε ή όχι, τον χρόνο, τη συχνότητα και τον τρόπο της προετοιμασίας μας (νηστεία, προσευχή, συγχώρεση – συμφιλίωση με τους άλλους).
•Όμως τι νόημα έχει να εξομολογούμαι τακτικά, όταν γνωρίζω ότι θα επαναλάβω τις ίδιες αμαρτίες;
Όπως κάποιος που πάσχει από χρόνια ασθένεια δεν παύει να προσπαθεί για την απαλλαγή του, έτσι και εκείνος που επιθυμεί πραγματικά την πνευματική υγεία φροντίζει αδιάκοπα να την αποκτήσει . Αυτός είναι ο πνευματικός αγώνας του ανθρώπου η δια βίου μετάνοια . Το Μυστήριο της Εξομολόγησης εξασφαλίζει ότι καμιά αμαρτία δε μπορεί να μας απομακρύνει από το έλεος του Θεού. Μόνο η έλλειψη μετανοίας μπορεί να μας καταδικάσει στην αιώνια στέρησή Του.
Συμπερασματικά
Το Μέγα Μυστήριο της Μετανοίας, η Ιερά Εξομολόγηση είναι το Μυστήριο της Ταπείνωσης. Πηγή κάθε αμαρτίας είναι ο εγωισμός μας. Η θεραπεία μας λοιπόν έγκειται στην ταπείνωσή μας που γεννά την μετάνοια και η μετάνοια αναγεννά την ταπείνωση.
Η εξομολόγηση λοιπόν δεν πρέπει να γίνεται μόνο τις ημέρες πριν από τις μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα, αλλά πρέπει να γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να μην προλαβαίνει η αμαρτία να χρονίζει μέσα μας.
“Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν” (Επιστ. Ιακ. 4.6).
Με την εξομολόγησή μας αποκαθίσταται και πάλι η σχέση μας με τον Θεό. Ο Θεός ευλογεί τον εξομολογούμενο γιατί τόλμησε και μετανόησε, ταπεινώθηκε, αναγνώρισε την ανεπάρκειά του και ζήτησε την βοήθειά Του δια του πνευματικού.
Πολλοί χριστιανοί ενώ εκκλησιάζονται τακτικά και έχουν μία ηθική ζωή δυστυχώς δεν έχουν τακτική εξομολόγηση. Και αυτό διότι δεν έχουν ταπείνωση και μετάνοια. Εγκλωβίζονται δυστυχώς μέσα στο αυτοείδωλο της αρετής τους και έτσι ο αγώνας τους πάει χαμένος. Η πνευματική καθοδήγηση από έναν πνευματικό πατέρα και η υπακοή στις συμβουλές τους μα ασφαλίζουν από την έπαρση και την υπερηφάνεια, μας κρατούν στην μακαρία ταπείνωση.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι όλοι χρειαζόμαστε πνευματική καθοδήγηση ώστε να ασφαλίσουμε τον εαυτό μας από την “μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας”.
Η κάθαρση της ύπαρξής μας από την αμαρτία και η υπακοή μας στον πνευματικό μας πατέρα είναι απαραίτητα όπλα για την πνευματική μας προκοπή και εν Χριστώ τελείωσή μας.
NNN
<>
Αποφθέγματα περί Μετανοίας και Εξομολογήσεως (1)
Μητέρα η μετάνοια και γνήσιο παιδί της η σωτηρία της ψυχής.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η χάρη της Αγίας Τριάδος δίνει τη συγχώρεση στον μετανοούντα άνθρωπο, διαμέσου της πολλής καλοσύνης και της υπερβολικής αγάπης.
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
Τα αμαρτήματά μας, όπως είναι φυσικό, συμβαίνει και να μετριούνται και να αριθμούνται, ενώ αντίθετα η φιλανθρωπία του Θεού είναι αμέτρητη και οι ευσπλαχνίες Του αναρίθμητες. Γι’αυτό δεν έχουμε καιρό για απόγνωση, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη φιλανθρωπία Του και να κατακρίνουμε τ’ αμαρτήματά μας, των οποίων η συγχώρεση, όπως λέγει η Αγία Γραφή, επιτυγχάνεται χάρη στην ειλικρινή μας μετάνοια και στο Αίμα που έχυσε στη σταυρική Του θυσία ο Χριστός.
Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Έλεγαν για κάποιο γέροντα ότι, όταν του έλεγε ο λογισμός: «Άφησέ την σημερινή ημέρα και αύριο μετανοείς», απαντούσε στον πονηρό λογισμό του λέγοντας: «Όχι, σήμερα θα μετανοήσω και αύριο ας γίνει το θέλημα του Θεού».
Αυτός που δεν ενδιαφέρεται για τη σωτηρία της ψυχής του, διατρέχει διπλό κίνδυνο: ή να αρπαχθεί ξαφνικά από το θάνατο, ή να εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Θεού. Και στις δύο περιπτώσεις το κακό είναι μεγάλο, γιατί η ζημιά είναι ο θάνατος της ψυχής. Γι’ αυτό, ο ιερός Χρυσόστομος προτρέπει λέγοντας: «μην αναβάλλετε να επιστρέψετε προς τον Κύριο γιατί είναι άγνωστη η ώρα του θανάτου».
Άγιος Νεκτάριος ο Πενταπόλεως
Όπως ακριβώς ο άνθρωπος, που βαπτίζεται από ιερέα φωτίζεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έτσι και αυτός που εξομολογείται με συντριβή ψυχής, παίρνει από τον ιερέα τη συγχώρεση με τη δύναμη της Χάριτος του Χριστού.
Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας
Για τον άνθρωπο που συνηθίζει να μετανοεί συχνά, η σκέψη της εξομολόγησης τον συγκρατεί σαν χαλινάρι και δεν τον αφήνει ν’ αμαρτήσει.
Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης
Πώς ένας αμαρτωλός γίνεται το ιερό βήμα του Θεού; Όταν μετανοεί με ειλικρίνεια.
Ευάγριος ο Ποντικός
Ο φιλάνθρωπος Θεός μας δίνει τη δυνατότητα να εξαφανίσουμε τα αμαρτήματά μας και ν’ αποφύγουμε την αιώνια τιμωρία, με την εξομολόγηση και τη μετάνοια.
Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
Όπως ακριβώς μία σπίθα, όταν πέσει στο απέραντο πέλαγος, εξαφανίζεται αμέσως, έτσι ακριβώς, όσες αμαρτίες και αν έχεις διαπράξει, με την εξομολόγηση εξαφανίζονται πέφτοντας στο απέραντο πέλαγος της αγάπης του Θεού. Και τι λέγω πέλαγος; Το πέλαγος έχει τέλος, η δε ευσπλαχνία του Θεού είναι άπειρη.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Όπως οι άρρωστοι χρειάζονται τις εγχειρήσει και τις καυτηριάσει για την υγεία που έχασαν, έτσι και εμείς χρειαζόμαστε τις δοκιμασίες και τη μετάνοια από το πλήθος των αμαρτιών μας, για να επαναποκτήσουμε την αρχική υγεία της ψυχής μας.
Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός
Τ’ αμαρτήματά σας είναι οι εχθροί σας. Σας καταδιώκουν, αλλά μέχρι τη θάλασσα. Όταν θα μπείτε σ’ αυτήν γλιτώνετε, και αυτά σβήνουν. Η θάλασσα είναι η μετάνοια.
Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος
NNN
<>
Τα εμπόδια για την εξομολόγηση
Η άγνοια, ο εγωισμός και η αμαρτωλή ζωή είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους πολλοί χριστιανοί δεν εξομολογούνται.
Άλλοι λόγοι είναι η ιεροκατηγορία, το αντιεκκλησιαστικό πνεύμα, η πολεμική κατά της πίστεως και η ολιγοπιστία.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται και ο αντίδικος ημών διάβολος. Και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μας εμποδίσει από την εξομολόγηση. Γιατί; Διότι γνωρίζει τα ευεργετικά και σωτήρια αποτελέσματα της εξομολογήσεως και διότι ενώ χαρά μεγάλη γίνεται στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί (Λουκ.ιε' 7), την ίδια ώρα ο διάβολος καίγεται από τον φθόνο και την κακία του. Αμφιβάλλετε; Ακούστε λοιπόν, ένα γεγονός, που συνέβη στην Μονή Γηροκομείου Πατρών.
Κάποια μέρα πήγε στη Μονή ένας νέος. Μόλις μπήκε στον ναό της Παναγίας, μια δαιμονισμένη την οποία ουδέποτε είχε συναντήσει του είπε: «Βρε, καλώς τον φίλο μου τον Κώστα! Τώρα που πήραμε και αυτοκίνητο, θα γυρίζουμε με γυναίκες!».Ο νέος συγκλονίστηκε έτρεξε και γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και άρχισε να προσεύχεται. Σε λίγο η δαιμονισμένη άρχισε να ουρλιάζει και να λέει: «Μην το κάνης αυτό. Δεν σου είπα αυτά για να κάνεις αυτό; Μην το κάνης αυτό». Αργότερα πλησίασε το νέο ένας αρχιμανδρίτης και τον παρακάλεσε να του πει τι έλεγε στην Παναγία την ώρα που φώναζε η δαιμονισμένη. Και ο νέος είπε: «Παρακαλούσα την Παναγία να με συγχωρήσει για την αμαρτωλή μου ζωή. Και υποσχόμουν ότι θ’ αλλάξω ζωή και θα πάω να εξομολογηθώ».
Βλέπετε, αδελφοί μου, ότι ο διάβολος καίγεται και μόνο με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος να εξομολογηθεί; Γι’ αυτό με διάφορες σκέψεις, με την ειρωνεία των άλλων και των συγγενών καμιά φορά και με άλλους τρόπους προσπαθεί να μας εμποδίσει να μην εξομολογηθούμε. Δύο όμως είναι τα κυριότερα εμπόδια του διαβόλου: α) η απόγνωση και β) η αμέλεια.
Σε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους, ο διάβολος βάζει την εξής σκέψη: «Για σένα δεν υπάρχει πια σωτηρία». Έτσι προσπαθεί να τους ρίψη σε απόγνωση, σε απελπισία. Και δυστυχώς, πολλοί πιστεύουν αυτά τα λόγια και νομίζουν ότι είναι αδύνατο να σωθούν. Όμως ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο Προφήτης Ησαΐας φωνάζει: «Επιστράφητε προς Κύριον και ελεηθήσεσθε ότι επί πολύ αφήσει τας αμαρτίας υμών». Στην δε Καινή Διαθήκη, βλέπομε τον Θεό να συγχωρεί την πόρνη, τον τελώνη, τον άσωτο και τον ληστή. Ακόμα τον βλέπομε να παίρνει έναν τελώνη και να τον κάνη Απόστολο Ματθαίο, να παίρνει τη Σαμαρείτιδα και να την κάνει Αγία Φωτεινή, να παίρνει έναν διώκτη και να τον κάνη Απόστολο των Εθνών. Και από τότε μέχρι σήμερα ο Θεός κανέναν άνθρωπο που μετανόησε ειλικρινά δεν απεστράφει, όσες αμαρτίες και αν είχε κάνη, αλλά όλους τους μετανοημένους αμαρτωλούς τους εκαθάρισε από την αμαρτία, τους έκανε υιούς Του και τους ανέδειξε εργάτες της αρετής και Αγίους. Και έπραξε και πράττει έτσι ο Θεός, διότι θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και έναν πόθο έχει: Να ελεή. Να ελεή. Ναι, να ελεή.
Ποτέ λοιπόν, να μην απελπιζώμεθα, όσες αμαρτίες και αν έχουμε διότι έστω κι αν οι αμαρτίες μας είναι σαν μια πελώρια φωτιά, η φωτιά αυτή σβήνει μέσα στον ωκεανό, δηλαδή στο άπειρο έλεος του Θεού.
Σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι αισθάνονται την ανάγκη να εξομολογηθούν, ο διάβολος βάζει την σκέψη: «Έχεις καιρό». Έτσι, πολλοί ακούοντας αυτή την φωνή, λένε: «Θα πάω να εξομολογηθώ αύριο». Το αύριο όμως γίνεται η άλλη εβδομάδα, ο άλλος μήνας, ο άλλος χρόνος… ποτέ. Και δυστυχώς, έτσι χάνονται πολλές ψυχές.
Αλλ’ όχι, αδελφοί μου, μην αμελούμε. Σήμερα ας μετανοήσουμε, σήμερα ας εξομολογηθούμε, διότι δεν ξέρουμε πόσο θα ζήσουμε και διότι με το πέρασμα του χρόνου σκληραίνει η ψυχή.
Νικολάου Βοϊνέσκου
NNN
<>
No comments:
Post a Comment