Photo


Η έξοδος από την Εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας είναι στο 43ον χλμ., με κατεύθυνση προς Σκάλα Ωρωπού – Μαλακάσα (Εξοδος A5)

Ιερά Μονή Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Σαραντάρι Ωρωπού - Επικοινωνία: Email - truthtarget@gmail.com, τηλ. 2108220542, 6978461846

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Θεία Εξομολόγηση 1 -  eBook - Ορθόδοξα Κείμενα

http://orthodoxweb.blogspot.com

ORTHODOX WEB



Θεία Εξομολόγηση 1

eBook


ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ​SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK -​​ නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව​ – ​СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ –​ ​GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG​ – ​EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH​ – ​ ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ​​ – Abel-Tasos Gkiouzelis – http://gkiouzelis.wordpress.com - http://gkiouzelis.blogspot.com – Email: gkiouz.abel@gmail.com – Feel free to email me…!

⊰¸¸.•**••.¸╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*••.¸╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ╰⊰¸¸.•¨* 

Άβελ-Τάσος Γκιουζέλης – http://gkiouzelis.wordpress.com – ​http://gkiouzelis.blogspot.com - ​Email: gkiouz.abel@gmail.com – ​Ρωτήστε οτιδήποτε επιθυμείτε…! Να έχετε το χαμόγελο του Θεού στην καρδιά σας, πάντα κοντά στην γλυκιά Θεία Εξομολόγηση!

⊰¸¸.•**••.¸╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*••.╰⊰¸¸.•¨*••.¸╰⊰¸¸.•¨*

♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ ​


Θεία Εξομολόγηση: Ο Χριστός έστειλε τον Απόστολο Παύλο σε Πνευματικό Πατέρα

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:

Εἶπε ἕνας Ἁγιορείτης Γέροντας: “Ἡ ἀνώτερη τέχνη εἶναι τό πῶς θά σώσης τόν ἑαυτό σου στήν αἰωνιότητα καί στήν τέχνη αὐτή θέλεις καθηγητή. Δέν μπορεῖς νά μάθης μία τέχνη ἀπ᾽ τά βιβλία μόνο. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός, μόλις ἐμφανίσθηκε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἀμέσως τόν ἔστειλε σέ πνευματικό, τόν Ἀπόστολο Ἀνανία, γιά νά τόν διδάξη καί νά τόν συμβουλεύση”.

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET – ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ

<>

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Η Θεία Εξομολόγηση

Μετάνοια: Το Αντικλείδι του Παραδείσου 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ἡ ἀπομάκρυνσι ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔχει ἄσχημα ἀποτελέσματα γιά τόν ἄνθρωπο:

«Παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου καί ἡ κακία σου ἐλέγξει σε. Καί γνῶθι (: μάθε) καί ἰδέ, ὅτι πικρόν σοι τό καταλιπεῖν σε Ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου»(Ἱερ 2, 19). Ὅταν συμβῆ αὐτό —μιᾶς καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι τρεπτός—, ὑπάρχει εὐκαιρία ἐπανορθώσεως; Δόξα τῷ Θεῷ: εἶναι φιλάνθρωπος· μᾶς παρέχει ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων καί δεύτερη καί πολλοστή εὐκαιρία ἀγῶνος πρός κατάκτησι τοῦ Παραδείσου.

«Ὁ Πατήρ πού ἔστειλε τόν Πρόδρομο Ἰωάννη στό νά βαπτίζη, κήρυξε διά τοῦ στόματος ἐκείνου στούς ἁμαρτωλούς “Μετανοεῖτε”(Μθ 3, 2). Ὁ Υἱός, ὅταν φανερώθηκε στόν κόσμο, τοῦτο τό λόγο ἔβαλε ἀρχή καί θεμέλιο τοῦ κηρύγματός Του “Μετανοεῖτε”(Μθ 4, 17). Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ὅταν κατέβηκε ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, αὐτό τό λόγο ἐλάλησε διά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου “Μετανοήσατε”(Πρξ 2, 38). Τρεῖς εἶναι οἱ μαρτυροῦντες, καί τῶν τριῶν ἡ μαρτυρία εἶναι ἀληθινή, μᾶλλον δέ αὐτοαλήθεια. Λοιπόν, ἁμαρτωλοί σύντροφοι δικοί μου: Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»(ΝΑ, 230).

Ὑπάρχουν, παρά ταῦτα, καί πολλοί αἱρετικοί πού δέν δέχονται τήν προσφυγή σέ Ἱερέα πρός ἀπάλειψι ἁμαρτιῶν. Στόν παρόντα τόμο θά παραθέσουμε Γραφικά χωρία καί ἀπόψεις Ἁγίων πού κατοχυρώνουν τήν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια: ὅτι παρέδωσε ἄδεια ὁ Θεός στούς Κληρικούς νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

Τήν ἐξουσία, βέβαια, αὐτή πρέπει νά τή μεταχειρίζεται ὁ Κληρικός μέ φόβο καί τρόμο: «Ὁ ἄνομος τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καί τό αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου», λέει πρός τόν Προφήτη, ἀλλά καί πρός τόν ἐντεταλμένο Ἐξομολόγο ὁ Θεός, «ἐκζητήσω»(Ἰεζ 3, 18). «Ἐάν ἐξαγάγῃς τίμιον ἀπό ἀναξίου ὡς τό στόμα μου ἔσῃ»(Ἱερ 15, 19).

<*>

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἔχη ἕνα καί μόνο Πνευματικό πρός ἐπίτευξι σωστῆς πορείας: «Ἕνας νέος πού ἀλλάζει διαρκῶς Πνευματικό, δέν ἔχει μεγάλες πιθανότητες νά προοδεύση. Φαντάσου μόνο, σέ κάθε μάθημα ἄλγεβρας ἤ γεωμετρίας, νά δίδασκε κι ἕνας καινούργιος καθηγητής! Τό ἀποτέλεσμα θά ἦταν ἕνα ὡραιότατο... χάος! Οὔτε ὁμοιομορφία στά σχέδια, οὔτε μιά ἑνιαία γενική ἄποψι, οὔτε γνωριμία μέ τούς μαθητές, οὔτε πρόοδος, φυσικά. Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μ᾽ αὐτούς πού κάθε φορά ἀναζητοῦν καινούργιο Πνευματικό»(TT, 164).

***

Λέει καί ὁ π. Παΐσιος: «Δέν εἶναι καλό νά ἀλλάζη κανείς Πνευματικούς. Γιά σκεφθῆτε μιά οἰκοδομή στήν ὁποία ἀλλάζουν συνέχεια οἱ μηχανικοί καί οἱ οἰκοδόμοι. Δέν πρόκειται νά γίνη σωστή. Ὁ Πνευματικός πρέπει νά εἶναι ἐλεύθερος καί νά ἐνεργῆ ἀνάλογα. Νά μή ἀκολουθῆ μιά γραμμή πού τοῦ βάζουν ἄλλοι»(ΔΤ, 85· βλ. καί: ΑΓ, 391).

• Ἀκόμα: «Ἀνδρόγυνο χωρίς Πνευματικό εἶναι γήπεδο μέ ποδοσφαιριστές, πού παίζουν χωρίς διαιτητή. Ὁ κοινός Πνευματικός εἶναι ὅπως ὁ μαραγκός, πού χειρίζεται μόνος του τό ξύλο καί ξέρει πῶς θά τό φέρη στίς διαστάσεις του. Ἔτσι καί ὁ κοινός Πνευματικός χειρίζεται μέ τρόπο ἀριστοτεχνικό τήν ἁρμονία τοῦ ἀνδρογύνου, πού μετά τό γάμο ἔχει γίνει σάρκα μία.

Ὅταν, ὅμως, τό ξύλο τό πελεκᾶνε δύο μαστόροι ὁ καθένας μέ τή δική του γνώμη, ποτέ τό
ξύλο δέν θά πάρη ὁριστική μορφή, πάγια. Ἔτσι δέν θά ὑπάρξη προκοπή καί στό ἀνδρόγυνο, πού δέν ἔχει κοινό Πνευματικό»(ΜΧ, 126).

• Ἐπίσης: «“Τό ζευγάρι”, εἶπε, “πρέπει νά ἔχη κοινό Πνευματικό, διότι, ἄν κάποιος θέλη νά φτιάξη ἕνα παράθυρο καί φτιάξη τό μισό στήν Ἀριδαία καί τ᾽ ἄλλο μισό στή Θεσ/νίκη, δέν θά μπορέση μετά νά ταιριάση τά δύο μισά»(ΝΖ, 189).

***

Τόνιζε καί ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία: «Γιά τήν ὑγεία ἕνα ρητό λέει: Ἕνας γιατρός, εἶναι συμβουλή. Δύο γιατροί εἶναι σύγχυσι. Τρεῖς γιατροί εἶναι ... νεκροταφεῖο. Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τά πνευματικά. Ὁ ἕνας Πνευματικός, εἶναι ἀπό τό Θεό. Ὁ δεύτερος, εἶναι σύγχυσι. Ὁ τρίτος, χάσιμο τῆς ψυχῆς!»(ΓΜ, 387).

***
«Νά πηγαίνης ἀπό τόν ἕνα Πνευματικό στόν ἄλλο, σέ κάνει νά μοιάζης μέ τόν ἄνθρωπο πού ἔχει ἕνα στρέμμα γῆς καί σκάβει λίγο ἐδῶ καί λίγο πιό πέρα. Τελικά σκάβει ἑνάμισυ μέτρο καί βρίσκει νερό. Τό συνολικό βάθος τό ὁποῖο ἔσκαψε θά ἦταν ἴσως ὀκτώ μέτρα. Καί ναί μέν βρῆκε νερό σέ κάποιο σημεῖο, γέμισε, ὅμως, τή γῆ του λακκοῦβες ἐδῶ καί ἐκεῖ. Ἄν ἐπέμενε σ᾽ ἕνα μέρος, σέ βάθος ὀκτώ μέτρων θά ἔβρισκε σίγουρα νερό. Ἡ γῆ εἶναι ἡ πνευματική καρδιά, οἱ τρύπες εἶναι οἱ Πνευματικοί. Τώρα, ἡ πνευματική καρδιά καταστρέφεται ἀπό τόσες λακκούβες· εἶναι ἀπώλειες»(SS, 152 διασκευή).

***

Τόνιζε ἀκόμα ὁ π. Παΐσιος: «Ὁ Πνευματικός εἶναι σάν τό γιατρό: πρέπει νά ξέρη ἀνά πᾶσα στιγμή τήν κατάστασι τοῦ ἀσθενῆ, γιά νά μπορῆ νά δίνη κάθε φορά τό ἀνάλογο φάρμακο. Ἐγώ μπορῶ νά σοῦ δώσω τώρα ἕνα φάρμακο, ἄν, ὅμως, μετά ἀπό δυό-τρεῖς μέρες ἀλλάξη ἡ κατάστασί σου καί σοῦ συμβῆ κάτι ἄλλο (πνευματικῆς φύσεως), τότε τό προηγούμενο φάρμακο, τό ὁποῖο σοῦ εἶχα δώσει, θά σοῦ εἶναι ἄχρηστο. Μιά φορά εἶχα πονοκέφαλο ἀπό κρυολόγημα καί ἔβαλα ἕνα ἔμπλαστρο καί μοῦ πέρασε. Τό εἶδε ἕνας κι ἔβαλε κι αὐτός ἔμπλαστρο, ὅταν τοῦ πόνεσε κάποτε τό κεφάλι· ὁ πονοκέφαλος, ὅμως, χειροτέρευσε, γιατί ὁ πόνος δέν προερχόταν ἀπό κρύωμα, ἀλλά ἀπό πυρετό. Καταλάβατε τώρα γιατί ὁ Πνευματικός πρέπει νά γνωρίζη τήν κατάστασι;»(ΙΧ, 211· βλ. καί: ΓΚ, 69).

***

Ὡς πρός τόν ἰατρικό χαρακτῆρα τῆς πνευματικῆς πατρότητος ἔλεγε καί ὁ π. Πορφύριος: «Τί εἶναι ὁ Πνευματικός; Ἕνας γιατρός εἶναι. Ἅμα σπάσης τό πόδι σου καί πᾶς στόν ὀρθοπεδικό, θά σοῦ πῆ “βρέ στραβάδι, ποῦ κοίταζες κι ἔσπασες τό πόδι σου; Ἔξω ἀπό ᾽δῶ”, ἤ θά πιάση τό σπασμένο πόδι μέ προσοχή κι ἀγάπη, καί σιγά-σιγά νά μήν πονέσης πολύ, θά τό βάλη στή θέσι του, θά τοῦ βάλη γύψο, θά δώση φάρμακα γιά τόν πόνο; Ἔτσι κι ὁ Πνευματικός εἶναι ἕνας γιατρός, πού μέ ἀγάπη σκύβει πάνω στήν πονεμένη ψυχή, γιά νά τήν κάνη καλά»(Θ, 111).

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Περί Μυστηρίων 1, ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (2108220542, 6978461846), ΑΘΗΝΑ 2012

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ - TRUTH TARGET

<*>

Ώρες Εξομολόγησης

Αναζήτηση Πνευματικού Πατέρα

Σε κάθε πόλη υπάρχουν αξιόλογοι και καλοί Πνευματικοί Πατέρες. Στο άρθρο αυτό αναφέρω μερικούς από αυτούς. Όλοι οι παρακάτω Πνευματικοί Πατέρες είναι με το νέο ημερολόγιο.

Το email μου για περισσότερες πληροφορίες είναι:


Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης


ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

* * *

ΑΘΗΝΑ

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Σταμάτα, Ροδόπολη, Άνοιξη, Εκάλη, Ν. Ερυθραία Αττικής

τηλ. 2108220542, 6978461846

Σάββατο 10:00 – 12:00
Εκκλησάκι Πλατείας Σταμάτας

Τρίτη 17:00 – 19:00
Ι. Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Ανοίξεως (Πνευματικό Κέντρο)

Τετάρτη 17:00 – 19:00
Ι. Ναός Αγίας Ματρώνης Νέας Ερυθραίας

Πέμπτη 17:00 – 18:00
Ι. Ναός Αγίας Τριάδας Εκάλης (εκκλησία)

Παρασκευή 17:00 – 19:00
Ι. Ναός Προφήτου Ηλιού Ροδοπόλεως (υπόγειο)

Στούς παραπάνω Ι. Ναούς πηγαίνετε με Ηλεκτρικό στάση Κηφισιάς και έπειτα βγαίνετε Λεωφόρο Κηφισίας (Πλατεία Κηφισιάς) και πέρνετε το ανάλογο λεωφορείο

***

ΑΘΗΝΑ

π. Γεώργιος Καλπούζος,

Ι. Ναός Αγ. Ελευθερίου Αχαρνών, τηλ. 2102281754

οδός Αχαρνών 382, Αθήνα

(με τον Ηλεκτρικό στάση Αγ. Ελευθέριος)

***

ΠΕΙΡΑΙΑΣ

π. Ιωάννης Σταμπουλής, Ζωοδόχος Πηγή Καμινίων, Πειραία, τηλ. 2104818750,

οδ. Μυκόνου 54, Καμίνια, Πειραιάς

(με Ηλεκτρικό στάση Φάληρο)

***

ΠΕΙΡΑΙΑΣ

π. Αντώνιος Μπουσδέκης, Ι. Ναός Αγ. Νικολάου Νικαίας, Πειραιά

τηλ. 2104918181

Παναγή Τσαλδάρη 58, Νίκαια, Πειραιά

***

ΓΛΥΦΑΔΑ

π. Αθανάσιος Χατζής,

Ι. Ναός Αγίου Παντελεήμονα Γλυφάδας

Κ. Καραμανλή 4, Γλυφάδα

τηλ. Ι. Ναού: 2109605566

Λεωφορείο 205 στάση Ισμήνης,
Μετρό: Σταθμός Ελληνικό. Γραμμή 3, ανταπόκριση με λεωφορείο 205

http://www.agiospanteleimonglyfadas.gr
Ιστοσελίδα Ι. Ναού Αγίου Παντελεήμονα

***

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου,

Ι. Ναός Αγίου Γεωργίου

Πλατεία Ροτόντα 5, Θεσσαλονίκη

τηλ. 2310218720

***

ΠΑΤΡΑ

π. Τιμόθεος Παπασταύρου

Ι. Ναός Παντάνασσας, Πάτρα

τηλ. 2610273645

***

ΣΙΑΤΙΣΤΑ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

π. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος, Μητρόπολη Σισανίου & Σιατίστης

email: patirefraim@gmail.com

http://www.patirefraim.com

***

ΚΥΠΡΟΣ

π. Αθανάσιος ηγούμενος

π. Σάββας ιερομόναχος

Ι. Μονή Σταυροβουνίου, Κύπρος, τηλ. 22533630

Η Ιερά Μονή βρίσκεται κοντά στην Κοινότητα Πυργά της επαρχίας Λάρνακος

***

ΚΥΠΡΟΣ

π. Τέλος

Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος,

Αρχαγγέλου – Μακεδονίτισσας,

Πρίαμου 16, 2334 Λακατάμια,

Λευκωσία, Κύπρος

Τηλέφωνο: 00357- 22353740

***

ΚΥΠΡΟΣ

http://churchofagianapa.blogspot.gr

Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας

Αγία Νάπα – Κύπρος

e-mail: info@churchofayianapa.com

***

ΑΓΓΛΙΑ – ENGLAND

π. Ζαχαρίας – Father Zacharias

St. John the Baptist Monastery Old Rectory,

Tolleshunt Knights by Maldon, Essex CM9 8EZ United Kingdom

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

***

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

π. Βασίλειος, Ι. Ναός Αποστόλων Πέτρου & Παύλου

Esslingen, Γερμανίας

http://edelweissofmyheart.wordpress.com

***

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

π. Φιλόθεος Μαρούδας

Griechisch-Orthodoxe Kirche Dortmund “Heilige Apostel”

Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία Αγίων Αποστόλων Dortmund

Διεύθυνση: Luisenstraße 17, 44137 Dortmund, Γερμανία

***

ARIZONA, USA

π. Εφραίμ Φιλοθεΐτης – Fr. Ephraim Filotheitis

http://www.stanthonysmonastery.org/index.php

St Anthony’s Monastery in Arizona

<>

Η αγάπη και η προσευχή του Πνευματικού Πατέρα συνοδεύει τα Πνευματικά του τέκνα 

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης της Αθήνας (+1991)

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης της Αθήνας (+1991):

“Την ώρα πού μπαίνει κάποιος να εξομολογηθεί, τον… κοιτάζω. Όταν φεύγει, τον συνοδεύω με προσευχή, του στέλνω την αγάπη μου ως έξω. Είναι καλύτερα να στέλνεις σιωπηλά την αγάπη σου, παρά να λες λόγια…”.

Πηγή:


ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

<>

Άφεση αμαρτιών, Θεία Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία – Άγιος Κυπριανός Επίσκοπος Καρχηδόνας, Β. Αφρικής (+258)

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:

«Ὁ Ἅγιος Κυπριανός τονίζει πώς ὁ ἁμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας “διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ ἐπισκόπου καί τοῦ ἱερατείου” ἀφοῦ προηγουμένως ἐξομολογηθῆ (Κυπρ. Ἐπιστ. 16, 2 [βλ. καί: Εpist. 9 § 2])· δέν ἐπιτρέπει τή Θεία Κοινωνία σέ κανέναν “ἐάν προηγουμένως ὁ ἐπίσκοπος καί τό ἱερατεῖο δέν ἐπιθέσουν τήν χεῖρα ἐπάνω του”(Ἐπιστ. 18, 2)· ἡ “ἄφεσι” λέει πού ἔγινε “διά τῶν ἱερέων” εἶναι “ἀρεστή στόν Κύριο”(De Lapsis, 29)».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542), ΑΘΗΝΑ 2012

Πηγή:


TEXTS - ORTHODOXY

Ορθοδοξα Κείμενα

<>

Μοναχή Πορφυρία, πρώην οδηγός ταξί σε Αθήνα και Πειραιά (+2015): Να βρείτε έναν Πνευματικό Πατέρα που θα σας ανεβάσει ψηλά στο Θεό

Ἀναφέρει ἡ Μόναχη Πορφυρία, πρώην ὁδηγός ταξί σε Αθήνα καί Πειραιά (+2015):

«Ὅταν κάνω τήν ἐρώτησι: “Πᾶτε στήν Ἐκκλησία; Ἔχετε Πνευματικό;”. Τό 90% τῶν ἐπιβατῶν μου στό ταξί μοῦ ἀπαντοῦν: “Ὄχι. Ποῦ νά βρεθῆ χρόνος! Καί ἐκτός αὐτοῦ, τί νά πᾶμε νά ἀκούσουμε; Τόν παπᾶ νά μᾶς κάνη κήρυγμα, ἐνῶ αὐτός δέν τό πιστεύει καί κάνει πράγματα πού δέν πρέπει; Ἄσε μας, κοπέλλα μου, στόν πόνο μας. Ἄλλωστε οὔτε ἔχουμε κλέψει οὔτε ἔχουμε σκοτώσει· τί τόν θέλουμε τόν Πνευματικό;”.

Ἀγαπητοί μου, ὅλοι ἔχουμε κλέψει, ὅλοι ἔχουμε σκοτώσει, ὅλοι ἔχουμε ἀδικήσει, ὅλοι ἔχουμε συκοφαντήσει. Δέν χρειάζεται νά πάρουμε στά χέρια μας τό ὅπλο καί νά πυροβολήσουμε· σκοτώνουμε καί μέ τή γλῶσσα καί μέ ἄλλους τρόπους… Ὅταν μᾶς ἀδικοῦν, πονᾶμε· ὅταν, ὅμως, ἀδικοῦμε, δέν πονᾶμε καί εἴδατε πόσο εὔκολα τό κάνουμε; Μέ πόση ἄνεσι μοῦ μιλᾶτε, ὅταν ἐσεῖς ἀδικῆτε! Καί μέ πόσο πόνο μοῦ μιλᾶτε, ὅταν σᾶς ἀδικοῦν! Πόση γαλήνη αἰσθάνεσθε, ὅταν καταλαβαίνω τόν πόνο σας καί σᾶς παρηγορῶ, καί προσπαθῶ νά δίνω λύσεις στά προβλήματά σας! Καί μέ πόση χαρά καί εὐγνωμοσύνη μοῦ λέτε, τό “εὐχαριστῶ”, γιά τήν βοήθεια πού σᾶς προσφέρω! Πόσες φορές σᾶς ρωτῶ: “Σᾶς βοήθησα;”.

“Πάρα πολύ”, μοῦ ἀπαντᾶτε.

“Ἐγώ, πού σᾶς βοήθησα τόσο πολύ, ὅπως λέτε, καί σᾶς γαλήνεψα τήν ψυχούλα σας, θά σᾶς πείραζε ἄν ἤμουν ἀλήτισσα;”,

“Ὄχι, καθόλου”!

“Τότε, γιατί σᾶς ἐνοχλεῖ ἄν ὁ ἱερέας δέν εἶναι σωστός; Ἐκεῖνος σᾶς δίνει αὐτό πού σᾶς ἔδωσα τώρα ἐγώ, ἀλλά μέ θεϊκή χάρι. Λοιπόν, γιατί τόν ἀπορρίπτετε; Σᾶς βολεύει, ἔ; Ἄν ὁ προϊστάμενός σας εἶναι κλέπτης, ἀλήτης ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, θά παραιτηθῆτε ἀπ’ τήν ἐργασία σας;”.

“Ὄχι, βέβαια!”.

“Ἄ! Δέν παραιτεῖσθε ἀπό ἐκεῖ· ἀπ’ τό Θεό, ὅμως, παραιτεῖσθε πολύ εὔκολα!”.

“Ἔτσι, ὅπως μᾶς τά λέτε, ἔχετε δίκηο, δέν τά εἴχαμε σκεφθῆ μέ τή δική σας λογική”.

“Καιρός νά τά σκεφθῆτε. Αὐτό πού δέν μπορῶ νά καταλάβω εἶναι πῶς μπορεῖτε νά ζῆτε χωρίς τό Θεό. Τό ὅτι ὑπάρχετε τό ὀφείλετε στό Θεό. Ὅπου κι ἄν ἔχετε πετύχει, εἴτε ἐπαγγελματικά εἴτε στό γάμο σας εἴτε κοινωνικά, τό ὀφείλετε στό Θεό. Ἕνα εὐχαριστῶ ἐσεῖς δέν Τοῦ τό ὀφείλετε;”.

“Μᾶς ἀνατρέπετε τό σκεπτικό μας”.

“Εἶσθε εὐτυχισμένοι ὅπως ζῆτε;”.

“Μμ! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ναί”.

“Γιά δοκιμάσθε, λοιπόν, νά πηγαίνετε στήν Ἐκκλησία, νά ἀρχίσετε νά ἀκοῦτε τό λόγο τοῦ Θεοῦ μας. Νά βρῆτε ἕνα Πνευματικό, πού θά ἀγγίξη τήν ψυχή σας καί θά σᾶς ἀνεβάση ψηλά στό Θεό. Καί τότε θά δῆτε πώς ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ εὐτυχία. Δοκιμάστε το καί νά εἶσθε σίγουροι πώς δέν θά βγῆτε χαμένοι. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἱερεῖς ἴδιοι· ἔχουμε πολλούς ἁγίους ἱερεῖς, πού, ἄν ψάξουμε μέ καλή διάθεσι καί πίστι στό Θεό, Ἐκεῖνος θά μᾶς τούς ἀποκαλύψη”.

Ἄς μή ψάχνουμε γιά δικαιολογίες, ὅταν φεύγουμε μακρυά ἀπ’ τό Θεό. Κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς διώξη μακρυά Του, παρά μόνο ὁ ἑαυτός μας. Ὅπως κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψη περισσότερο ἀπ’ τόν ἑαυτό μας!».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τηλ. 6978461846, Ἀθήνα 2011

Πηγή:

http://atheismosapantiseis.blogspot.com

ΑΘΕΪΣΜΟΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

<>

Μετάνοια & Θεία Εξομολόγηση – Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Μαθητής του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου & Επίσκοπος Αντιοχείας (+108)

π. Ιωάννης Κωστώφ:

«“Ὅλους ὅσοι μετανοοῦν τούς συγχωρεῖ ὁ Κύριος, ἐάν μετανοήσουν εἰς ἑνότητα Θεοῦ καί εἰς συνέδριον ἐπισκόπου”, λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (Ἰγν. Φιλαδ. 8, 1)».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542), ΑΘΗΝΑ 2012

<>

Συχνή συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία μετά από Εξομολόγηση και την άδεια του Πνευματικού μας

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη ο Χριστός παρουσιάζει μία πολύ ωραία εικόνα: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού». Ο Χριστός χτυπάει την πόρτα της καρδιάς μας με πολύ σεβασμό και διακριτικότητα. Δεν κραυγάζει, δεν σπάει την πόρτα, γιατί σέβεται την ελευθερία μας. Δείχνει με την εικόνα αυτή πόσο μας σέβεται, αλλά και πόσο μας αγαπάει. Λαχταράει να του ανοίξουμε να μπει και να δειπνήσει μαζί μας. «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το Πάσχα φαγείν μεθ’υμών». Θέλει, αν είναι δυνατόν, να βρίσκεται κάθε μέρα στο σπίτι του καθενός μας κι εμείς Τον περιφρονούμε. Με δυσκολία του ανοίγουμε την πόρτα μας, ελάχιστες φορές τον χρόνο, σαν σε αδιάφορο επισκέπτη, ίσως και βαρετό. Και πόσο βιαζόμαστε να τελειώνουμε μαζί Του!

Εδώ αύθόρμητα προβάλλει το ερώτημα:

Κάθε πότε πρέπει να κοινωνούμε; Ας αφήσουμε να μιλήσει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πές μου, ρωτάει, αν κληθεί κάποιος σε δείπνο και προσέλθει, και αφού πλύνει τα χέρια του και καθίσει στο τραπέζι, χωρίς καν να αγγίξει τα εδέσματα που ο οικοδεσπότης προσφέρει, δεν προσβάλλει αυτόν που τον κάλεσε;»

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κι εδώ. Όταν προσέρχεσαι σε κάποιο τραπέζι, προσέρχεσαι για να φας. Και η θεία λειτουργία είναι τραπέζι, είναι τροφή. Κι ερχόμαστε σ’ αυτό το πνευματικό τραπέζι, όχι για να κάτσουμε στην άκρη, όχι για να παρακολουθήσουμε, αλλά για να συμμετάσχουμε. Φέρνουμε τις προσφορές μας, τους καρπούς του μόχθου μας, το ψωμί και το κρασί και ικετεύουμε τον Κύριο να αγιάσει τα δώρα μας. Για ποιό λόγο; Μα για να κοινωνήσουμε.

Δυστυχώς, όμως. Αυτή την αλήθεια την ξεχνάμε. Ο διάβολος μας ρίχνει πολλές φορές στην αμαρτία. Αλλά δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη νίκη του. Η μεγαλύτερη νίκη και επιτυχία του είναι που μας έχει πείσει να μην κοινωνούμε συχνά. Γράφει ο Αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Όσοι απομακρύνονται από την εκκλησία και την θεία κοινωνία, γίνονται εχθροί του Θεού και φίλοι των δαιμόνων».

Από το βιβλίο:

Λίγα λόγια για τη Θεία Ευχαριστία

εκδ. Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

Ναύπλιο


<>

Μετάνοια, Θεία Εξομολόγηση και Πνευματικός Πατέρας

Άγιος Ιερώνυμος της Βηθλεέμ (+420)

Γράφει ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος: «“Ἐάν τό φίδι, δηλαδή ὁ διάβολος, δαγκώση κάποιον κρυφά, τόν μολύνει μέ τό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Καί ἐάν αὐτός πού δέχθηκε τή δαγκωματιά μείνη σιωπηλός καί δέν μετανοήση καί δέν θέλη νά ὁμολογήση τό τραῦμα του σ᾽ ἕνα ἀδελφό καί κύριό του, στόν πνευματικό του πατέρα καί ἱερέα, τότε ὁ ἀδελφός καί κύριός του, ὁ ὁποῖος κατέχει τό λόγο, πού θά τόν θεραπεύση, δέν μπορεῖ νά τόν βοηθήση ἀποτελεσματικά. Διότι, ἐάν ὁ ἀσθενής ἄνθρωπος ντρέπεται νά ὁμολογήση τό τραῦμα του στόν ἰατρό, τότε τό φάρμακο δέν θά τόν θεραπεύση, ἀφοῦ εἶναι ἀκατάλληλο γι᾽ αὐτόν”(St. Jerome, Commentary on Εcclesiastes, Ref. 1375 (388 μ.Χ.), Τhe Faith of the Εarly Fathers, σ. 196-197)».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542), ΑΘΗΝΑ 2012

<>

Η Μοναχή Πορφύρια (+2015) πρώην οδηγός ταξί, οδηγεί έναν νέο στην Θεία Εξομολόγηση

Ἀναφέρει ἡ Μοναχή Πορφυρία (+2015), πρώην ὁδηγός ταξί σέ Ἀθήνα και Πειραιά κατά τά ἔτη 1997-2017:

Ἐννέα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, βρίσκομαι στὴν πλατεία Παγκρατίου. Ἕνα παιδὶ γύρω στὰ 17 μὲ σταματάει.

–Καλησπέρα, στὰ Village.

Ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο τοῦ αὐτοκινήτου ἔχει ἀρχίσει τὸ ἀπόδειπνο. Τὸ παιδί, ποὺ κάθισε δίπλα μου, μοῦ λέει:

–Δὲν βγάζεις τὸν παπά, νὰ βάλεις τραγούδια;

–Γιατί, ἀγόρι μου, δὲν σοὺ ἀρέσει ἡ ἀκολουθία;

–Ἡ ἀκολουθία δὲν μὲ νοιάζει… Τοὺς παπάδες δὲν θέλω νὰ ἀκούω.

–Γιατί, τί σου ἔκαναν οἱ παπάδες;

–Ἐμένα τίποτε… Ὁ πατέρας μου τοὺς βρίζει, γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς θέλω.

–Ὁ πατέρας σου γιατί τοὺς βρίζει;

–Δὲν ξέρω.

–Ἔχεις πάει ποτέ σου στὴν Ἐκκλησία;

–Ὄχι! Ποτέ!

–Καλά, στὴν Ἀνάσταση δὲν πάτε; Τὰ…. Χριστούγεννα δὲν πάτε;

–Ὄχι!

–Σὲ γάμους, σὲ βαφτίσια, πάτε;

–Ναί, πᾶμε.

–Ἡ μανούλα σου δὲν σοὺ ἔχει μιλήσει γιὰ τὸν Θεό;

–Ὄχι!

–Οὔτε τὸ σταυρό σου κάνεις;

–Ὄχι!

Χριστέ μου, δὲν εἶναι δυνατόν!

–Ἀγόρι μου γλυκό, στὸ σχολεῖο θρησκευτικὰ δὲν κάνετε;

–Ἐ, κάνουμε κάτι λίγο.

–Ἄκουσε νὰ σοὺ πῶ, ἀγόρι μου, ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωή, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ παπὰς εἶναι γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει τὰ λόγια του Θεοῦ. Χωρὶς τὸν Θεὸ εἴμαστε νεκροί!

–Νεκροί;

–Ναί! Χωρὶς Θεὸ εἴμαστε πνευματικὰ νεκροί. Στὸ σπίτι σᾶς εἶστε εὐτυχισμένοι, οἱ γονεῖς σου εἶναι ἀγαπημένοι;

–Μμ!! ὄχι.

–Γιατί; Τί συμβαίνει;

–Ὁ πατέρας μου εἶναι νευρικός, ὅλο μαλώνει μὲ τὴν μάννα μου καὶ μέ μας. Ὅλα του φταῖνε.

–Βλέπεις πῶς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ εἴμαστε δυστυχισμένοι; Ἐνῶ, ὅταν εἴμαστε κοντά Του, εἴμαστε χαρούμενοι καὶ ἤρεμοι, δὲν νευριάζουμε, ξέρουμε νὰ συγχωροῦμε, εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ ἀγάπη. Ἐσὺ θὰ ἤθελες, ὅταν θὰ μεγαλώσεις καὶ παντρευτεῖς, νὰ κάνεις οἰκογένεια σὰν καὶ αὐτὴ ποῦ ζεῖς;

–Ὄχι, γιατί δὲν μ’ ἀρέσει.

–Γιὰ νὰ κάνεις καλύτερη οἰκογένεια, πρέπει νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό.

–Πῶς θὰ τὸν πλησιάσω;

–Νά, θὰ σὲ πάω τώρα νὰ μιλήσεις μὲ ἕναν παπά, ὅπως τοὺς λὲς ἐσύ. Πᾶμε;

–Ὄχι, ὄχι, δὲν θέλω!

–Σὲ παρακαλῶ, σὲ ἱκετεύω, τοῦ εἶπα πολὺ γλυκά, πολὺ τρυφερά. Πήγαινε μόνο μία φορὰ καὶ μὴν ξαναπᾶς ποτέ σου, σὲ παρακαλῶ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἔρθω μαζί σου καὶ ὕστερα θὰ σὲ πάω στὰ, VILLAGE, χωρὶς χρήματα.
Αὐτὸ τοῦ ἄρεσε καὶ μοῦ λέει:

–Τὸ λόγο σου;

–Τὸ λόγο μου!

Βιαζόμουν νὰ προλάβω, πρὶν φύγει ὁ ἱερέας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εὐτυχῶς πρόλαβα. Τὸ παλληκάρι μπῆκε γιὰ ἐξομολόγηση. Ὅταν μετὰ ἀπὸ μισῆ ὥρα βγῆκε, ἦταν τόσο ἀλλαγμένος, ποὺ μὲ εὐχαρίστησε καὶ μοῦ εἶπε: «Ὡραῖος αὐτὸς ὁ παπάς, θὰ ξανάρθω!»

Μετὰ τὸν πῆγα στὰ VILLAGE. ὅπως τοῦ εἶχα ὑποσχεθεῖ. Ἡ χαρά μου ἦταν ἀπερίγραπτη• τὸ παιδὶ ξεκινοῦσε μία νέα σωτήρια πορεία.

Από το βιβλίο: Πορφυρία Μοναχή, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης, ἐκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Ἀθήνα 2010

Πηγή: 


HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

Η Θεία Εξομολόγηση

<>

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ: Τι απαντά ο Άγιος Αμβρόσιος Επίσκοπος Μεδιολάνων (+397) σε εκείνους που αμφισβητούν κατά πόσο ο ιερέας που είναι άνθρωπος με ατέλειες μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:

«Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, σ᾽ ἐκείνους πού ἀμφισβητοῦν κατά πόσο ὁ ἱερέας, πού εἶναι ἄνθρωπος μέ ἀτέλειες, μπορῆ νά συγχωρῆ ἁμαρτίες, ἀπαντᾶ: “Καί γιατί λοιπόν βαπτίζεσθε, ἀφοῦ δέν ἐπιτρέπεται στούς ἀνθρώπους νά δίνουν ἄφεσι ἁμαρτιῶν; Διότι ἀναντίρρητα στό βάπτισμα λαμβάνει χώρα ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Ἀλλά ποιά διαφορά ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξασκήσεως τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος;”(Περί μετανοίας 1. 8 PL 16, 497 [PL 16, 497])».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542), ΑΘΗΝΑ 2012

<>

Μεταστροφές δολοφόνων προς τη Θεία Εξομολόγηση

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Ἱεροκήρυκας και Πνευματικός Ἀρχιμ. Βενέδικτος Πετράκης (+1961):

«Διά τοῦ κηρύγματος καί τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως ακυρώθηκαν τουλάχιστον δέκα προγραμματισμένοι φόνοι!

Ἕνας ἀπ᾽ τούς παραιτηθέντες ἀπ᾽ τά φονικά σχέδιά του, μόλις βγῆκε ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία μετά τήν ἐξομολόγησι, ἄρχισε νά λέη σέ αὐτούς πού ἦταν στήν πλατεία: “Τρέξτε ὅλοι στόν Πνευματικό νά σᾶς κάνη ἀνθρώπους!”. Ὁ ἴδιος ὄχι μόνο παρετήθηκε ἀπ᾽ τό φόνο καί συγχώρησε τόν ἐχθρό του, ἀλλά κατώρθωσε καί τόν ἔφερε στήν ἐξομολόγησι.

Σ᾽ ἕνα ἄλλο χωριό μία γερόντισσα, τῆς ὁποίας εἶχαν φονεύση τόν μοναχογιό της, ἀμέσως μόλις μετά τήν ἐξομολόγησι βγῆκε ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία, ἔσπευσε στό μαγαζί, πλησίασε τόν φονιά τοῦ παιδιοῦ της καί τόν συγχώρησε. Τόν προέτρεψε μάλιστα νά ἐξομολογηθῆ καί ἐκεῖνος! Ὁ φονεύς βαθύτατα συγκινημένος προσῆλθε μετά δακρύων στό Μυστήριο τῆς Ἱ. Ἐξομολογήσεως!

Σ᾽ ἕνα ἄλλο χωριό τῆς ἴδιας περιοχῆς μετανόησαν καί ἐξομολογήθηκαν καί μερικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔρθει μέ τήν ἐντολή καί τήν ἀπόφασι νά μέ ἐκτελέσουν…».

Πηγή:


ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΒΙΒΛΙΑ

<>

Ρουμανία: Ο Πνευματικός Πατέρας Γέροντας Αρσένιος διηγείται ένα περιστατικό από τη Θεία Εξομολόγηση

Ὁ Ρουμᾶνος Γέροντας Ἀρσένιος ἀφηγεῖται:

«Σᾶς λέγω ἕνα παράδειγμα ἀπό τά συμβάντα τῆς ζωῆς μου ὡς Πνευματικοῦ: Ξενύκτισα σχεδόν τό βράδυ ἑνός Μεγάλου Σαββάτου μέ ἕνα χριστιανό, γέρο ἀπό τό Maramures (πόλι στήν βορειοδυτική Ρουμανία), πού εἶχε ἔλθει μέ μία κάππα. Μοῦ εἶπε: “Πάτερ, ἦλθα νά ἐξομολογηθῶ, νά μέ τακτοποιήσης πνευματικά”.

Ποιός εἶναι αὐτός ὁ γέρος; Στό χωριό του ἦταν ἕνας ἀξιοτίμητος ἄνθρωπος. Ἐπί 30 χρόνια ἡ γυναῖκα του εἶχε ἀκολουθήσει τήν προτεσταντική κοινότητα τῶν Ἀντβεντιστῶν. Τότε ὑπῆρχε ἕνα ρεῦμα Ἀντβεντιστῶν πολύ δυνατό ἐκεῖ. Ὅλοι οἱ Ἀντβεντιστές ἀποφάσισαν νά πιάσουν αὐτόν, πού ὀνομαζόταν Ἰωάννης καί ἦταν ἀντιπρόσωπος τοῦ χωριοῦ του νά τόν πείσουν νά ἀκολουθήση τό χωριό του τήν αἵρεσί τους. Ὄμως αὐτός εἶχε στενές σχέσεις μέ τήν ἐκκλησία καί δέν κατόρθωσαν νά καταβάλουν τό φρόνημά του. Αὐτός κρατοῦσε μέ θάρρος τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μόνο καί μόνο ἐπειδή δέν πήγαινε μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως.

—Ἐγώ δέν ἔχω καμμία δουλειά νά πάω κοντά τους, μοῦ ἔλεγε.

Τόν ἐρώτησα:

—Νήστευσες; Διότι εἶχε πόθο νά κοινωνήση. Αὔριο ἦταν Πάσχα.

—Ὄχι πάτερ, καί χθές κατέλυσα, διότι τή Μεγάλη Παρασκευή ἤμουν στό νοσοκομεῖο.

Τότε εἶπα ἐγώ στόν ἑαυτό μου: “Τί κάνεις τώρα Ἀρσένιε;”

Σίγουρα ὅ,τι θά ἔκανε ὁ Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἐπί 30 χρόνια ἀμυνόταν γιά τήν ὀρθόδοξη πίστι καί τώρα ἐγώ προβληματίζομαι, διότι ἔφαγε ἕνα κομμάτι τσουρέκι… εὑρισκόμενος καί σέ ξένο μέρος;

—Καλά μπάρμπα Γιάννη, νά νηστεύσης μέχρι αὔριο.

Καί τό αὔριο ἦταν μόνο μερικές ὧρες. Αὐτό τό ἐπιτίμιο τοῦ ἔδωσα ἐκείνη τήν στιγμή καί τόν κοινώνησα.

Βλέπετε πῶς ἐπιβάλλεται νά κάνης μιά συγκατάβασι γιά ἕνα τόσο σοβαρό θέμα; Δέν τόν κανόνισα σύμφωνα μέ τούς Κανόνες, ἀλλά ὑπολόγισα τήν πνευματική του κατάστασι καί τόν ἡρωϊκό πόλεμο πού ἐπί τόσα χρόνια ἔκανε χάριν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως».

Από το βιβλίο:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Η Εξομολόγηση – Μετάνοια: Το Αντικλείδι του Παραδείσου

εκδ. Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Αθήνα 2012

<>

Η Θεία Κοινωνία την ώρα του θανάτου και η Εξομολόγηση

Ένας ιερεύς ο πάπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθάνατους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μία ενάρετη χήρα, που μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα τα χρόνια, οκτώ παιδιά!

Ο πάπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους, (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε: νεωκόρος, στο πλάι…

-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!

Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει…

Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος:

-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσουμε μετά;

-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.

Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρά-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.

Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα!

Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους η αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, που συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιός θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιός θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας!

Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα του πυρετού από το μέτωπό της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».

Και -ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν «μπρούμυτα» και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο που είχε μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις!

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.

Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό. Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε. και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου.

Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκονταν εκατοντάδες δαίμονες, οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι. Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ’ αυτά τρυπούσαν οι δαίμονες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος. Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε.

O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να «ετοιμαστεί» για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση…

Πηγή:

http://anatoliki-orthodoksi-ekklisia.blogspot.com

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

<>

Μπήκε στον πειρασμό να ξαναγυρίσει στην παλιά του ζωή

Κάποιο βράδυ, γύρω στίς 3 π.μ., ὁ Διονύσης τελειώνοντας τή δουλειά του σέ βραδινό κέντρο, μπῆκε στόν πειρασμό νά ξαναγυρίση στήν παλιά του ζωή. Καθώς ἔτρεχε μέ τή μηχανή του στούς ἄδειους δρόμους τῆς Ἀθήνας, ἄκουσε μία δυνατή ἀγωνιώδη φωνή νά τοῦ λέη ἐπιτακτικά:

—Διονύση, πού πᾶς;

Συγκλονίσθηκε. Κάθησε λίγη ὥρα νά συνέλθη ἀπό τήν ἔκπληξι. Ἐπέστρεψε στό σπίτι του κι ἔπεσε νά κοιμηθῆ. Πρωΐ-πρωΐ τόν ξύπνησε τό τηλέφωνο. Τό σήκωσε καί ἄκουσε τή φωνή τοῦ Γέροντά του π. Διονυσίου:

—Διονύση, παιδί μου, εἶσαι καλά;

—Κάλα, Γέροντα.

—Σέ πῆρα τηλέφωνο, γιατί χθές ἀργά τή νύκτα ἔνιωσα μία ταραχή, μία ἀγωνία γιά σένα καί σηκώθηκα νά προσευχηθῶ.

Ὁ Διονύσης τά ᾽χασε καί ρώτησε:

—Τί ὥρα ἦταν, Γέροντα;

—Γύρω στίς 3 μετά τά μεσάνυκτα.

Ὁ Διονύσης τότε κατάλαβε καί συνειδητοποίησε ὅτι ὁ Θεός εἶναι κοντά του, πολύ πιό κοντά ἀπ᾽ ὅσο νόμιζε.

Πηγή:


FAITHBOOK - ORTHODOXY

<>

Θεία Εξομολόγηση – Ο Χριστός δίνει στους Αποστόλους την εξουσία αφέσεως των αμαρτιών: “Ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται” (Ιωάννη 20, 23)

Θεία Εξομολόγηση

Ο Χριστός δίνει στους Αποστόλους την εξουσία αφέσεως των αμαρτιών:

Ιωάννη 20, 21-23:

“21 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπτῳ ὑμᾶς. 
22 Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, 
23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται”.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Ιωάννη 20, 21-23:

“21 Kαι ξανά ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Eιρήνη σε σας· όπως με απέστειλε ο Πατέρας, και εγώ αποστέλλω εσάς. 22 Kαι μόλις το είπε αυτό, φύσηξε προς αυτούς, και τους λέει: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. 23 Aν τις αμαρτίες κάποιων συγχωρέσετε, είναι σ’ αυτούς συγχωρεμένες· αν κάποιων τις κρατάτε, είναι κρατημένες”.

Πηγή:

https://agia-grafi-orthodoxia.blogspot.com

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Η δύναμη της Θείας Εξομολόγησης

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994)

“Για να νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξη
τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνη
με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος
την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας
τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει
την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια
η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται”.

Κεφ 1
Η ανάγκη πνευματικού οδηγού

Με την εξομολόγηση ο άνθρωπος λυτρώνεται


-Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

-Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

-Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

-Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα, βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθή οι άνθρωποι από το μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμμιά φορά;». «Όχι. Ήρθα να με κάνης καλά». «Μα πως; Πρέπει να μετανοήσης για τα σφάλματά σου, να εξομολογήσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς, όταν έχης ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνης καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για ‘κεί;». «Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνης καλά». Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια». Εμ πως, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν , αλλά που βγαίνουν …; Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

-Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».

-Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία Χάρη και, όταν διαβάση την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο Καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω. «Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;». «Να βρης, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογήσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνης χάπια». «Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν». Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι.

-Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

-Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξη τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνη με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθή ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε. Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβης τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου». «Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνης, τους λέω, δεν θα καταλάβης εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθής και ύστερα έλα να συζητήσουμε». Γιατί, πώς να επικοινωνήσης και να συνεννοηθής με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;». «Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου». «Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;». «Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!» …;

Ο Θεός θέλει ο άνθρωπος, να διορθώνεται δια του ανθρώπου

-Γέροντα, όταν αντιμετωπίζω ένα θέμα και προσεύχωμαι γι’ αυτό, πως θα καταλάβω ποιο είναι το θέλημα του Θεού;

-Το θέλημα του Θεού δεν βρίσκεται έτσι. Καλύτερα να ρωτάς για ένα πρόβλημά σου. Να μη ζητάς πληροφορία από τον Θεό, εφόσον μπορείς να συμβουλευθής κάποιον άνθρωπο, γιατί μπορεί να πλανηθής. Κάποιος πήγαινε σε μια εκκλησία, στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι και έλεγε: «Παναγία μου, να πάρω χρήματα από το κουτί;». Του έλεγε ο λογισμός: «Πάρ’ τα». «Ναι, θα τα πάρω», έλεγε και έπαιρνε τα χρήματα. Μια-δυο-τρεις φορές, ένας επίτροπος προβληματίσθηκε. «Τι γίνεται; Λέει. Κάποιος πρέπει να παίρνη τα χρήματα» και πήγε να παρακολουθήση. Τι να δη; Σε λίγο ήρθε αυτός και επανέλαβε τα ίδια: «Παναγία μου, να πάρω τα χρήματα από το κουτί; …; Ναι, θα τα πάρω», είπε, οπότε τον έπιασε ο επίτροπος.

Πάντοτε, όταν υπάρχη άνθρωπος πνευματικός, τον οποίο μπορείς να ρωτήσης, πρέπει να ρωτήσης. Όταν δεν υπάρχη άνθρωπος να ρωτήσης – λ.χ. βρίσκεσαι στην έρημο -, αλλά υπάρχη μέσα σου η δίψα της υπακοής, τότε ο Καλός Θεός γίνεται ο Ίδιος Γέροντας και σε φωτίζει και σε πληροφορεί. Δεν μπορείς, ας υποθέσουμε, να βρης κάποιον, για να σου εξηγήση ένα χωρίο από την Αγία Γραφή; Τότε σε φωτίζει ο Θεός και το καταλαβαίνεις.

-Γέροντα, πως θα καταλάβη κανείς, αν κάτι που συμβαίνει στον αγώνα του είναι από τον πειρασμό ή από δική του απροσεξία;

-Θα πάη να ρωτήση.

-Δηλαδή μόνος του δεν μπορεί να το καταλάβη;

-Και να καταλαβαίνη κάτι, δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Εδώ και ένας που έχει εμπειρία, πάει και ρωτάει κάποιον άλλον. Εγώ για ένα ατομικό μου θέμα πάντοτε θα ρωτήσω. Την δική μου λύση, και σοφώτερη να είναι, την θεωρώ την μεγαλύτερη βλακεία, όταν πρόκειται για προσωπικό μου θέμα. Ούτε πάω σε κάποιον που ξέρει τι με αναπαύει, αλλά σε κάποιον που δεν ξέρει. Βλέπεις, και ένας γιατρός, για να είναι σίγουρος ότι έκανε καλή διάγνωση σε μια δύσκολη περίπτωση, συμβουλεύεται και άλλον γιατρό, πόσο μάλλον ένας φοιτητής! Όσο πνευματικός άνθρωπος κι αν είναι κανείς, και όσο καλή τακτοποίηση κι αν κάνη μόνος του στα θέματά του, δεν μπορεί να αναπαυθή, γιατί ο Θεός θέλει ο άνθρωπος να βοηθιέται από τον άνθρωπο και να διορθώνεται δια του ανθρώπου. Τα οικονομάει έτσι ο Καλός Θεός, για να ταπεινώνεται ο άνθρωπος. Πρέπει να εκθέτη κανείς τους λογισμούς του και τις καταστάσεις που περνάει στον πνευματικό του, να τον συμβουλεύεται και να μην αποφασίζη μόνος του για τα δύσκολα θέματα ούτε να αντιμετωπίζη μόνος τους τις δυσκολίες που συναντάει στον αγώνα του, κάνοντας πρόβες στον εαυτό του, γιατί ο πειρασμός θα τον μπερδέψη και θα του δημιουργήση προβλήματα. Μερικοί φθάνουν στο σημείο να βάζουν μόνοι τους κανόνα στον εαυτό τους. Είναι πολύ επικίνδυνα αυτά τα πράγματα.

Όποιος δεν έχει πνευματικό, για να τον συμβουλεύεται στην πνευματική του πορεία, μπερδεύεται, κουράζεται, καθυστερεί και δύσκολα θα φθάση στον προορισμό του. Αν δίνη μόνος του λύση στα προβλήματά του, όσο σοφός και αν είναι, επειδή κινείται με αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια, μένει σκοτισμένος. Ενώ, όποιος ταπεινώνεται και πηγαίνει με εμπιστοσύνη και αυταπάρνηση στον πνευματικό και ζητά την γνώμη του, βοηθιέται και του δίνει την σωστή απάντηση. Να, όταν έρχεται κάποιος με ευλάβεια, με τον λογισμό πως είμαι άγιος, ενώ εγώ είμαι τενεκές, έχω προσέξει ότι νιώθω μέσα μου μια αλλοίωση και αυτή που του λέω δεν είναι δικά μου. Από αυτό καταλαβαίνω ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος αυτός έχει έρθει με ευλάβεια, και ο Θεός, για να μην τον αδικήση, δίνει σ’ εμένα αυτήν την καλή κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αν πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα, ο Θεός σε πληροφορεί και μπορείς να του πης τι θα συμβή, πότε θα συμβή και πώς να το αντιμετωπίση.

Χρειάζεται Πνευματικός οδηγός στην πνευματική ζωή

Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό, να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύωνται. Αν έχουν πνευματικό και βάλουν ένα πρόγραμμα με προσευχή και λίγη μελέτη, εκκλησιάζωνται, κοινωνούν, τότε δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν σ’ αυτήν την ζωή.

Η ψυχή πρέπει να παρακολουθήται από τον πνευματικό, για να μη λαθέψη τον δρόμο της. Μπορεί να βοηθάη στον αγώνα λ.χ. και η πνευματική μελέτη, αλλά, αν κανείς δεν έχη πνευματικό οδηγό, μπορεί να δίνη δικές του ερμηνείες σ’ αυτά που διαβάζει, και να πλανηθή. Βλέπεις, και όταν κάποιος πάη κάπου με το αυτοκίνητό του και δεν γνωρίζη καλά τον δρόμο, μπορεί να συμβουλεύεται τον χάρτη, αλλά σταματάει κιόλας και ρωτάει, για να μην πάρη λάθος δρόμο. Ξεκινάει, ας υποθέσουμε, από την Αθήνα να πάη στην Φλώρινα. Έχει χάρτη και τον παρακολουθεί, αλλά ρωτάει και σε κανένα περίπτερο αν πηγαίνη καλά, αν ο δρόμος είναι καλός, γιατί σε καμμιά διασταύρωση υπάρχει κίνδυνος να πάρη άλλο δρόμο και να βρεθή στην Καβάλα ή σε κάποιον γκρεμό να κινδυνέψη να σκοτωθή. Φυσικά, μπορεί κάποιος να ρωτήση, αλλά να μην πάρη τον δρόμο που θα του πουν, και να βρεθή τελικά αλλού, ή να μην προσέξη τα επικίνδυνα σημεία, και να πάθη κακό. Όποιος όμως του δείξη τον δρόμο και συγχρόνως του πη: «πρόσεξε, στο τάδε σημείο έχει μια στροφή επικίνδυνη, εκεί έχει έναν γκρεμό …;», εκείνος θα έχη το μισθό του. Το ίδιο, θέλω να πω, πρέπει να γίνεται και στην πνευματική ζωή. Είναι απαραίτητο ο πιστός να έχη πνευματικό που θα τον καθοδηγή με τις συμβουλές του και θα τον βοηθάη δια του μυστηρίου της εξομολογήσεως. Έτσι μόνον μπορεί να ζήση ορθόδοξη πνευματική ζωή και να είναι σίγουρος ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Τον πνευματικό οδηγό φυσικά κανείς θα τον διαλέξη. Δεν θα εμπιστευθή στον οποιονδήποτε την ψυχή του. Όπως για την υγεία του σώματος ψάχνει να βρη καλό γιατρό, έτσι και για την υγεία της ψυχής του θα ψάξη να βρη κάποιον καλό πνευματικό και θα πηγαίνη σ’ αυτόν, τον γιατρό της ψυχής, τακτικά.

Στείλτε τους ανθρώπους στον Πνευματικό

– Γέροντα, πολλές φορές οι άνθρωποι βλέποντας ράσο μας λένε τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, ακόμη και εξομολόγηση. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντί τους;

– Εξ αρχής, όταν απευθύνωνται σ’ εσάς για κάποιο πρόβλημά τους, να τους ρωτήσετε: «Έχετε πνευματικό;». Κι εγώ στους ανθρώπους που έρχονται εκεί στο Καλύβι να με ρωτήσουν για κάποιο θέμα λέω: «Εγώ δεν είμαι πνευματικός• να πάτε στον πνευματικό σας και να κάνετε ό,τι σας πη εκείνος». Πρέπει να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να έχουν έναν πνευματικό να εξομολογούνται, για να κοπούν τα δικαιώματα του διαβόλου. Να ακούση η μοναχή μια φορά κάποια πονεμένη γυναίκα που έχει ένα πρόβλημα και μετά να την στείλη στον πνευματικό, αυτό το καταλαβαίνω. Όχι όμως να συνεχίζη να συζητάη μαζί της. Ή, αν μία γυναίκα δεν αναπαύεται στον πνευματικό της ή δεν έχη πάει ποτέ για εξομολόγηση ή βρίσκεται σε κατάσταση απελπισίας, ας την ακούση μια φορά και πάλι να την στείλη στον πνευματικό και να της πη ότι εκείνη θα εύχεται.

Εκτός που δεν έχει υποχρέωση η μοναχή να τους βοηθήση κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακούγοντας δηλαδή συνεχώς τα προβλήματά τους, δεν βοηθιούνται κιόλας έτσι οι άνθρωποι. Γιατί ο άνθρωπος παθαίνει τριών ειδών αλλοιώσεις: από τον εαυτό του, από τους άλλους και από τον διάβολο. Έρχονται εδώ, βρίσκουν μια παρηγοριά ανθρώπινη, αλλά, μόλις φύγουν από το Μοναστήρι και πάνε σπίτι, γυρίζουν πάλι στο δικό τους και αρχίζουν τα ίδια. Και οι γυναίκες και οι άνδρες να πάνε στον πνευματικό τους. Δεν είναι σωστό να λένε τα θέματά τους στην καλόγρια. Γιατί μετά λένε: «τα είπα• είμαι εντάξει», αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους και δεν πάνε στον πνευματικό. Αυτό είναι τέχνασμα του διαβόλου, για να μην εξομολογούνται.

Πρέπει να καταλάβετε ποια είναι η αποστολή σας ως μοναχές και να μην πάτε να κάνετε δήθεν ιεραποστολή, επειδή δεν έχετε καταλάβει την καλογερική αποστολή. Ως μοναχοί έχουμε υποχρέωση να κάνουμε προσευχή για τα προβλήματα των άλλων• δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα προβλήματά τους. Ο πνευματικός έχει υποχρέωση να το κάνη αυτό, έχει και ευθύνη. Αν συζητούν μ’ εσάς, φορτώνουν σ’ εσάς την ευθύνη. Εκείνος μπορεί να τους παρακολουθή από κοντά και να δίνη λύση στα προβλήματά τους. Χρειάζεται δηλαδή δουλειά. Αυτή η δουλειά δεν είναι των μοναχών. Από μας μόνον προσευχή να ζητάνε. Ας στέλνουν κανένα γράμμα με ονόματα, να κάνουμε κανένα κομποσχοίνι.

Πνευματικός από κοντά

Όπως κανείς φροντίζει ο οικογενειακός γιατρός να βρίσκεται, όσο το δυνατόν, κοντά του, έτσι πρέπει να φροντίση και ο πνευματικός να βρίσκεται κοντά του. Ένας γιατρός, όταν είναι κοντά στον άρρωστο, μπορεί να τον βοηθήση καλύτερα από καθηγητές πανεπιστημίου – έστω και αν δεν έχη τόση πείρα -, γιατί μπορεί να τον παρακολουθή συστηματικά και, αν χρειασθή, θα τον στείλη στον ειδικό γιατρό. Μου έκανε εντύπωση το εξής, όταν ήμουν στο Σανατόριο[1] : Πολλοί πλούσιοι που είχαν φυματίωση έμεναν στο σπίτι τους και πήγαιναν εκεί καθηγητές πανεπιστημίου, για να τους κάνουν θεραπεία. Αποδείχθηκε όμως ότι η θεραπεία δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, γιατί δεν μπορούσαν να τους παρακολουθούν συστηματικά. Γι’ αυτό αναγκάσθηκαν να δημιουργήσουν στο Σανατόριο ξεχωριστά τμήματα, για να νοσηλεύωνται εκεί, ώστε να παρακολουθούνται συστηματικά.

Θέλω να πω ότι, όπως ο γιατρός από κοντά παρακολουθεί τον άρρωστο, όταν του δίνη κάποια θεραπεία, βλέπει αν τα φάρμακα που του έδωσε τον βοηθούν ή έχουν παρενέργειες κ.λπ., και ανάλογα αυξάνει ή ελαττώνει την δόση και, αν χρειασθή, μπορεί ακόμη και να αλλάξη την θεραπεία, έτσι και ο πνευματικός πρέπει από κοντά να παρακολουθή την ψυχή, γιατί κατά καιρούς παρουσιάζει διάφορες αλλαγές και αντιδράσεις, τις οποίες από μακριά δεν μπορεί να παρακολουθήση, για να τον βοηθήση αποτελεσματικά. Μια φορά είχα πει σε μια ψυχή που είχε έναν πειρασμό: «Θα κάνης αυτό και θα δης ότι θα το ξεπεράσης». Πράγματι μ’ άκουσε και το ξεπέρασε. Μετά από λίγο καιρό είχε έναν τελείως αντίθετο πειρασμό, τον αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο και ταλαιπωρήθηκε! Μπορούσε η ευλογημένη να στείλη έναν άνθρωπο ή να γράψη ένα γράμμα, για να με ρωτήση τι έπρεπε να κάνη, αφού αντιμετώπιζε άλλη δυσκολία. Θα της έδινα άλλο φάρμακο, δηλαδή άλλη συμβουλή. Δυσκολεύτηκε να με ρωτήση, επειδή ήμουν μακριά. Γι’ αυτό εγώ από μακριά δεν συνηθίζω να δίνω συμβουλές, αν δεν γνωρίζω καλά τον άνθρωπο και δεν έχω στενή επικοινωνία μαζί του.

Ο Πνευματικός στην οικογένεια

-Γέροντα, ποια βιβλία μπορούν να βοηθήσουν τους συζύγους;

-Εκείνο που βοηθάει το ανδρόγυνο είναι να μη δικαιολογή ο καθένας τον εαυτό του. Αν δικαιολογούν τον εαυτό τους, όσα πνευματικά βιβλία κι αν διαβάσουν, δεν ωφελούνται. Αν έχουν καλή διάθεση, έχουν πνευματικό και του κάνουν υπακοή, δεν θα έχουν προβλήματα. Χωρίς πνευματικό διαιτητή δεν γίνεται.

Το καλύτερο είναι να έχουν τα ανδρόγυνα τον ίδιο πνευματικό. Όχι άλλον πνευματικό ο άνδρας και άλλον η γυναίκα. Δύο ξύλα, αν τα πελεκήσουν δύο μαραγκοί, όπως νομίζει ο καθένας, δεν θα μπορέσουν ποτέ να εφαρμόσουν. Ενώ, όταν έχουν τον ίδιο πνευματικό, ο πνευματικός πελεκάει τα εξογκώματα – τα ελαττώματα – του ενός, πελεκάει και τα εξογκώματα του άλλου, και έτσι εξομαλύνονται οι δυσκολίες. Αλλά σήμερα, ακόμη και ανδρόγυνα που ζουν πνευματικά, έχουν διαφορετικό πνευματικό. Σπάνια έχουν και οι δυο τον ίδιο πνευματικό, γι’ αυτό και δεν βοηθιούνται. Έχω υπ’ όψιν μου ανδρόγυνα που ταίριαζαν, αλλά δεν είχαν τον ίδιο πνευματικό, για να τους βοηθήση, και χώρισαν. Και άλλο που, ενώ δεν ταίριαζαν, επειδή είχαν τον ίδιο πνευματικό, έζησαν αρμονικά.

Βέβαια, όταν έχη όλη η οικογένεια τον ίδιο πνευματικό, αυτό είναι ακόμη καλύτερο. Ο πνευματικός θα τους ακούση όλους και θα χειρισθή ανάλογα το θέμα. Άλλοτε θα ζορίση τον πατέρα ή την μητέρα, άλλοτε θα καλέση τα παιδιά, αν δεν μπορή να βγάλη συμπέρασμα από αυτά που του λένε οι γονείς. Ή, αν το ανδρόγυνο έχη προβλήματα και φταίη λ.χ. η γυναίκα, μπορεί να καλέση τον άνδρα, για να τον συμβουλέψη πως πρέπει να φερθή, ή να ζητήση από κάποιον συγγενή τους ή γνωστό τους να βοηθήση διακριτικά.

Αλλαγή Πνευματικού

-Γέροντα, όταν κανείς αναγκασθή για κάποιον λόγο να αλλάξη πνευματικό, χρειάζεται να εξομολογηθή πάλι αμαρτίες που έχει εξομολογηθή;

-Καλά είναι να ενημερώση τον καινούργιο πνευματικό, όπως ο ασθενής, όταν αλλάζη γιατρό, λέει πάλι το ιστορικό του, για να μπορέση ο γιατρός να τον βοηθήση καλύτερα.

-Γέροντα, όταν κάποιος θέλη να αλλάξη πνευματικό και μας ρωτάη αν είναι σωστό, τι πρέπει να πούμε;

-Να πάρη ευλογία από τον πνευματικό του. Δεν είναι καλό να αλλάζη κανείς εύκολα πνευματικό. Μια οικοδομή δεν θα γίνη ποτέ σωστή, αν αλλάζουν συνέχεια οι μηχανικοί και οι οικοδόμοι.

Παλιά πήγαιναν οι άνθρωποι σε Γέροντες, για να ζητήσουν συμβουλή για ένα θέμα που τους απασχολούσε και να βοηθηθούν. Σήμερα πολλοί δεν πάνε για συμβουλή, αλλά για να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους ή για να πουν ότι συμβουλεύτηκαν και τον τάδε Γέροντα. «Πήγα στον τάδε και στον τάδε, ρώτησα και τον πατέρα Παϊσιο γι’ αυτό το θέμα», λέει ο άλλος, και εγώ μπορεί να τον μάλωσα ή να ήρθε μέχρι την πόρτα και να μη χτύπησε! Έτσι καταλήγουν να γυρίζουν από τον έναν πατέρα στον άλλον, χωρίς να έχουν κάποιον μόνιμο πνευματικό, με αποτέλεσμα να μπερδεύωνται.

Άλλοι πάλι κάνουν ένα σφάλμα και δεν πάνε να το πουν στον πνευματικό τους, αλλά πάνε και το λένε σε άλλον πνευματικό, για να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Μετά από λίγο καιρό κάνουν το ίδιο σφάλμα και το λένε σε άλλον, ύστερα σε άλλον, και τελικά παρουσιάζονται στον έναν πνευματικό ότι το έκαναν μια φορά, στον άλλο μια φορά, και έτσι συνεχίζουν να σφάλλουν και μένουν αδιόρθωτοι.

Είναι και μερικοί, έχω παρατηρήσει, οι οποίοι αποφεύγουν να πουν κάτι στον πνευματικό τους, αν και ξέρουν ότι θα τους βοηθήση και δεν πρόκειται να το διαδώση, και το λένε σε κάποιον γνωστό τους, που δεν μπορεί να τους βοηθήση και που σίγουρα θα το πη και σε άλλους. Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός στο Κοινόβιο[2], είχε έρθει κάποιος να κοινοβιάση. Κάθησε ένα διάστημα και μετά είχε λογισμούς να φύγη. Στον ηγούμενο δεν πήγε να πη τους λογισμούς του ούτε σε κανέναν άλλον πνευματικό πατέρα, αλλά τα είπε σε έναν εργάτη από την Ιερισσό, που εργαζόταν στο μοναστήρι. Ήμουν και εγώ εκεί κοντά, όταν του τα έλεγε• καθάριζα κρεμμύδια έξω από την κουζίνα. Άρχισε λοιπόν από δύο μέτρα πιο πέρα να του κάνη εξομολόγηση δυνατά. «Μετάνοιωσα που έγινα μοναχός». «Όταν ήρθες, δεν δοκίμασες;», τον ρωτάει ο εργάτης. «Δοκίμασα δύο χρόνια». «Καλά, γιατί δεν έφυγες νωρίτερα;». «Να, δεν έφυγα». «Με το ζόρι σε έκαναν καλόγερο;». «Όχι, ήθελα και εγώ». «Καλά, του λέει, τα είπες αυτά στον ηγούμενο;». «Όχι», του απαντά. «Σ’ εμένα που τα λες, τι θα ωφεληθής;», του λέει. Του είχε πει ολόκληρο το ιστορικό του. Βλέπετε; Στον ηγούμενο που έπρεπε να τα πη, για να βοηθηθή, δεν τα είπε και πήγε να εξομολογηθή στον εργάτη. Και εκείνος θα τα έλεγε το Σαββατοκύριακο στο καφενείο στην Ιερισσό, για να γελάσουν, και θα γέμιζε το χωριό. Και να πης πως ήταν λειψός; Ξέρετε πόσα λεξικά είχε; Τα αρχαία ελληνικά τα ήξερε απταίστως.

-Γέροντα, μπορεί ένας λαϊκός να ρωτήση για ένα πρόβλημά του ή για έναν πειρασμό του κάποιον πνευματικό αδελφό του, αν ο πνευματικός του απουσιάζη;

-Δεν μπορεί να τηλεφωνήση στον πνευματικό του; Ο αδελφός άλλοτε μπορεί να βοηθήση και άλλοτε δεν μπορεί να βοηθήση ή, παρά την καλή του διάθεση, μπορεί ακόμη και να τον βλάψη. Σε μια ανάγκη με ένα τηλεφώνημα στον πνευματικό βολεύονται τα πράγματα. Και αν δεν μπορή να επικοινωνήση με τον πνευματικό του και είναι κάτι σοβαρό και επείγον, ας ρωτήση έναν άλλον πνευματικό. Καλά είναι να τον έχη ρωτήσει εκ των προτέρων ποιον πνευματικό μπορεί να συμβουλευθή σε τέτοια περίπτωση, ώστε να πάη σε κάποιον που έχει το ίδιο πνεύμα, Γιατί κάθε μοναχός έχει δικό του σχέδιο. Μπορεί να είναι καλό και το ένα σχέδιο και το άλλο, αλλά είναι διαφορετικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Για μια σωστή εξομολόγηση

Να δένουμε το τραύμα μας


-Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.

-Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζωνται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα. Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν. Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζώμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό -, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευώμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα»[3]. Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζώμαστε, για να τους εξοντώσουμε.

-Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

-Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέη ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέση, θα πάθη αιμορραγία και θα πεθάνη. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα. Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνώμαστε, με τον λογισμό ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.

Η ανάγκη για εξομολόγηση

-Γέροντα, ο Όσιος Μάρκος ο Ασκητής λέει: «Ο γνωστικός εξομολογείται στον Θεό όχι με την απαρίθμηση των παραπτωμάτων του, αλλά με την υπομονή των επερχομένων θλίψεων»[4]. Τι εννοεί;

-Και το ένα πρέπει να γίνεται και το άλλο. Εξομολογείται ο πιστός στον πνευματικό, εξομολογείται και πριν από την προσευχή ταπεινά στον Θεό, απογυμνώνοντας τον εαυτό του: «Θεέ μου, έσφαλα, είμαι τέτοιος, τέτοιος». Συγχρόνως όμως δέχεται και τις θλίψεις που του συμβαίνουν σαν φάρμακο. Ο Άγιος δεν λέει να μην κάνης την πρώτη και την δεύτερη εξομολόγηση, αλλά μόνο να υπομένης τις θλίψεις. Τι θα πη «εξομολογούμαι;». Δεν θα πη «ομολογώ έξω αυτό που έχω μέσα μου»; Αν έχης μέσα στο καλά, «εξομολογείσαι τω Κυρίω»[5], δηλαδή δοξολογείς τον Θεό. Αν έχης κακά, εξομολογείσαι τις αμαρτίες σου.

-Γέροντα, την πρώτη φορά που θα πάη κανείς για εξομολόγηση, θα μιλήση στον πνευματικό για όλη την προηγούμενη ζωή του;

-Την πρώτη φορά θα κάνη μια γενική εξομολόγηση. Όπως ο ασθενής, όταν μπη στο νοσοκομείο, δίνει το ιστορικό του, π.χ. λέει: «είχα μια πάθηση στους πνεύμονες, αλλά τώρα έχει περάσει, έχω κάνει μια εγχείρηση με ολική ή τοπική νάρκωση κ.λπ.», έτσι και στην πρώτη εξομολόγηση, ας προσπαθήση κανείς να πη στον πνευματικό λεπτομέρειες από την ζωή του, και εκείνος θα βρη την πληγή, για να την θεραπεύση. Πολλές φορές ένα χτύπημα, που δεν του δίνεις σημασία, έχει ύστερα συνέπειες. Βέβαια, την πρώτη φορά που θα πάη στον πνευματικό, θα έχη να πη, ας υποθέσουμε, εκατό αμαρτίες. Την δεύτερη θα έχη να πη εκατόν δέκα, γιατί θα τον πολεμήση περισσότερο ο διάβολος, επειδή εξομολογήθηκε και του χάλασε τη δουλειά. Την Τρίτη φορά μπορεί να πη εκατόν πενήντα, αλλά ύστερα θα ελαττώνεται συνέχεια ο αριθμός, μέχρι που θα πηγαίνη για εξομολόγηση και θα έχη να πη ελάχιστες αμαρτίες.

Η σωστή εξομολόγηση

-Γιατί μερικές φορές, ενώ η συνείδηση μας ελέγχει, δεν κάνουμε τον ανάλογο αγώνα, για να διορθωθούμε;

-Αυτό μπορεί να συμβή και από ένα τσάκισμα ψυχικό. Όταν είναι κανείς πανικοβλημένος από κάποιον πειρασμό, θέλει να αγωνισθή, αλλά δεν έχει διάθεση, δεν έχει ψυχική δύναμη. Τότε πρέπει να τακτοποιηθή εσωτερικά με την εξομολόγηση. Με την εξομολόγηση παρηγοριέται, τονώνεται και ξαναβρίσκει με την Χάρη του Θεού το κουράγιο για αγώνα. Αν δεν τακτοποιηθή, μπορεί να του έρθη και άλλος πειρασμός, οπότε, θλιμμένος όπως είναι, τσακίζεται περισσότερο, τον πνίγουν οι λογισμοί, απελπίζεται και μετά δεν μπορεί να αγωνισθή καθόλου.

-Και αν αυτό συμβαίνη συχνά;

-Αν συμβαίνη συχνά, πρέπει ο άνθρωπος να τακτοποιήται συχνά, να ανοίγη την καρδιά του στον πνευματικό, για να παίρνη κουράγιο. Και όταν τακτοποιηθή, πρέπει να βάλη την μηχανή να τρέξη, να αγωνισθή φιλότιμα και εντατικά, για να πάρη καταπόδι τον έξω από ‘δώ.

-Γέροντα, όταν δεν αισθάνωνται την ανάγκη για εξομολόγηση, τι φταίει;

-Μήπως δεν παρακολουθείς τον εαυτό σου; Η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Να πηγαίνης και απλά να λες τις αμαρτίες σου. Γιατί, τι νομίζεις; Πείσμα δεν έχεις; Εγωισμό δεν έχεις; Δεν πληγώνεις την αδελφή; Δεν κατακρίνεις; Μήπως εγώ τι πηγαίνω και λέω; «Θύμωσα, κατέκρινα …;» και μου διαβάζει ο πνευματικός την συγχωρητική ευχή. Αλλά και οι μικρές αμαρτίες έχουν και αυτές βάρος. Όταν πήγαιναν στον Παπα-Τύχωνα[6] να εξομολογηθώ, δεν είχα τίποτα σοβαρό να πω και μου έλεγε: «Αμμούδα, παιδάκι μου, αμμούδα»! Οι μικρές αμαρτίες μαζεύονται και κάνουν ένα σωρό αμμούδα, που είναι όμως βαρύτερη από μια μεγάλη πέτρα. Ο άλλος που έχει κάνει ένα αμάρτημα μεγάλο, το σκέφτεται συνέχεια, μετανοεί και ταπεινώνεται. Εσύ έχεις πολλά μικρά. Εάν όμως εξετάσης τις συνθήκες με τις οποίες εσύ μεγάλωσες και τις συνθήκες με τις οποίες μεγάλωσε ο άλλος, θα δης ότι είσαι χειρότερη από εκείνον. Να προσπαθής επίσης να είσαι συγκεκριμένη στην εξομολόγησή σου. Δεν φθάνει να πη κανείς λ.χ. «ζηλεύω, θυμώνω κ.λπ.», αλλά πρέπει να πη τις συγκεκριμένες πτώσεις του, για να βοηθηθή. Και, όταν πρόκειται για κάτι βαρύ, όπως η πονηριά, πρέπει να πη και πως σκέφθηκε και πως ενήργησε• αλλιώς κοροϊδεύει τον Χριστό. Αν ο άνθρωπος δεν ομολογή την αλήθεια στον πνευματικό, δεν του αποκαλύπτη το σφάλμα του, για να μπορέση να τον βοηθήση, παθαίνει ζημιά, όπως και ο άρρωστος κάνει μεγάλο κακό στην υγεία του, όταν κρύβη την πάθησή του από τον γιατρό. Ενώ, όταν εκθέτη τον εαυτό του όπως ακριβώς είναι, τότε ο πνευματικός μπορεί να τον γνωρίση καλύτερα και να τον βοηθήση πιο θετικά.

Ύστερα, όταν κανείς αδικήση ή πληγώση με την συμπεριφορά του έναν άνθρωπο, πρέπει πρώτα να πάη να του ζητήση ταπεινά συγχώρηση, να συμφιλιωθή μαζί του, και έπειτα να εξομολογηθή την πτώση του στον πνευματικό, για να λάβη την άφεση. Έτσι έρχεται η Χάρις του Θεού. Αν πη το σφάλμα του στον πνευματικό, χωρίς προηγουμένως να ζητήση συγχώρηση από τον άνθρωπο που πλήγωσε, δεν είναι δυνατόν να ειρηνεύση η ψυχή του, γιατί δεν ταπεινώνεται. Εκτός αν ο άνθρωπος που πλήγωσε έχη πεθάνει ή δεν μπορή να τον βρη, γιατί άλλαξε κατοικία και δεν έχει την διεύθυνσή του, για να του ζητήση, έστω και γραπτώς, συγγνώμην, αλλά έχη διάθεση να το κάνη, τότε ο Θεός τον συγχωρεί, γιατί βλέπει την διάθεσή του.

-Αν, Γέροντα, ζητήσουμε συγχώρεση και δεν μας συγχωρήση;

-Τότε να κάνουμε προσευχή να μαλακώση ο Θεός την καρδιά του. Υπάρχει όμως περίπτωση να μη βοηθάη ο Θεός να μαλακώση η καρδιά του, γιατί, αν μας συγχωρήση, μπορεί να ξαναπέσουμε στο ίδιο σφάλμα.

-Γέροντα, όταν κανείς κάνη ένα σοβαρό σφάλμα, υπάρχει περίπτωση να μην μπορή να το εξομολογηθή αμέσως;

-Γιατί να το αφήση; Για να ξινίση; Όσο κρατάς ένα χαλασμένο πράγμα, τόσο χαλάει. Γιατί να αφήση να περάσουν ένας-δύο μήνες, για να πάη στον πνευματικό να το εξομολογηθή; Να πάη το συντομώτερο. Αν έχη μια πληγή ανοιχτή, θα αφήση να περάση ένας μήνας, για να την θεραπεύση; Ούτε να περιμένη να πάη, όταν θα έχη πολύ χρόνο ο πνευματικός, για να έχη πιο πολλή άνεση. Αυτό το ένα σφάλμα, τακ-τακ να το λέη αμέσως και μετά, όταν ο πνευματικός θα έχη χρόνο, να πηγαίνη για πιο πολύ, για μια συζήτηση κ.λπ.

Δεν χρειάζεται ώρα πολλή, για να δώσω εικόνα του εαυτού μου. Όταν η συνείδηση δουλεύη σωστά, δίνει ο άνθρωπος με δυο λόγια εικόνα της καταστάσεώς του. Όταν όμως υπάρχη μέσα του σύγχυση, μπορεί να λέη πολλά και να μη δίνη εικόνα. Να, βλέπω, μερικοί μου γράφουν ολόκληρα τετράδια, είκοσι-τριάντα σελίδες αναφοράς με μικρά γράμματα, και μερικές σελίδες υστερόγραφο …; Όλα αυτά που γράφουν, μπορούσαν να τα βάλουν σε μια σελίδα.

Τα ελαφρυντικά στην εξομολόγησή μας γίνονται επιβαρυντικά για την συνείδηση

-Όταν, Γέροντα, κατά την εξομολόγησή μιας αμαρτίας δεν νιώθη κανείς τον πόνο που ένιωσε, όταν έκανε την αμαρτία, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πραγματική μετάνοια;

-Αν έχη περάσει καιρός από τότε που έκανε αυτήν την αμαρτία, επουλώνεται η πληγή, γι’ αυτό δεν νιώθει τον ίδιο πόνο. Αυτό που πρέπει να προσέξη, είναι να μη δικαιολογή τον εαυτό του κατά την εξομολόγηση. Εγώ, όταν πάω να εξομολογηθώ και πω λ.χ. «θύμωσα» – άσχετα αν χρειαζόταν να δώσω και σκαμπίλι -, δεν αναφέρω το θέμα, για να μη μου δώση ελαφρυντικό ο πνευματικός. Όποιος εξομολογείται και δικαιολογεί τον εαυτό του, δεν έχει ανάπαυση εσωτερική, όσο ασυνείδητος και αν είναι. Τα ελαφρυντικά που χρησιμοποιεί στην εξομολόγησή του γίνονται επιβαρυντικά για την συνείδησή του. Ενώ, όποιος υπερβάλλει τα σφάλματά του, γιατί έχει λεπτή συνείδηση, και δέχεται και μεγάλο κανόνα από τον πνευματικό, αυτός νιώθει ανέκφραστη αγαλλίαση. Υπάρχουν άνθρωποι που, αν κλέψουν λ.χ. μια ρώγα, νιώθουν σαν να πήραν πολλά καλάθια σταφύλια και σκέφτονται συνέχεια το σφάλμα τους. Δεν κοιμούνται όλη την νύχτα, μέχρι να το εξομολογηθούν. Και άλλοι, ενώ έχουν κλέψει ολόκληρα καλάθια σταφύλια, δικαιολογούν τον εαυτό τους και λένε πως πήραν ένα τσαμπί. Αυτοί όμως που όχι μόνο δεν δικαιολογούν τον εαυτό τους, αλλά μεγαλοποιούν το παραμικρό σφάλμα τους και στενοχωριούνται και υποφέρουν πολύ για μια μικρή τους αταξία, ξέρετε τι θεία παρηγοριά νιώθουν; Εδώ βλέπεις την θεία δικαιοσύνη, πως ο Καλός Θεός ανταμείβει.

Έχω παρατηρήσει ότι όσοι εκθέτουν τα σφάλματά τους ταπεινά στον πνευματικό και εξευτελίζονται, λάμπουν, γιατί δέχονται την Χάρη του Θεού. Ένας απόστρατος με πόση συντριβή μου διηγήθηκε ό,τι είχε κάνει από οκτώ χρονών παιδάκι. Ένα τόπι είχε πάρει από ένα παιδάκι για μια μόνο νύχτα – την άλλη μέρα του το έδωσε – και έκλαιγε, γιατί το στενοχώρησε. Όταν αποστρατεύθηκε, έψαξε και βρήκε όσους είχε λυπήσει, όταν υπηρετούσε – άσχετα αν εκτελούσε καθήκον της υπηρεσίας του-, και τους ζήτησε συγγνώμη! Μου έκανε εντύπωση! Όλα τα έπαιρνε επάνω του. Μένει τώρα σε ένα χωριό και τα χρήματά του τα δίνει ελεημοσύνη. Υπηρετεί και την ηλικιωμένη μάνα του, ενενήντα πέντε χρόνων, κατάκοιτη με ημιπληγία και, επειδή βλέπει το σώμα της, όταν την φροντίζη, τον πειράζει ο λογισμός. «Αν ο Χαμ που είδε την γύμνωση του πατέρα του τιμωρήθηκε[7], λέει, τότε εγώ …;». Συνέχεια έκλαιγε. Το πρόσωπο του ήταν αλλοιωμένο. Πόσο διδάχθηκα από την συντριβή του!

-Μπορεί, Γέροντα, να μεγαλοποιή κανείς τα σφάλματά του, για να δείξη ότι κάνει λεπτή εργασία΄

-Εκείνο είναι άλλο• τότε υπερηφανεύεται από την ταπείνωση.

Μετά την εξομολόγηση

-Γέροντα, μετά την εξομολόγηση δικαιολογείται να νιώθης βάρος;

-Γιατί να νιώθης βάρος; Με μια σωστή εξομολόγηση σβήνουν όλα τα παλιά. Ανοίγονται νέα δεφτέρια. Έρχεται η Χάρις του Θεού και αλλάζει τελείως ο άνθρωπος. Χάνονται η ταραχή, η αγριάδα, το άγχος και έρχονται η γαλήνη, η ηρεμία. Τόσο αισθητό είναι αυτό ακόμη και εξωτερικά, που λέω σε μερικούς να φωτογραφηθούν πριν από την εξομολόγηση και μετά την εξομολόγηση, για να διαπιστώσουν και οι ίδιοι την καλή αλλοίωση, γιατί στο πρόσωπο ζωγραφίζεται η εσωτερική πνευματική κατάσταση. Τα μυστήρια της Εκκλησίας κάνουν θαύματα. Όσο πλησιάζει κανείς στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, θεώνεται, και επόμενο είναι να ακτινοβολή και να προδίδεται από την θεία Χάρη.

-Δηλαδή, Γέροντα, μετά από μια ειλικρινή εξομολόγηση νιώθεις αμέσως χαρά;

-Όχι πάντοτε. Μπορεί και να μη χαρής αμέσως, αλλά σιγά-σιγά γεννιέται μέσα σου η χαρά. Μετά την εξομολόγηση χρειάζεται η φιλότιμη αναγνώριση. Να νιώθης όπως αυτός που του χαρίζεται ένα χρέος που έχει, και από φιλότιμο αισθάνεται ευγνωμοσύνη και υποχρέωση προς τον ευεργέτη του. Να ευχαριστής τον Θεό, αλλά συγχρόνως να ζης και το ψαλμικό: «την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός»[8], για να μην ξεθαρρεύης και επαναλαμβάνης τα ίδια σφάλματα.

-Γέροντα, διάβασα κάπου ότι οι δαίμονες θα μας βασανίσουν στην άλλη ζωή ακόμη και για έναν κακό λογισμό που δεν εξομολογηθήκαμε.

-Κοίταξε, όταν ο άνθρωπος μετανοήση και πη στον πνευματικό ό,τι θυμόταν, χωρίς να έχη την πρόθεση να κρύψη κάτι, τελείωσε• τα ταγκαλάκια δεν έχουν καμμία εξουσία επάνω του. Όταν όμως δεν εξομολογηθή εν γνώσει του μερικές αμαρτίες του, θα βασανίζεται στην άλλη ζωή γι’ αυτές.

-Γέροντα, όταν κάποιος εξομολογήθηκε νεανικά του σφάλματα, αλλά πάλι τα σκέφτεται και ταλαιπωρήται, είναι σωστή αντιμετώπιση;

-Αν έχη πολλή συντριβή για τα νεανικά του σφάλματα και τα εξομολογήθηκε, δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρήται, αφού ο Θεός του τα συγχώρησε από την στιγμή που τα εξομολογήθηκε. Στο εξής δεν πρέπει να σκαλίζη τα παλιά, ιδίως σαρκικά αμαρτήματα, γιατί μπορεί να πάθη ζημιά. Στον πόλεμο π.χ. πέφτει μια χειροβομβίδα δίπλα σε έναν στρατιώτη, αλλά τον φυλάει ο Θεός και δεν σκάζει. Όταν τελειώση ο πόλεμος, βρίσκει ο στρατιώτης την χειροβομβίδα που δεν έσκασε και αρχίζει να την περιεργάζεται, και τελικά ανατινάζεται στον αέρα σε καιρό ειρήνης.

Η εμπιστοσύνη στον Πνευματικό

-Γέροντα, αν στενοχωρεθή κάποιος πολύ, γιατί τον μάλωσε για κάποιο σφάλμα του ο πνευματικός, και πέση σε λύπη, αυτό έχει μέσα εγωισμό;

-Εμ βέβαια, έχει μέσα εγωισμό. Αν στενοχωρεθή κατά Θεόν, θα έχη παρηγοριά, θα έχη και πρόοδο, γιατί θα προσπαθήση να μην το ξανακάνη. Πρέπει να λέη τις δυσκολίες, τους λογισμούς του, τις πτώσεις του στον πνευματικό και να δέχεται με χαρά και την ήπια και την αυστηρή συμπεριφορά του, γιατί όλα από αγάπη και ενδιαφέρον γίνονται για την πρόοδο της ψυχής του.

-Και αν, Γέροντα, δεν δέχωμαι το μάλωμα ή την παρατήρηση;

-Αν δεν δέχεσαι, θα μείνης αδιόρθωτη. Όσοι δεν δέχονται παρατηρήσεις ούτε από τους ανθρώπους που τους αγαπούν, τελικά παραμένουν στραβόξυλα και αχρηστεύονται μόνοι τους πνευματικά. Όπως οι σανίδες που δεν δέχονται το πλάνισμα του μαραγκού, για να γίνουν έπιπλα, καταλήγουν στα μπετά ή στις σκαλωσιές και πατιούνται και λασπώνονται, μέχρι που καταλήγουν στην φωτιά, έτσι και αυτοί στο τέλος καταστρέφονται.

-Γέροντα, όταν κάποιος διαφωνή σε ένα θέμα με τον πνευματικό του, τι πρέπει να κάνη;

-Να πη απλά και ταπεινά τον λογισμό του. Βέβαια χρειάζεται πολλή προσοχή στην εκλογή του πνευματικού, ώστε να μπορή κανείς να τον εμπιστεύεται και να αναπαύεται με την καθοδήγησή του.

-Συμφέρει, Γέροντα, όταν κανείς βλέπη κάτι διαφορετικά από τον πνευματικό, να επιμένη στην γνώμη του;

-Όχι, γιατί δεν ξέρει τι κρύβεται πίσω από αυτό που ο ίδιος δεν θεωρεί σωστό. Για να καταλάβη π.χ. κάποιος τι κρύβεται πίσω από μια ενέργεια του πνευματικού του, ίσως ο πνευματικός να πρέπη να του πη την εξομολόγηση ενός άλλου. Επιτρέπεται να πη την εξομολόγηση του άλλου; Ασφαλώς όχι. Ας πούμε ότι έχει συνεννοηθή με τον πνευματικό να τον δη την τάδε ώρα, αλλά την ώρα εκείνη πηγαίνει και κάποιος άλλος που είχε λογισμούς να αυτοκτονήση και ο πνευματικός παίρνει πρώτα εκείνον. Οπότε σκέφτεται: «Πήρε πρώτα αυτόν, εμένα με περιφρονεί». Πώς να του πη όμως ο πνευματικός ότι αυτός είχε φθάσει στο σημείο να κάνη απόπειρα αυτοκτονίας; Αν του εξηγήση. Καταστρέφει, χαντακώνει τον άλλον. Ενώ, αν σκανδαλισθή αυτός ή αν κατεβάση τα μούτρα, δεν θα γίνη και μεγάλο κακό. Μια φορά έτσι σκανδαλίσθηκαν μερικοί που ήρθαν εκεί στο Καλύβι. Ήταν κάποιος που τον κατάφεραν με πολλή δυσκολία οι δικοί του να έρθη να συζητήσουμε και τον δέχθηκα με πολλή χαρά. Τον ασπάσθηκα, του έδωσα κομποσχοίνι, εικονάκια. Οι άλλοι παρεξηγήθηκαν. «Εμάς ο Γέροντας, είπαν, ούτε μας έδωσε σημασία». Αυτός ο καημένος ήταν άσωτος• εγώ ήξερα λεπτομέρειες από την ζωή του. Έφυγε μετά άλλος άνθρωπος. Χίλιες φορές να σκανδαλισθούν οι άλλοι. Δεν μπορείς, για να αναπαύσης τον έναν με μια εξήγηση, να καταστρέψης τον άλλον.

Η σωστή επικοινωνία με τον Πνευματικό

Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη να βοηθήση κάποιον, προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό και όχι να τον δέση με τον εαυτό του. Στην συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη να τον συνδέση με τον Χριστό, και ο άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στον Χριστό. Τότε και ο ένας και ο άλλος έχει τον μισθό του και τα πράγματα πάνε κανονικά. Όταν όμως ο άνθρωπος αγωνίζεται και κοιτάζη πώς να ευχαριστήση αυτόν που προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό, αν δηλαδή μια ενέργειά του θα στενοχωρήση ή θα χαροποιήση εκείνον, και δεν κοιτάζη πως ο Χριστός βλέπει αυτήν την ενέργειά του, τότε ούτε τον άνθρωπο που τον βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τον Χριστό, αλλά ούτε ο ίδιος ωφελείται, γιατί δεν δέχεται θεϊκή βοήθεια. Δηλαδή ούτε ο Χριστός ούτε ο πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό το οποίο κάνει, αλλά ούτε ο ίδιος βοηθιέται, για να ξεπεράση μια δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μια αδελφή και σκέφτεται: «Άραγε ψάλλω καλά; Θα χαρή η Γερόντισσα;». Ε, αυτή δεν βοηθιέται. Ενώ, αν ψάλλη για τον Χριστό, τα πράγματα πάνε κανονικά• και καλά θα ψάλη και την Γερόντισσα θα ευχαριστήση.

-Γέροντα, όταν κανείς δεν καταλάβη σωστά αυτό που του είπε ο πνευματικός, φταίει;

-Κοίταξε, αν δεν κατάλαβε, επειδή είχε μια επιθυμία και ο νους του ήταν εκεί, πάλι φταίει. Μερικοί το θέλημα το δικό τους το κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τον πνευματικό του για ένα πρόβλημά του και έχει στο λογισμό του την λύση που θέλει, που τον αναπαύει. Ο πνευματικός του λέει τι πρέπει να κάνη και αυτός καταλαβαίνει ότι του είπε να κάνη αυτό που ήθελε, και το κάνει με χαρά, νομίζοντας κιόλας ότι κάνει υπακοή. Και αν του πη μετά ο πνευματικός «γιατί ενήργησες έτσι;», του λέει: «Έτσι δεν μου είπες να κάνω;»

Αλλά και μερικές φορές, αυτό που λέει ο πνευματικός, δεν είναι να το πάρη κανείς κατά γράμμα. Μπορεί να είναι τρόπος του λέγειν. Θα σας πω μια περίπτωση, για να καταλάβετε. Μια σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, που είχε και παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Το παιδί έφυγε από το σπίτι και συζούσε με την καθηγήτρια. Όταν ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του, του είπα να κάνη για το θέμα αυτό ό,τι του πη ο πνευματικός του. Πήγε λοιπόν ο καημένος στον πνευματικό και μετά ήρθε πάλι σ’ εμένα. Εγώ είχα εκείνη την ημέρα την Εξαρχία του Πατριαρχείου[9] , δεν μπορούσα να συζητήσω μαζί του και του είπα: «Να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός σου». Αυτός δεν έφευγε – και ευτυχώς που δεν έφυγε και επέμενε. Κάποια στιγμή που ευκαίρησα, τον είδα λίγο και μου είπε: «Γέροντα, αποφάσισα να την σκοτώσω αυτή την γυναίκα, γιατί έτσι μου είπε ο πνευματικός μου». «Για στάσου, καλέ μου άνθρωπε, του λέω, τι ακριβώς σου είπε ο πνευματικός;». «Μου είπε: ”Αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα”». Καταλάβατε; Ο πνευματικός είπε, τρόπος του λέγειν, «αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα», όχι να την σκοτώση! Από τότε δεν λέω σε κανέναν: «να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός», αλλά ρωτάω τι του είπε ο πνευματικός …;

-Μπορεί, Γέροντα, να ζητάη κάποιος βοήθεια από τον πνευματικό του και συγχρόνως να προτείνη και την λύση;

-Εμ τότε, τι βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι να πη ταπεινά σαν λογισμό στον πνευματικό του τι νομίζει ότι θα τον βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – και άλλο είναι να επιμένη ότι ο λογισμός του αυτός είναι σωστός. Τότε είναι που δεν κάνει ο άνθρωπος προκοπή. Είναι σαν να πηγαίνη στον γιατρό και να του λέη: «Αυτό το φάρμακο να μου δώσης». Ο άρρωστος οφείλει να κάνη υπακοή στον γιατρό• δεν θα του υποδείξη τι είδους φάρμακα θα του δώση. Δεν είναι εδώ θέμα ορέξεως, όπως με τα φαγητά και τα γλυκά, για να πη κανείς: «Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταϊφι». Ανάλογα με την πάθηση ο γιατρός δίνει και το φάρμακο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο πνευματικός ιατρός της ψυχής

Ανάγκη καλών Πνευματικών


-Οι άνθρωποι σήμερα είναι κουρασμένοι, ζαλισμένοι και σκοτισμένοι από την αμαρτία και τον εγωισμό. Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, από καλούς και έμπειρους πνευματικούς, που θα πλησιάζουν τους ανθρώπους απλά και με πραγματική αγάπη και θα τους καθοδηγούν με διάκριση, για να ειρηνεύουν. Χωρίς καλούς πνευματικούς αδειάζουν οι εκκλησίες και γεμίζουν τα ψυχιατρεία, οι φυλακές και τα νοσοκομεία. Πρέπει να συναισθανθούν οι άνθρωποι ότι ταλαιπωρούνται, γιατί είναι μακριά από τον Θεό, να μετανοήσουν και να εξομολογηθούν ταπεινά τις αμαρτίες τους.

Η εργασία του πνευματικού είναι εσωτερική θεραπεία. Δεν υπάρχει ανώτερος γιατρός από τον έμπειρο πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του, πετάει από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού τους λογισμούς που φέρνει το ταγκαλάκι και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με την Χάρη του Θεού.

Ο πνευματικός, όταν έχη θείο φωτισμό, πνεύμα Θεού, καταλαβαίνει και διακρίνει καταστάσεις, και μπορεί να δίνη σωστές κατευθύνσεις στις ψυχές. Καλά είναι να μην έχη πολλές απασχολήσεις, για να μπορή να διαθέτη τον απαιτούμενο χρόνο για την κάθε ψυχή και να κάνη σωστά την δουλειά του. Διαφορετικά, παθαίνει ό,τι και ένας καλός χειρουργός που, όταν κάθε μέρα έχη να κάνη πολλές εγχειρήσεις, κουράζεται και είναι φυσικό να μην αποδίδη όσο μπορεί. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να αναμειγνύεται σε όλα τα οικογενειακά θέματα, αλλά να περιορίζεται σε ό,τι σχετίζεται με την συγκεκριμένη κάθε φορά ψυχή, ώστε να έχη τον χρόνο να την βοηθήση αποτελεσματικά. Ούτε όμως ο εξομολογούμενος πρέπει να απασχολή τον πνευματικό με θέματα για τα οποία μπορεί να ρωτήση άλλους πιο αρμόδιους, να τον ρωτάη π.χ. ποιο σπίτι να νοικιάση ή σε ποιο φροντιστήριο να στείλη το παιδί του κ.λπ.

Στην εξομολόγηση κρίνεται και ο εξομολογούμενος και ο πνευματικός. Πολύ βοηθάει για την καθοδήγηση της ψυχής η ελευθερία η πνευματική. Να μην ακολουθή δηλαδή ο πνευματικός κάποια γραμμή που του βάζουν άλλοι, αλλά να βλέπη τι λένε οι Πατέρες και να ενεργή με διάκριση ανάλογα με τον άνθρωπο, με την πτώση, με την μετάνοια. Βλέπω όμως μερικές φορές ότι δεν υπάρχει ειλικρίνεια. Μερικοί που έχουν ευθύνη για τις ψυχές δεν κάθονται να πουν στον άλλον, που είναι λ.χ. μπλεγμένος με μάγους, με πλανεμένους κ.λπ., μια κουβέντα, να τον προβληματίσουν λίγο, να πάρουν μια θέση, για να μην έχουν φασαρίες μαζί τους. Δηλαδή, για να μην τα χαλάσουμε με τον έναν και με τον άλλον και για να λένε καλά λόγια για μας, να αφήσουμε τον άνθρωπο να καταστραφή και να χαίρεται ο διάβολος;

Η διάκριση και η πείρα του πνευματικού

-Γέροντα, στην εποχή μας, με την τόση αμαρτία που υπάρχει στον κόσμο, δεν είναι δύσκολη μερικές φορές η θέση του πνευματικού;

-Ναι, είναι δύσκολη. Γι’ αυτό στην αρχή καλά είναι ο πνευματικός να προσπαθή να διορθώνη τα πολύ σοβαρά αμαρτήματα, μέχρι να φύγη η πολλή αμαρτία από τα πλάσματα του Θεού και να γίνουν πιο δεκτικά. Να φέρεται με επιείκεια, αλλά συγχρόνως με τρόπο να καθοδηγή τον άνθρωπο έτσι, ώστε να καταλάβη τα σφάλματά του και να ζητήση από τον Θεό συγχώρηση. Είναι απαραίτητο να τονίζη στον εξομολογούμενο ότι χρειάζεται μετάνοια, αλλαγή ζωής, για να λάβη το έλεος του Θεού. Επίσης πολύ βοηθάει να μιλάη στους ανθρώπους με αγάπη για την μεγάλη αγάπη του Θεού, ώστε μόνοι τους να φιλοτιμηθούν, να αισθανθούν τα λάθη τους και να αλλάξουν συνήθειες.

Ένας νέος πνευματικός, μέχρι να αποκτήση πείρα, είναι καλύτερα να βοηθάη σε εύκολες περιπτώσεις. Μπορεί λ.χ. μια δύσκολη ψυχή να καθυστερή την πνευματική του πρόοδο με τα σαμποτάζ που θα του κάνη και να του τρώη όλον τον χρόνο. Αν δεν προσέξη, με την καλή του διάθεση θα δίνη πάντοτε σημασία στις σκηνές που θα κάνη μια τέτοια ψυχή, θα ξοδεύη άσκοπα τις δυνάμεις του και θα ταλαιπωρήται. Όταν αποκτήση πείρα, θα ξέρη πότε πρέπει να δώση σημασία και πότε να αδιαφορήση. Να, τώρα εγώ στα γράμματα που μου στέλνουν ρίχνω μια ματιά και, αν είναι κάτι σοβαρό, σ’ εκείνο θα δώσω προσοχή. Είναι και του πειρασμού πολλές φορές. Άλλος σου λέει: «δυο λεπτά, κάτι θα σου πω εδώ στην πόρτα» και σε κρατάει μια ώρα. Να είσαι ιδρωμένος, να σε χτυπάη εν τω μεταξύ το ρεύμα, να τρέμης, και να σου λέη ιστορίες, σαν να μη συμβαίνη τίποτε. Ε, από τον Θεό είναι αυτό; Μετά αρρωσταίνεις, δεν μπορείς να κάνης προσευχή ούτε για τον κόσμο ούτε για τον εαυτό σου, και αχρηστεύεσαι για μέρες. Έρχεται ύστερα κάποιος που ο καημένος έχει πραγματική ανάγκη, και δεν μπορείς να τον βοηθήσης.

Αυτούς πάλι που έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα, δεν φθάνει να τους ακούσης, να δης ότι έχουν έναν πόνο και να τους πης: «Πάρε μια ασπιρίνη». «Ένα λεπτό να σε απασχολήσω, λένε μερικοί, γιατί φεύγει το αυτοκίνητο», και σου λένε ένα σοβαρό θέμα. Σαν να έχη κάποιος καρκίνο και να λέη στον γιατρό: «Κάνε μια εγχείρηση, γιατί φεύγω σε λίγο με το αεροπλάνο!». Κάθε πάθηση θέλει τον ανάλογο χρόνο. Να δης από πού ξεκινάει, τι συμπτώματα έχει κ.λπ. Σε ένα σοβαρό θέμα δεν μπορείς να δώσης πρόχειρες λύσεις. Ένας δόκιμος μοναχός με πλησίασε στην λιτανεία που κάνουν στο Άγιον Όρος την Διακαινήσιμο εβδομάδα, ακριβώς μόλις πήραμε μια ανηφόρα, και ήθελε να του πω περί νοεράς προσευχής. Τόσες φορές είχε έρθει στο Καλύβι και ποτέ δεν ρώτησε γι’ αυτό το θέμα, και εκεί, πάνω στην ανηφόρα, είχε την έμπνευση να ρωτήση για ένα τόσο λεπτό θέμα! Ένα λεπτό και σοβαρό θέμα δεν συζητιέται ούτε στο πόδι ούτε στον ανήφορο …;

Ο Πνευματικός καθορίζει κάθε πότε θα κοινωνάη ο πιστός

-Γέροντα, ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει»[10]. Πότε κοινωνάει κανείς «αναξίως»;

-Βασικά πρέπει να προσερχώμαστε στην θεία Κοινωνία έχοντα συναίσθηση της αναξιότητός μας. Ο Χριστός ζητά από μας την συντριβή και την ταπείνωση. Όταν υπάρχη κάτι που ενοχλεί την συνείδησή μας, πρέπει να το τακτοποιούμε. Αν π.χ. μαλώσαμε με κάποιον, πρέπει να συμφιλιωθούμε μαζί του και ύστερα να κοινωνήσουμε..

-Γέροντα, μερικοί, ενώ έχουν ευλογία από τον πνευματικό να κοινωνήσουν, διστάζουν.

-Δεν θα ρυθμίση κανείς μόνος του, αν θα κοινωνήση ή όχι. Αν μόνος του αποφασίζη να κοινωνήση ή να μην κοινωνήση, θα το εκμεταλλευτή ο διάβολος και θα του ανοίξη δουλειά. Πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε άξιοι, ενώ δεν είμαστε, ή άλλοτε σύμφωνα με τον νόμο πράγματι δεν είμαστε άξιοι, αλλά σύμφωνα με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων χρειάζεται η θεία μετάγγιση για νοσηλεία και η θεία παρηγοριά, γιατί από την πολλή συντριβή της μετανοίας μπορεί να έρθη από τα δεξιά ο εχθρός και να μας ρίξη σε απόγνωση.

-Δηλαδή, Γέροντα, κάθε πότε πρέπει να κοινωνάη κανείς;

-Το κάθε πότε πρέπει να κοινωνάη κανείς και το πόσο πρέπει να νηστεύη πριν από τη θεία Κοινωνία δεν μπαίνουν σε καλούπι. Ο πνευματικός θα καθορίζη με διάκριση κάθε πότε θα κοινωνάη και πόσο θα νηστεύη, ανάλογα με την αντοχή που έχει. Παράλληλα θα τον οδηγή και στην πνευματική νηστεία, την αποχή από τα πάθη, ρυθμίζοντάς την και αυτήν ανάλογα με την πνευματική του ευαισθησία, ανάλογα δηλαδή με το πόσο συναισθάνεται το σφάλμα του, και έχοντας υπ’ όψιν του το κακό που μπορεί να κάνη ο εχθρός πολεμώντας μια ευαίσθητη ψυχή, για να την φέρη σε απόγνωση. Σε πτώσεις λ.χ. σαρκικές, για τις οποίες δίνεται κανόνας σαράντα ημερών αποχής από την θεία Κοινωνία, μπορεί ο διάβολος να ρίξη πάλι την ψυχή στις τριάντα πέντε ημέρες και, αν δοθή νέος κανόνας σαράντα ημερών, ο διάβολος θα πάρη φαλάγγι την ψυχή, οπότε ζαλίζεται και απελπίζεται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί ο πνευματικός, μετά τον πρώτο κανόνα, να πη: «κοίταξε, πρόσεξε μια εβδομάδα και να κοινωνήσης», και ύστερα να κοινωνάη συνέχεια σε κάθε θεία Λειτουργία, για να μπορέση να πάρη επάνω της η ψυχή και να πάη ο διάβολος πέρα. Ένας πάλι που ζη πνευματική και προσεκτική ζωή θα προσέρχεται στο μυστήριο, όποτε αισθάνεται την θεία Κοινωνία ως ανάγκη και όχι από συνήθεια, αλλά και αυτό θα γίνεται με την ευλογία του πνευματικού του.

Η χρήση των επιτιμίων

-Γέροντα, η ακριβής τήρηση των εντολών βοηθάει να έχουμε την αίσθηση του Θεού;

-Ποιων εντολών; του Μωσαϊκού Νόμου;

-Όχι, του Ευαγγελίου.

-Η τήρηση των εντολών βοηθάει, αλλά η σωστή τήρηση, γιατί μπορεί κανείς να τηρή τις εντολές και λανθασμένα. Στην πνευματική ζωή χρειάζεται η θεία δικαιοσύνη και όχι η ξερή εφαρμογή του νόμου. Βλέπουμε και οι Άγιοι Πατέρες με πόση διάκριση έλεγαν να εφαρμόζωνται οι ιεροί κανόνες! Ο Μέγας Βασίλειος, ο πιο αυστηρός Πατέρας της Εκκλησίας, που έχει γράψει τους πιο αυστηρούς κανόνες, αναφέρει τον κανόνα που ισχύει για μια αμαρτία, αλλά μετά ο ίδιος προσθέτει: «Μην εξετάζης χρόνο αλλά τρόπο μετανοίας»[11]. Δηλαδή, αν δύο άνθρωποι κάνουν την ίδια αμαρτία, ο πνευματικός, ανάλογα με την μετάνοια του καθενός, μπορεί στον έναν να βάλη κανόνα να μην κοινωνήση δύο χρόνια και στον άλλον δύο μήνες. Τόση διαφορά δηλαδή!

-Γέροντα, το επιτίμιο βοηθάει να κοπή ένα πάθος;

-Πρέπει να καταλάβη ότι το επιτίμιο θα τον βοηθήση. Αλλιώς, τι να πη κανείς; Αν προσπαθής να διορθώσης έναν άνθρωπο με το ξύλο, δεν κάνεις τίποτε. Την ημέρα της Κρίσεως ο Χριστός σ’ εσένα, που πήγες να τον διορθώσης δια της βίας, θα πη: «Διοκλητιανός ήσουν;» και σ’ εκείνον θα πη: «Ό,τι έκανες, το έκανες δια της βίας». Δεν θα τον πνίξουμε τον άλλο, για να τον στείλουμε στον Παράδεισο, αλλά θα τον βοηθήσουμε να ζητήση μόνος του να κάνη κάποια άσκηση. Να φθάση να χαίρεται γιατί ζη, να χαίρεται γιατί πεθαίνει.

Τα επιτίμια είναι στην διάκριση του πνευματικού. Στους εν ψυχρώ αμαρτάνοντας ο πνευματικός πρέπει να είναι ανυποχώρητα αυστηρός. Αυτόν που νικιέται, αλλά μετανοεί, ταπεινώνεται, ζητάει με συστολή συγχώρεση, θα τον βοηθάη με διάκριση να πλησιάση πάλι στον Θεό. Έτσι έκαναν και τόσοι Άγιοι. Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης λ.χ. ως πνευματικός συνήθως δεν έβαζε κανόνα στους ανθρώπους. Προσπαθούσε να τους φέρη σε συναίσθηση, ώστε από φιλότιμο να ζητήσουν μόνοι τους να κάνουν άσκηση ή ελεημοσύνες ή άλλου είδους καλωσύνες. Όταν έβλεπε κανένα παιδάκι δαιμονισμένο ή παράλυτο και καταλάβαινε ότι οι γονείς ήταν αιτία που ταλαιπωρείται το καημένο, θεράπευε πρώτα το παιδί και έδινε κανόνα στους γονείς, για να προσέχουν στην συνέχεια.

Μερικοί λένε: «Α, ο τάδε πνευματικός είναι πολύ πατερικός. Πολύ αυστηρός! Είναι έξυπνος, έχει μνήμη, ξέρει το Πηδάλιο[12] απ’ έξω». Ένας πνευματικός όμως που εφαρμόζει κατά γράμμα τους κανόνες που αναφέρει το Πηδάλιο μπορεί να κάνη κακό στην Εκκλησία. Δεν βοηθάει να πάρη ο πνευματικός το Πηδάλιο και να αρχίση: «Τι αμαρτία έκανες εσύ; Αυτή. Τι γράφει εδώ γι’ αυτήν την περίπτωση; Τόσα χρόνια αποχή από την θεία Κοινωνία! Εσύ τι έκανες; Αυτό. Τι γράφει εδώ; Αυτόν τον κανόνα!».

-Πρέπει, Γέροντα, κανείς να λαμβάνη υπ’ όψιν του δεκάδες πράγματα.

-Ναι, ιδίως στην σημερινή εποχή δεν είναι να πάη κανείς να εφαρμόση όλον τον νόμο της Εκκλησίας με μια αδιάκριτη αυστηρότητα, αλλά πρέπει να καλλιεργήση το φιλότιμο στους ανθρώπους. Να κάνη πρώτα δουλειά στον εαυτό του, για να μπορή να βοηθάη τις ψυχές, αλλιώς θα σπάζη κεφάλια.

Το Πηδάλιο λέγεται πηδάλιο, γιατί οδηγεί προς την σωτηρία τον άνθρωπο πότε με τον έναν τρόπο και πότε με τον άλλον, όπως ο καραβοκύρης πάει το πηδάλιο πότε αριστερά και πότε δεξιά, για να βγάλη το καράβι στην ακτή. Αν το πάη ολόισια, χωρίς να στρίψη όπου χρειάζεται, θα ρίξη το καράβι πάνω στα βράχια, θα το βουλιάξη και θα πνιγούν οι άνθρωποι. Αν ο πνευματικός χρησιμοποιή τους κανόνες σαν …; κανόνια, και όχι με διάκριση, ανάλογα με τον άνθρωπο, με την μετάνοια που έχει κ.λπ., αντί να θεραπεύη ψυχές, θα εγκληματή.

Η συγχωρητική ευχή

Μερικοί πνευματικοί έχουν ένα τυπικό: Όταν δεν επιτρέπεται ο εξομολογούμενος να κοινωνήση, δεν του διαβάζουν συγχωρητική ευχή. Υπάρχουν και άλλοι που λένε: «Είναι η γραμμή μας να μη διαβάζουμε πάντοτε συγχωρητική ευχή». Αυτό είναι κάτι σαν προτεσταντικό …; Ήρθε ένα παιδί στο Καλύβι που είχε μερικές πτώσεις. Πήγε, εξομολογήθηκε, αλλά δεν του διάβασε συγχωρητική ευχή ο πνευματικός. Το καημένο, το έπιασε απελπισία. «Για να μη μου διαβάση ευχή ο πνευματικός, άρα δεν με συγχωράει ο Θεός», σκέφθηκε και πήγαινε για αυτοκτονία. «Να πας, του λέω, στον πνευματικό να σου διαβάση ευχή. Και αν δεν σου διαβάση αυτός, να πας σε άλλον πνευματικό».

Χωρίς συγχωρητική ευχή θα έχη συνέχεια πτώσεις ο άνθρωπος, γιατί δεν χάνει ο διάβολος τα δικαιώματα. Πώς να παλέψη ο άνθρωπος, αφού ο διάβολος έχει ακόμη δικαιώματα; Δεν είναι ελευθερωμένος• δέχεται δαιμονικές επιδράσεις. Ενώ με την συγχωρητική ευχή κόβονται οι επιδράσεις, γίνεται ανακατάληψη του εδάφους, οπότε ο καημένος βοηθιέται και μπορεί να παλέψη, να αγωνισθή, για να απαλλαγή από τα πάθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η εργασία του Πνευματικού στις ψυχές

Ο χειρισμός της ψυχής είναι λεπτός


– Γέροντα, μερικοί χαρακτήρες που είναι δύσκολοι, στριμμένοι, πως θα βοηθηθούν;

– Εγώ σαν μαραγκός δούλευα και στριμμένα ξύλα. Χρειαζόταν όμως υπομονή, γιατί τα στριφτά ξύλα τα πλανίζεις από ‘δώ, σηκώνουν αντιξυλιά, τα πλανίζεις από ‘κεί, σηκώνουν πάλι αντιξυλιά. Τα έτριβα λοιπόν με το διπλό λεπίδι λίγο από τι μια μεριά κόντρα, λίγο από την άλλη, και έτσι τα έφερνα σε λογαριασμό. Γίνονταν μάλιστα πολύ όμορφα, επειδή και ωραία νερά έχουν και δεν σπάζουν εύκολα• έχουν πολλή αντοχή. Αν δεν το ήξερες αυτό, μπορεί να τα έβλεπες έτσι και να τα πετούσες. Θέλω να πω, και οι άνθρωποι που έχουν δύσκολο χαρακτήρα, έχουν μέσα τους δυνάμεις και, να αφεθούν να τους δουλέψης, μπορούν να κάνουν άλματα στην πνευματική ζωή, αλλά χρειάζεται να διαθέσης αρκετό χρόνο.

Ύστερα, ποτέ δεν χρησιμοποιούσα μεγάλες πρόκες, για να σφίξω δυο στραβές σανίδες, αλλά πρώτα τις πλάνιζα, τις έφερνα σε λογαριασμό, και τις ένωνα με ένα καρφάκι. Δεν τις ζόριζα, για να σφίξουν, γιατί, όταν τις στραβές σανίδες προσπαθούμε να τις κάνουμε να εφαρμόσουν με μεγάλες πρόκες, θα σχισθούν και πάλι θα βγουν από την ζορισμένη εφαρμογή τους, οπότε τι καταλάβαμε;

Χρειάζεται διάκριση και ξανά διάκριση, όταν έχη κανείς να κάνη με ψυχές. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει μία συνταγή, ένας κανόνας. Η κάθε ψυχή έχει την δική της ποιότητα και χωρητικότητα. Υπάρχουν δοχεία με μεγάλη χωρητικότητα και δοχεία με μικρή χωρητικότητα. Άλλα είναι πλαστικά και δεν αντέχουν πολύ και άλλα είναι μεταλλικά και αντέχουν. Όταν ο πνευματικός γνωρίση την ποιότητα και την χωρητικότητα της ψυχής, θα ενεργή ανάλογα με τις δυνατότητες και με την κληρονομικότητα που έχει, και με την πρόοδο που έχει κάνει. Η συμπεριφορά του θα είναι ανάλογη με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εξομολογούμενος, με την αμαρτία που έκανε, και με ένα σωρό άλλα. Στον αναιδή θα προσέξη να μη δίνη δικαίωμα για αναίδεια. Την ευαίσθητη ψυχή θα κοιτάξη πώς να την βοηθήση να αντιμετωπίση με ανδρισμό τα προβλήματά της.

Επίσης θέλει προσοχή να μη βασίζεται κανείς σ’ αυτό που βλέπει εξωτερικά σ’ έναν άνθρωπο και να μην πιστεύη εύκολα αυτά που του λένε και βγάζει συμπεράσματα, ειδικά αν δεν έχη το χάρισμα να βλέπη βαθύτερα. Μερικές σανίδες, ενώ φαίνονται κατάγερες απ’ έξω, μέσα είναι όλο ίνες. Όταν πλανισθή το χνούδι που έχουν απ’ έξω, τότε δείχνουν τι είναι. Άλλες πάλι, ενώ απ’ έξω φαίνονται άχρηστες, μέσα είναι δαδένιες[13].

Ο χειρισμός της ψυχής είναι λεπτός. Δεν πρέπει να γίνωνται λάθη στις συνταγές. Ο κάθε οργανισμός, βλέπετε, έχει ανάγκη από την βιταμίνη που του λείπει και η κάθε πάθηση από τα ανάλογα φάρμακα.

Να μην αναπαύουμε τον άλλον στα πάθη του

– Γέροντα, όταν κάποια γυναίκα μας πη: «δεν με κατάλαβε ο πνευματικός», τι πρέπει να της πούμε;

– Πέστε της: «Μήπως εσύ δεν του έδωσες να καταλάβη; Μήπως το σφάλμα είναι δικό σου;». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις να προβληματίζετε τον άλλον, να μην τον δικαιολογήτε εύκολα. Τα πράγματα είναι πολύ λεπτά. Εδώ, βλέπεις, και τους πνευματικούς ακόμη τους μπερδεύουν.

– Και αν μας πη ότι δεν αναπαύεται στον πνευματικό της;

– Για να μην αναπαύεται, μήπως φταίει και αυτή, μήπως ζητά να την αναπαύη ο πνευματικός στο θέλημά της. Κάποιος, ας υποθέσουμε, αδιαφορεί για την οικογένειά του και έχουν συνέχεια φασαρίες με την γυναίκα του. Θέλει να την χωρίση και έρχεται και μου κάνει παράπονα, με την απαίτηση να πάρω το μέρος του, για να διαλύσω την οικογένεια του! Αν του πω: «εσύ είσαι ένοχος για όλη την ιστορία», αν δεν συναισθανθή την ενοχή του, θα πη ότι δεν τον ανέπαυσα. Λένε δηλαδή μερικού: «δεν με ανέπαυσε ο πνευματικός», γιατί δεν τους λέει να κάνουν αυτό που θέλουν.

Αν ο πνευματικός δικαιολογή τα πάθη του καθενός, μπορεί να τους αναπαύση όλους, αλλά δεν βοηθιούνται έτσι οι άνθρωποι. Αν είναι να αναπαύουμε τον καθέναν στα πάθη του, τότε ας αναπαύσουμε και τον διάβολο. Έρχεσαι λ.χ. εσύ και μου λες: «Η τάδε αδελφή μου μίλησε άσχημα». «Ε, σου λέω, μη δίνης σημασία σ’ αυτήν», και σε αναπαύω. Έρχεται μετά από λίγο αυτή η αδελφή και μου λέει για σένα: «Η τάδε αδελφή έτσι και έτσι έκανε». «Ε, τώρα, της λέω, καλά, δεν την ξέρεις αυτήν; Μην την παίρνης και στα σοβαρά». Την ανέπαυσα και αυτήν. Έτσι όλους τους αναπαύω, αλλά και όλους τους πεδικλώνω! Ενώ πρέπει να σου πω: «έλα εδώ• για να σου μιλήση έτσι η αδελφή, κάτι της έκανες», οπότε θα αισθανθής την ενοχή σου και θα διορθωθής. Γιατί, από την στιγμή που θα αισθανθής την ενοχή σου, όλα θα πάνε καλά. Η πραγματική ανάπαυση έρχεται, όταν τοποθετηθή ο άνθρωπος σωστά.

Σκοπός είναι πως θα αναπαυθούμε στον Παράδεισο, όχι πως θα αναπαυθούμε στην γη. Είναι μερικοί πνευματικοί που αναπαύουν τον λογισμό του άλλου, και μετά εκείνος λέει: «πολύ με ανέπαυσε ο πνευματικός», αλλά μένει αδιόρθωτος. Ενώ πρέπει να βοηθήσουν τον άνθρωπο να βρη τα κουσούρια του, να διορθωθή και στην συνέχεια να τον κατευθύνουν. Τότε μόνον έρχεται η πραγματική ανάπαυση. Το να αναπαύσης τον άλλον στα πάθη του, δεν είναι βοήθεια• αυτό για μένα είναι έγκλημα.

Για να μπορέση να βοηθήση ο πνευματικός δύο ανθρώπους που έχουν σχέση, πρέπει να έχη επικοινωνία και με τους δύο. Όταν ακούη λ.χ. λογισμούς δύο ανθρώπων που έχουν διαφορές, πρέπει να γνωρίζη και τις δύο ψυχές, γιατί ο καθένας μπορεί να παρουσιάζη το θέμα, όπως το καταλαβαίνει. Και να δεχθή να λύση τις διαφορές τους, μόνον αν δεχθούν να τις λύση σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, γιατί όλες οι άλλες λύσεις είναι ένας συνεχής πονοκέφαλος και χρειάζονται συνέχεια ασπιρίνες. Ύστερα να βάλη τον καθέναν στην θέση του• να μη δικαιώση κανέναν. Να πη στον καθέναν τα κουσούρια του, οπότε πελεκιέται το ένα στραβό, πελεκιέται και το άλλο, και έτσι συμφωνούν και συνεννοούνται.

Το μόνο καλό που έχω είναι αυτό: ποτέ δεν δικαιώνω κανέναν, έστω και αν δεν φταίη. Όταν λ.χ. έρχωνται οι γυναίκες και μου λένε ότι έχουν προβλήματα στην οικογένεια και φταίει ο άνδρας, κατσαδιάζω τις γυναίκες. Όταν έρχωνται οι άνδρες και κάνουν παράπονα για τις γυναίκες, κατσιάζω τους άνδρες. Δεν αναπαύω τον λογισμό τους, αλλά λέω τα στραβά του καθενός• λέω στον καθέναν αυτό που του χρειάζεται, για να βοηθηθή. Αλλιώς φεύγει αναπαυμένος ο ένας, φεύγει αναπαυμένος ο άλλος, και στο σπίτι πιάνονται μεταξύ τους. «Είχε δίκιο που μου είπε για σένα έτσι!». «Και σ’ εμένα ξέρεις τι είπε για σένα;». Θέλω να πω, κανέναν δεν αναπαύω στα πάθη του. Πολλούς μάλιστα τους μαλώνω πολύ – φυσικά για το καλό τους -, αλλά φεύγουν πραγματικά αναπαυμένοι. Μπορεί να φεύγουν πικραμένοι, αλλά μέσα τους καταλαβαίνουν ότι εγώ πικράθηκα πιο πολύ από αυτούς, και αυτό τους πληροφορεί.

-Μερικοί, Γέροντα, νιώθουν σιγουριά, όταν τους μαλώνετε.

-Ναι, γιατί δεν τον μαλώνω τον άλλον ξερά. Θα του πω ότι έχει αυτά τα καλά, για να τα αξιοποιήση, και αυτά τα κουσούρια, για να τα διορθώση. Όταν δεν του πης την αλήθεια, τότε, σε μια στιγμή που δεν κολακεύεται, παλαβώνει.

Αντιμετώπιση περιπτώσεων απελπισίας

Ήρθε κάποιος νεαρός αναστατωμένος και μου είπε: «Γέροντα, δεν πρόκειται να διορθωθώ. Μου είπε ο πνευματικός μου: ”αυτά είναι και κληρονομικά …;”». Τον είχε πιάσει απελπισία. Εγώ, όταν μου πη κάποιος ότι έχει προβλήματα κ.λπ., θα του πω: «Αυτό συμβαίνει γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο• για ν’ αλλάξης, πρέπει να κάνης εκείνο κι εκείνο». Έχει λ.χ. κάποιος έναν λογισμό που τον βασανίζει και δεν κοιμάται, παίρνει χάπια για το κεφάλι, για το στομάχι και με ρωτάει: «Να κόψω τα χάπια;». «Όχι, του λέω, να μην κόψης τα χάπια. Να πετάξης τον λογισμό που σε βασανίζει και ύστερα να τα κόψης. Αν δεν πετάξης τον λογισμό, έτσι θα πας• θα ταλαιπωρήσαι». Γιατί, τι θα ωφελήση να κόψη τα χάπια, όταν κρατάη μέσα του τον λογισμό που τον βασανίζει;

Καλά είναι ο πνευματικός να μη φθάνη μέχρι του σημείου να ανάβη κόκκινο φως• να ανέχεται λίγο μία κατάσταση, αλλά φυσικά πρέπει και ο άλλος να δουλεύη σωστά, για να βοηθηθή. Ένας νεαρός ζόρισε κάποια φορά την αρραβωνιαστικιά του – ποιος ξέρει τι της έλεγε; – και εκείνη από την αγανάκτησή της πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε και στον δρόμο σκοτώθηκε. Μετά ο νεαρός ήθελε να αυτοκτονήση, γιατί ένιωθε ότι αυτός έγινε αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα. Όταν ήρθε και μου το είπε, αν και στην ουσία είχε κάνει έγκλημα, τον παρηγόρησα και τον έφερα σε λογαριασμό. Έπειτα όμως το έρριξε τελείως έξω, έγινε τελείως αδιάφορος, βρήκε εν τω μεταξύ και μια άλλη. Όταν ξαναήρθε μετά από δύο-τρία χρόνια, του έδωσα ένα τράνταγμα γερό, γιατί τότε δεν υπήρχε κίνδυνος να αυτοκτονήση. Χρειαζόταν το τράνταγμα, αφού δεν υπήρχε αναγνώριση. «Δεν καταλαβαίνεις, του είπα, ότι έκανες φόνο, ότι έγινες αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα;». Αν δούλευε σωστά, θα συνέχιζε να υποφέρη, αλλά θα ανταμειβόταν με θεϊκή παρηγοριά• δεν θα έφθανε σ’ αυτήν την κατάσταση την αλήτικη της αδιαφορίας.

Θέλει δηλαδή πολλή προσοχή. Κάνει κάποιος ένα σφάλμα και πέφτει στην απελπισία. Εκείνη την στιγμή μπορεί να τον παρηγορήσης, αλλά, για να μη βλαφθή, χρειάζεται και το δικό του φιλότιμο. Μια φορά είχε έρθει στο Καλύβι ένα νέο παιδί απελπισμένο, γιατί έπεφτε σε σαρκική αμαρτία και δεν μπορούσε να απαλλαγή από αυτό το πάθος. Είχε πάει σε δύο πνευματικούς που προσπάθησαν με αυστηρό τρόπο να το βοηθήσουν να καταλάβη ότι είναι βαρύ αυτό που κάνει. Το παιδί απελπίσθηκε. «Αφού ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αμαρτία, είπε, και δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω και να διορθωθώ, θα κόψω κάθε σχέση μου με τον Θεό».όταν άκουσα το πρόβλημά του, το πόνεσα το καημένο και του είπα: «Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ να μην ξεκινάς τον αγώνα σου από αυτά που δεν μπορείς να κάνης, αλλά από αυτά που μπορείς να κάνης. Για να δούμε τι μπορείς να κάνης, και να αρχίσης από αυτά. Μπορείς να εκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή;». «Μπορώ», μου λέει. «Μπορείς να νηστεύης κάθε Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». «Μπορείς να δίνης ελεημοσύνη το ένα δέκατο από τον μισθό σου ή να επισκέπτεσαι αρρώστους και να τους βοηθάς;». «Μπορώ». «Μπορείς να προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω κι αν αμάρτησες, και να λες ”Θεέ μου, σώσε την ψυχή μου”;». «Θα το κάνω, Γέροντα», μου λέει. «Άρχισε λοιπόν, του λέω, από σήμερα να κάνης όλα αυτά που μπορείς, και ο παντοδύναμος Θεός θα κάνη το ένα που δεν μπορείς». Το καημένο ηρέμησε και συνέχεια έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ». Είχε, βλέπεις, φιλότιμο και ο Καλός Θεός το βοήθησε.

Αυστηρότητα στους αναιδείς, επιείκεια στους φιλότιμους

Αν ένας άνθρωπος έχη αγαθή προαίρεση, αλλά δεν βοηθήθηκε από μικρός, δεν είναι κολακεία να του πης τα καλά που βλέπεις σ’ αυτόν, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο βοηθιέται και αλλοιώνεται, επειδή δικαιούται και την θεία βοήθεια. Είπα σε κάποιον: «Εσύ είσαι καλός. Δεν ταιριάζουν σ’ εσένα αυτά που κάνεις». Του το είπα αυτό, γιατί είδα το καλό του χωράφι και τον κακό σπόρο που είχε ρίξει. Είδα ότι εσωτερικά ήταν καλός και, ό,τι κακό έκανε, ήταν εξωτερικό. Δεν του είπα: «είσαι καλός», για να τον κολακέψω, αλλά για να τον βοηθήσω, να του κινήσω το φιλότιμο.

Μερικοί έχουν το εξής τυπικό: Έχει, δεν έχει ο άλλος κάποιο χάρισμα, του λένε: «δεν έχει χάρισμα», δήθεν για να μην υπερηφανευθή και βλαφθή. Ένα ισοπέδωμα δηλαδή. Όταν όμως απελπίζεται ο άλλος για το κακό που κάνει, απελπίζεται και για το καλό που έχει, τότε πως θα ξεθαρρέψη, για να αγωνισθή με προθυμία; Ενώ, αν του πης τα καλά που έχει και του καλλιεργήσης το φιλότιμο και την αρχοντιά, βοηθιέται, αναπτύσσεται και προχωράει.

Εγώ έχω τυπικό, όταν βλέπω ότι κάποιος έχει ένα χάρισμα ή ότι πάει καλά στον αγώνα του, να του το λέω και, όταν βλέπω κάτι στραβό, να παίρνω βρεγμένη σανίδα …; Δεν σκέφτομαι μήπως βλαφτή η ψυχή με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο, επειδή και οι δύο τρόποι έχουν αγάπη. Αν βλαφθή από την συμπεριφορά μου, αυτό σημαίνει ότι θα έχη βλάβη. Αν π.χ. η εικόνα που έκανε μια αδελφή είναι καλή, θα της πως ότι είναι καλή. Αν δω ότι υπερηφανεύθηκε και αρχίζει να αποκτάη αναίδεια, θα της δώσω μια και θα την κάνω πέρα. Φυσικά, αν υπερηφανευθή, θα κάνη μετά καρικατούρες, οπότε θα φάη άλλο μάλωμα. Αν ταπεινωθή ξανά, θα κάνη πάλι καλή δουλειά. Εμένα αρρωστημένα πράγματα δεν με αναπαύουν. Στραμπουλιγμένα πράγματα δεν τα μπορώ. Θα τα κάνω έτσι από ‘δώ, έτσι από ‘κεί, ώστε να βρουν την θέση τους. Τι; θα οικονομάω αρρωστημένες καταστάσεις;

-Γέροντα, όταν ο αναιδής γίνεται πιο αναιδής από το ενδιαφέρον που του δείχνεις, πως θα τον βοηθήσης;

-Να σου πω: όταν βλέπω ότι ο άλλος δεν βοηθιέται από το ενδιαφέρον μου, την καλωσύνη, την αγάπη, τότε λέω ότι δεν έχω συγγένεια μαζί του και αναγκάζομαι να μην του φέρωμαι με καλωσύνη. Κανονικά, όσο καλωσύνη σου δείχνουν, τόσο πρέπει να αλλοιώνεσαι, να διαλύεσαι, να λειώνης.

Παλιά τι είχε συμβή με κάποιον. Στην αρχή, για να τον βοηθήσω, αναγκάστηκα να του πω μερικά θεία γεγονότα που είχα ζήσει. Αντί όμως να πη: «Θεέ μου, πώς να Σε ευχαριστήσω γι’ αυτήν την παρηγοριά κ.λπ.» και να διαλυθή, πήρε θάρρος και φερόταν με αναίδεια. Τότε κράτησα μια αυστηρή στάση. «Θα τον βοηθώ, είπα, από μακριά με την προσευχή». Αυτό το έκανα, όχι γιατί δεν τον αγαπούσα, αλλά γιατί αυτός ο τρόπος θα τον βοηθούσε.

-Και αν, Γέροντα, καταλάβη, το λάθος του και ζητήση συγγνώμη;

-Αν το καταλάβη, εντάξει, μπορούμε να συνεννοηθούμε. Διαφορετικά, αν δεν βοηθιέται από το φιλότιμό μου, δεν βρίσκω ανταπόκριση, και δεν έχω συγγένεια μαζί του. Όταν ο άλλος έχη ευλάβεια, ταπείνωση, δεν έχη αναίδεια, κι εσύ κινείσαι απλά. Εγώ εξ αρχής φέρομαι σε όλους με άνεση και απλότητα. Δεν φέρομαι περιορισμένα, δήθεν για να μη δώσω θάρρος στον άλλον και τον βλάψω. Δίνομαι ολόκληρος, για να βοηθηθή, να αναπτυχθή μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης, και σιγά-σιγά του λέω τα κουσούρια του. Τον θεωρώ αδελφό μου, πατέρα μου, παππού μου, ανάλογα με την ηλικία του. Κάνω λιακάδα, για να βγουν όλα τα φίδια, οι σκορπιοί, τα σκαθάρια – τα πάθη -, και ύστερα τον βοηθάω να τα σκοτώση. Αν όμως δω ότι δεν το εκτιμάει αυτό και δεν βοηθιέται από την συμπεριφορά μου, αλλά εκμεταλλεύεται την απλότητά μου και την αληθινή αγάπη μου και αρχίζει να φέρεται με αναίδεια, τραβιέμαι σιγά-σιγά, για να μη γίνη περισσότερα αναιδής. Αλλά στην αρχή δίνομαι ολόκληρος, γι’ αυτό μετά έχω αναπαυμένη την συνείδησή μου. Μια φορά στην Μονή Στομίου είχα πάρει ένα παιδί, για να το βοηθήσω, να του μάθω και την τέχνη του μαραγκού. Του φερόμουν με πολλή καλωσύνη, τον είχα σαν αδελφό. Έβλεπα όμως μερικά πράγματα που δεν με ανέπαυαν. Μια φορά τον ρωτάω: «Τι ώρα είναι;». «Με τα μυαλά τα δικά σου πάει το ρολόι!», μου λέει. Ε, τότε είπα: «Δεν συμφέρει να συνεχίσω έτσι. Θα συμμαζέψω σιγά-σιγά ”τα μυαλά μου”, γιατί δεν ωφελείται». Κανονικά αυτός, αν ήταν φιλότιμος, έτσι όπως του φερόμουν, έπρεπε να διαλυθή. Αλλά είδα ότι δεν με χωρούσε, δεν με καταλάβαινε. Ύστερα μόνος του έφυγε• δεν τον έδιωξα. Βλέπεις, η ανοχή, η αγάπη κάνουν τον αναιδή πιο αναιδή και τον φιλότιμο πιο φιλότιμο.

Η καλωσύνη βλάπτει τον αμετανόητο

-Γέροντα, θυμάμαι, μια φορά με είχατε μαλώσει πολύ.

-Αν χρειασθή, πάλι θα σε μαλώσω, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τώρα θα λάβω δρακόντεια μέτρα!… Κοίταξε, έχω τυπικό πρώτα να δώσω στον άλλον να καταλάβη ότι χρειάζεται το μάλωμα και ύστερα να τον μαλώσω. Καλά δεν κάνω; Εγώ, επειδή μαλώνω τον άλλον, όταν βλέπω να κάνη κάτι βαρύ, γίνομαι κακός. Αλλά τι να κάνω; να αναπαύω καθέναν στο πάθος του, για να είμαι τάχα καλός μαζί του, και μετά να πάμε όλοι μαζί στην κόλαση; Ποτέ δεν με πειράζει η συνείδηση, όταν μαλώνω κάποιον ή του κάνω παρατήρηση κι εκείνος στενοχωριέται, γιατί από αγάπη το κάνω, για το καλό του. Βλέπω ότι δεν καταλαβαίνει πόσο πλήγωσε τον Χριστό με αυτό που έκανε, γι’ αυτό τον μαλώνω. Εγώ πονάω, λειώνω εκείνη την ώρα, αλλά δεν με πειράζει η συνείδηση, γιατί τον μάλωσα. Μπορώ να πάω να κοινωνήσω ήσυχος, χωρίς να εξομολογηθώ. Νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά, μια χαρά. Γιατί για μένα παρηγοριά και χαρά είναι η σωτηρία της ψυχής.

-Γέροντα, μου περνά ο λογισμός ότι μου μιλάτε παρηγορητικά, ή γιατί δεν σηκώνω την αυστηρότητα ή γιατί μου έχετε πει πολλές φορές να κάνω κάτι και δεν το έκανα, οπότε με αφήνετε.

-Ευλογημένη ψυχή, με την σωτηρία της ψυχής σου θα παίζω; Ο νέος κάνει πρόβες. Ο μεγάλος έχει κρίση και βαδίζει σταθερά. Να νιώθης σιγουριά. Αν δω κάτι στραβό, είτε από μακριά είτε από κοντά, θα σου το πω. Εσύ έχε εμπιστοσύνη και ειρήνευε. Α, δεν μ’ έχετε καταλάβει εμένα! Έτσι εύκολα θα αναπαύω λογισμούς; Όταν βλέπω ότι η ψυχή είναι ευαίσθητη ή συγκλονίζεται ολόκληρη από την συναίσθηση του σφάλματός της, τι να πω; Τότε την παρηγορώ, για να μην πέση στην απελπισία. Όταν όμως βλέπω πέτρα την καρδιά, τότε μιλώ αυστηρά, για να την ταρακουνήσω. Αν ένας προχωράη προς τον γκρεμό και του λέω: «προχώρα, πολύ καλά πας», δεν εγκληματώ; Το κακό με μερικούς είναι που δεν πιστεύουν, όταν τους λες να μην ανησυχούν, και βασανίζονται. Αν δω κάτι κακό, πως δεν θα το πω; Πως να αφήσης τον άλλον να πάη στην κόλαση; Όταν έχης ευθύνη, θα βάλης και τις φωνές, όταν χρειάζεται. Για μένα πιο καλά είναι να μη μιλάω, αλλά δεν μπορώ, όταν έχω ευθύνη.

Ύστερα να προσέξη κανείς το εξής: Μου κάνεις λ.χ. ένα κακό• εγώ σε συγχωρώ. Μου ξανακάνεις κάποιο άλλο κακό• πάλι σε συγχωρώ. Εγώ είμαι εντάξει, αλλά, εάν εσύ δεν διορθώνεσαι, επειδή σε συγχωρώ, αυτό είναι πολύ βαρύ. Άλλο εάν δεν μπορής τελείως να διορθωθής. Να προσπαθήσης όμως να διορθωθής, όσο μπορείς. Όχι να αναπαύης τον λογισμό σου και να λες: «Αφού με συγχωρεί, εντάξει τακτοποιήθηκα και δεν βαριέσαι, δεν χρειάζεται στενοχώρια». Μπορεί κάποιος να σφάλλη, αλλά αν μετανοή, κλαίη, ζητάη με συστολή συγχώρηση, αγωνίζεται να διορθωθή, τότε υπάρχει η αναγνώριση και πρέπει και ο πνευματικός να συγχωράη. Αν όμως δεν μετανοή και συνεχίζη την τακτική του, δεν μπορεί αυτός που έχει την ευθύνη της ψυχής του να γελάη. Η καλωσύνη τον αμετανόητο τον βλάπτει.

Ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου

-Γέροντα, είναι δυνατόν κανείς συνειδητά να κρύβη μια πτώση του από τον πνευματικό του;

-Ναι, αλλά, και αν ξέρη ο πνευματικός την πτώση του ή κάτι καταλαβαίνη, δεν συμφέρει, ούτε θα τον ωφελήση, να του το πη. Πολλές φορές βλέπω στον αγώνα του άλλου κάτι, καταλαβαίνω ή ξέρω τι έχει κάνει, όμως από σεβασμό δεν του λέω τίποτε, αν δεν μου το πη ο ίδιος. Το θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, να του το πω, την στιγμή που εκείνος δεν θέλει μόνο του να το φανερώση. Είναι λεπτό το θέμα, γιατί θα τον ρεζιλέψης. Πως να βιάσης τον άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Εκτός αν δω ότι κινδυνεύει και δεν πρόκειται να βοηθηθή από αλλού ή ότι έχει άγνοια και θα σπάση τα μούτρα του, θα καταστραφή, τότε θα κοιτάξω με τρόπο να του πω κάτι.

Είναι καλύτερα να δίνης στον άλλον να καταλαβαίνη που φταίει, εφόσον το ζητήση, και να χτυπά μόνος του τον παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέση μόνο του και χτυπήση, κλαίει λιγώτερο απ’ ό,τι κλαίει, αν πέση, γιατί το έσπρωξε ένα άλλο παιδί. Για να πη κανείς στον άλλον να κάνη κάτι, πρέπει αυτός που θα το ακούση να είναι ταπεινός και αυτός που θα το πη να είναι δέκα φορές πιο ταπεινός και να προσπαθή να το εφαρμόζη αυτό που θα πη. Θα κάνω ενάμισι εγώ, για να πω στον άλλον να κάνη ένα, και πάλι θα σκεφθώ αν το πω.

Βέβαια, ο έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ο πνευματικός θα δη τι δικαιώματα του έδωσε ο άλλος και τι ευθύνη έχει γι’ αυτόν και ανάλογα θα φερθή. Όταν έχη αναλάβει την ευθύνη της ψυχής, τότε επιβάλλεται ο έλεγχος, φυσικά με διάκριση. Δεν βοηθάει όμως να κάνης στον άλλον τον δάσκαλο και να τον ελέγχης για τις συνήθειές του, αν εκείνος δεν σου δώση το δικαίωμα. Είναι σαν να μπη κάποιος στο κελλί μου και να μου αλλάξη τα πράγματα, να μου βάλη το κανδήλι εδώ, το κρεββάτι εκεί, να κρεμάση το κομποσχοίνι αλλού, χωρίς να με ρωτήση.

Αγάπη Πνευματικού προς τον εξομολογούμενο

Ο χαριτωμένος πνευματικός αγαπάει και πονάει την ψυχή, γιατί γνωρίζει την μεγάλη αξία της. Την βοηθάει στην μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο. Ο πνευματικός ονομάζεται «πατήρ», γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήση να είναι αληθινός πατέρας• να νουθετή με θεϊκή αγάπη και στοργή. Να έρχεται στην θέση του κάθε εξομολογουμένου και να ζη τον πόνο του, ώστε ο εξομολογούμενος να βλέπη στο πρόσωπό του ζωγραφισμένο τον δικό του πόνο. Αυτό χρειάζεται ιδιαίτερα στην εποχή μας, που οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από λίγο δροσερό νερό, και όχι από δυνατό ξίδι. Οι περισσότεροι, επειδή δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, δύσκολα δέχονται μια πνευματική συμβουλή ή μια παρατήρηση. Γι’ αυτό και το μάλωμα πρέπει να γίνεται με αγάπη• η υπόδειξη του σφάλματος με λεπτό τρόπο, με γέλιο ή με ένα αστείο.

Η αγάπη πληροφορεί, ενώ τα ψυχικά πάθη προδίδουν τον άνθρωπο. Όταν δεν υπάρχη αγάπη, η παρατήρηση μπορεί να γίνεται με όμορφο τρόπο, αλλά ο άλλος κλωτσάει, γιατί αισθάνεται το ανθρώπινο στοιχείο στην συμπεριφορά μας. Ενώ, όταν το μάλωμα γίνεται με πόνο και αγάπη, ο άλλος μπορεί να στενοχωριέται, αλλά στο βάθος δεν πληγώνεται, γιατί νιώθει την αγάπη. Γνωρίζω έναν πνευματικό που είναι αρκετά παχύς – φυσικά είναι και η κράση του, αλλά μπορεί και στο φαγητό λίγο να μην προσέχη -, ξέρετε όμως πόσο πονάει για τον άλλον, πόσο ενδιαφέρεται για τους πονεμένους; Αυτός έχει ταπείνωση, γιατί λέει ότι δεν κάνει άσκηση, αλλά παράλληλα έχει πολλή καλωσύνη, και έτσι πολλοί αναπαύονται περισσότερο σ’ αυτόν παρά σε έναν ασκητικό πνευματικό.

Ένας πνευματικός, που δεν είναι αποφασισμένος να πάη ακόμη και στην κόλαση για την αγάπη των πνευματικών παιδιών του, δεν είναι πνευματικός.

Πηγή:

http://saintpaisios.wordpress.com

SAINT PAISIOS OF MOUNT ATHOS

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

<>

Πώς εξομολογούσε ο Άγιος Θεόφιλος ο διά Χριστόν Σαλός της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου (+1853)

Ήταν παράξενο να βλέπης —έχουν πη αυτόπτες μάρτυρες— πώς ο μακάριος Στάρετς Θεόφιλος ο διά Χριστόν σαλός έκανε την εξομολόγηση των ανθρώπων που έρχονταν σ’ αυτόν.

Δεν ρωτούσε για τις αμαρτίες τους, όπως συνήθως κάνουν οι πνευματικοί, αλλά έχοντας ακουμπήσει τ’ αγιασμένα χέρια του πάνω στο κεφάλι του ανθρώπου που εξομολογούσε, κοιτώντας ψηλά στον ουρανό, εκείνος ο ίδιος άρχιζε να απαριθμή όλες τις απόκρυφες αμαρτίες του.

Τότε ο εξομολογούμενος όχι μόνον έχυνε δάκρυα μετανοίας με συντριβή, αλλά και αυτές οι τρίχες της κεφαλής του σηκώνονταν όρθιες από τη φρίκη που τον καταλάμβανε και τη ντροπή του.

Από το βιβλίο ο «Στάρετς Θεόφιλος ο διά Χριστόν σαλός, ασκητής της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου», έκδοση Ιεράς Μονής «Παναγία του Έβρου».

<>

Θεία Εξομολόγηση: “Καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν” (Ματθαίου 3, 6)

Θεία Εξομολόγηση:

“Καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν”.


—Ματθαίου 3, 6

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Ματθαίου 3, 6: “Και βαπτίζονταν απ’ αυτόν στον Iορδάνη, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους”.

Πηγή:


MULTILINGUAL HOLY BIBLE

Πολύγλωσση Αγία Γραφή - Ορθοδοξία

<>

Από τον αθεϊσμό στην Θεία Εξομολόγηση – Μοναχή Πορφυρία (+2015), πρώην οδηγός TAXI σε Αθήνα & Πειραιά

Ἡ Μοναχὴ Πορφυρία γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ. Ἄσκησε κατὰ καιροὺς διάφορα ἐπαγγέλματα. Ἐπὶ δέκα χρόνια ἐργάστηκε ὡς ὁδηγὸς ταξὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ. Γνώρισε τὸν σύγχρονο ἐνάρετο καὶ ἔνθεο Γέροντα Πορφύριο ἀπὸ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία του. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τὴν ἔφερε πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή. Μὲ δυνατὴ πίστη καὶ βαθιὰ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἔβαλε στόχο τὴ δόξα Του καὶ τὴ σωτηρία τῶν συνανθρώπων της. Ἔτσι τὸ ταξί της ἔγινε ἕνας σύγχρονος ἄμβωνας, ποὺ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀλλαγὴ ζωῆς, στὴν εὐλογημένη ἀλλοίωση. Τὰ τελευταῖα χρόνια περιεβλήθη τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ τριβώνιο, μὲ διπλὸ σκοπό: νὰ ἀγωνιστεῖ ἀπερίσπαστη γιὰ τὴ σωτηρία της καὶ νὰ διακονήσει τὸν σύγχρονο δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο.

* * *

Ἐννέα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, βρίσκομαι στὴν πλατεία Παγκρατίου. Ἕνα παιδὶ γύρω στὰ 17 μὲ σταματάει.

–Καλησπέρα, στὰ Village.

Ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο τοῦ αὐτοκινήτου ἔχει ἀρχίσει τὸ ἀπόδειπνο. Τὸ παιδί, ποὺ κάθισε δίπλα μου, μοῦ λέει:

–Δὲν βγάζεις τὸν παπά, νὰ βάλεις τραγούδια;

–Γιατί, ἀγόρι μου, δὲν σοὺ ἀρέσει ἡ ἀκολουθία;

–Ἡ ἀκολουθία δὲν μὲ νοιάζει… Τοὺς παπάδες δὲν θέλω νὰ ἀκούω.

–Γιατί, τί σου ἔκαναν οἱ παπάδες;

–Ἐμένα τίποτε… Ὁ πατέρας μου τοὺς βρίζει, γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς θέλω.

–Ὁ πατέρας σου γιατί τοὺς βρίζει;

–Δὲν ξέρω.

–Ἔχεις πάει ποτέ σου στὴν Ἐκκλησία;

–Ὄχι! Ποτέ!

–Καλά, στὴν Ἀνάσταση δὲν πάτε; Τὰ…. Χριστούγεννα δὲν πάτε;

–Ὄχι!

–Σὲ γάμους, σὲ βαφτίσια, πάτε;

–Ναί, πᾶμε.

–Ἡ μανούλα σου δὲν σοὺ ἔχει μιλήσει γιὰ τὸν Θεό;

–Ὄχι!

–Οὔτε τὸ σταυρό σου κάνεις;

–Ὄχι!

Χριστέ μου, δὲν εἶναι δυνατόν!

–Ἀγόρι μου γλυκό, στὸ σχολεῖο θρησκευτικὰ δὲν κάνετε;

–Ἐ, κάνουμε κάτι λίγο.

–Ἄκουσε νὰ σοὺ πῶ, ἀγόρι μου, ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωή, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ παπὰς εἶναι γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει τὰ λόγια του Θεοῦ. Χωρὶς τὸν Θεὸ εἴμαστε νεκροί!

–Νεκροί;

–Ναί! Χωρὶς Θεὸ εἴμαστε πνευματικὰ νεκροί. Στὸ σπίτι σᾶς εἶστε εὐτυχισμένοι, οἱ γονεῖς σου εἶναι ἀγαπημένοι;

–Μμ!! ὄχι.

–Γιατί; Τί συμβαίνει;

–Ὁ πατέρας μου εἶναι νευρικός, ὅλο μαλώνει μὲ τὴν μάννα μου καὶ μέ μας. Ὅλα του φταῖνε.

–Βλέπεις πῶς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ εἴμαστε δυστυχισμένοι; Ἐνῶ, ὅταν εἴμαστε κοντά Του, εἴμαστε χαρούμενοι καὶ ἤρεμοι, δὲν νευριάζουμε, ξέρουμε νὰ συγχωροῦμε, εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ ἀγάπη. Ἐσὺ θὰ ἤθελες, ὅταν θὰ μεγαλώσεις καὶ παντρευτεῖς, νὰ κάνεις οἰκογένεια σὰν καὶ αὐτὴ ποῦ ζεῖς;

–Ὄχι, γιατί δὲν μ’ ἀρέσει.

–Γιὰ νὰ κάνεις καλύτερη οἰκογένεια, πρέπει νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό.

–Πῶς θὰ τὸν πλησιάσω;

–Νά, θὰ σὲ πάω τώρα νὰ μιλήσεις μὲ ἕναν παπά, ὅπως τοὺς λὲς ἐσύ. Πᾶμε;

–Ὄχι, ὄχι, δὲν θέλω!

–Σὲ παρακαλῶ, σὲ ἱκετεύω, τοῦ εἶπα πολὺ γλυκά, πολὺ τρυφερά. Πήγαινε μόνο μία φορὰ καὶ μὴν ξαναπᾶς ποτέ σου, σὲ παρακαλῶ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἔρθω μαζί σου καὶ ὕστερα θὰ σὲ πάω στὰ, VILLAGE, χωρὶς χρήματα.

Αὐτὸ τοῦ ἄρεσε καὶ μοῦ λέει:

–Τὸ λόγο σου;

–Τὸ λόγο μου!

Βιαζόμουν νὰ προλάβω, πρὶν φύγει ὁ ἱερέας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εὐτυχῶς πρόλαβα. Τὸ παλληκάρι μπῆκε γιὰ ἐξομολόγηση. Ὅταν μετὰ ἀπὸ μισῆ ὥρα βγῆκε, ἦταν τόσο ἀλλαγμένος, ποὺ μὲ εὐχαρίστησε καὶ μοῦ εἶπε: «Ὡραῖος αὐτὸς ὁ παπάς, θὰ ξανάρθω!»

Μετὰ τὸν πῆγα στὰ VILLAGE. ὅπως τοῦ εἶχα ὑποσχεθεῖ. Ἡ χαρά μου ἦταν ἀπερίγραπτη• τὸ παιδὶ ξεκινοῦσε μία νέα σωτήρια πορεία.

Απο το βιβλίο: Πορφυρίας Μοναχής, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης, ἐκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Ἀθήνα 2010

Πηγή:


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

<>

Ο Ε. Α. διηγείται την μεταστροφή του από τον αθεϊσμό και την ομοφυλοφιλία στην Θεία Εξομολόγηση

Γεννήθηκα στην Αθήνα και από την ηλικία των 10 ετών έπεσα στην ομοφυλοφιλία. Στη εφηβεία ακολούθησα τον αθεϊσμό πιστεύοντας ότι δεν υπάρχουν κανόνες ηθικής και αμαρτίες. Ενώ ήμουν ομοφυλόφιλος προσπάθησα να κρύψω την ομοφυλοφιλία μου προσπαθώντας να παντρευτώ κάποια κοπέλα. Όταν είδα ότι δεν τα κατάφερα αποφάσισα πλέον να συνεχίσω φανερά στην ομοφυλοφιλία μου. Τότε συνέβησαν κάποια γεγονότα τα οποία με έκαναν παρότι άθεος να προσευχηθώ στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους ώστε να μου δώσουν μία λύση. Αυτή θα ήταν και η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός. Με θαυμαστό τρόπο πήρα απάντηση στο θέμα μου πολύ σύντομα, κάτι το οποίο με έκανε να αποδεκτώ ότι υπάρχει Θεός και ότι η Αλήθεια βρίσκεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι αποδέχτηκα την Ορθόδοξη Πίστη και ξεκίνησα την Θεία Εξομολόγηση. Εξομολογήθηκα όλες μου τις αμαρτίες καθώς και τις ομοφυλοφιλικές μου πράξεις. Ο Πνευματικός Πατέρας μου, μου εξήγησε ότι θα πρέπει να κάνω τον αγώνα μου στο θέμα της ομοφυλοφιλίας και να μείνω εγκρατής, αποφεύγοντας μέρη και πειρασμούς που μπορεί να με οδηγήσουν ξανά στις ομοφυλοφιλικές πράξεις. Με την βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας Μητέρας Του και όλων των Αγίων Του είμαι κοντά στην Θεία Εξομολόγηση και μακρυά από τις πράξεις τις ομοφυλοφιλίας νιώθωντας χαρά στην ψυχή μου. Όταν ο διάβολος μου κάνει πόλεμο με λογισμούς ομοφυλοφιλίας, λέω την Ευχή του Ιησού, το “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με” και κάθε φορά βλέπω την πολύτιμη βοήθειά Του ευχαριστώντας Τον. Σε όλους τους ομοφυλόφιλος έχω να προτείνω το Ορθόδοξο ιστολόγιο Omofylofilia.gr (η διαχείριση αυτού του ιστοτόπου βρίσκεται σε πνευματική κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο) στο οποίο θα βρούν πολλές απαντήσεις περί της ομοφυλοφιλίας.

Ε. Α.

Πηγή:

http://conversionstoorthodoxy.wordpress.com

CONVERSIONS TO ORTHODOXY

Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

<>

Ρουμανικό Γεροντικό των Λαϊκών:
Να κοιτάμε τις δικές μας αμαρτίες μόνο

Περιμένοντας τη σειρά τους για να εξομολογηθούν δύο γυναίκες άρχισαν να συζητούν για την πίστη στο Θεό. Σιγά – σιγά η κουβέντα ξέφυγε και μετατράπηκε σε κουτσομπολιό. Όταν άρχισαν να συζητούν για τις αποκαλύψεις της ερωμένης ενός διάσημου προσώπου, ζήτησαν και την γνώμη μίας κυρίας που καθόταν δίπλα τους και η οποία μέχρι τότε δεν είχε μπει στην συζήτηση. Και τους είπε· Αν θέλετε να εξομολογηθείτε αφήστε τις αμαρτίες των άλλων και κοιτάξτε τις δικές σας, ενώ αν θέλετε ν’ αναλύσετε τις αμαρτίες των άλλων, τότε ας αναβάλλετε την εξομολόγηση για άλλη φορά. Ή το ένα ή το άλλο.

Πηγή:

https://proskynitis.blogspot.gr

https://proskynitis.blogspot.gr/2009/08/1.html

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

<>

Ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης εξομολογεί θαυματουργικά ένα παντρεμένο ζευγάρι

Ένα ανδρόγυνο διηγιόταν το παρακάτω θαύμα:

Πριν λίγα χρόνια ήρθαμε στο Μοναστήρι τού Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτου στους Αγίους Τόπους, κοντά στην Ιεριχώ, και μείναμε για λίγες μέρες. Ένα απόγευμα παρακαλέσαμε τον Ηγούμενο να μάς εξομολογήσει, αν είχε χρόνο. Ό Γέροντας απάντησε ότι δεν μπορούσε, γιατί είχε πολλές δουλειές. Μετά από λίγο ανεβήκαμε τη σκάλα και μπήκαμε στο Ναό τού Αγίου Γερασίμου. Εκεί συναντήσαμε πάλι τον Ηγούμενο. “Όταν μάς είδε μάς είπε με πολλή αγάπη: “Ελάτε, παιδιά μου, να σάς εξομολογήσω”.

Όταν τελείωσε ή Εξομολόγηση, κατεβήκαμε πάλι στο προαύλιο. Σε λίγο περνούσε από κοντά μας ό Ηγούμενος και τον ευχαριστήσαμε γιατί, παρόλες τις σκοτούρες και την κούραση, μάς έκανε το χατίρι και μπήκε στον κόπο να μάς εξομολογήσει.

Τότε εκείνος έκπληκτος μάς είπε: “Τί λέτε, βρέ παιδιά; Εγώ σάς εξομολόγησα; Εγώ κανένα δεν εξομολόγησα σήμερα αφού σάς είπα ότι δεν είχα καιρό και ήμουν και κουρασμένος῾.

Εμείς μείναμε άφωνοι. Καταλάβαμε ότι εκείνος πού μάς εξομολόγησε δεν ήταν άλλος από τον Άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη. Εμφανίστηκε με την μορφή τού Ηγουμένου, για να μη τον καταλάβουμε. Δοξάζουμε το Θεό και Τον ευχαριστούμε. Επίσης, ευχαριστούσαμε το μεγάλο Άγιό Του, τον Άγιο Γεράσιμο, πού μάς έκανε την μεγάλη τιμή να μάς εξομολογήσει!

Από το βιβλίο: Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, Εκδόσεις Ι. Μονής Αγίου Γερασίμου Ιορδανίτου, 2003


<>

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (+1991): “Δεν θέλει την εξομολόγηση ο διάβολος. Κοινωνάμε, αλλά δεν κοινωνάμε”

Μας αναφέρει ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας:

Μιά δαι­μο­νι­σμέ­νη ὁ­μο­λο­γοῦ­σε: “Ὅ­ταν ἤ­μουν 13 χρο­νῶν, ἔ­βο­σκα τά γε­λά­δια σέ μιά ρε­μα­τιά καί ἐ­κεῖ βλαστή­μη­σα τόν Χρι­στό καί τόν ἀν­τί­χρι­στο καί δαι­μο­νί­στη­κα, μπῆ­κε μέ­σα μου δαί­μο­νας. Ἀ­πό τό­τε δέν εἶμαι κα­λά. Παν­τρεύ­τη­κα καί μέ πῆ­γε ὁ ἄν­τρας μου στήν Ἀγ­γλί­α, στήν Γερ­μα­νί­α, σέ ὅ­λους τούς για­τρούς. Οἱ για­τροί δέν βρῆ­καν τί­πο­τα. Δέν ξέ­ρουν ὅ­τι ἔ­χω δαί­μο­να. Τώ­ρα, μέ ἔ­φε­ρε καί σέ σέ­να”.
Τούς εἶ­πα, “ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί θεί­α Κοι­νω­νί­α” καί φώ­να­ξε τό δαι­μό­νιο: “Ἐ­σύ δέν τά λές κα­λά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλ­λος ὁ πα­πάς (ἕ­νας ἄλ­λος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού εἶ­χαν πά­ει πρω­τύ­τε­ρα) τά λέ­ει κα­λύ­τε­ρα. Μό­νο μεταλα­βιά (θεί­α Κοι­νω­νί­α), δέν χρει­ά­ζον­ται δι­α­βά­σμα­τα (ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση)”.

Εἴ­δα­τε, ἀ­δελ­φοί μου, πώς δέν τήν θέ­λει τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ὁ δι­ά­βο­λος καί ὅ­τι ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α δί­χως ἐξομο­λό­γη­ση δέν ὠ­φε­λεῖ σέ τί­πο­τα.

Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε.

Μιά κυ­ρί­α ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, ἦρ­θε πρίν με­ρι­κά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦρ­θε στίς Ρο­βι­ές στό πανηγύρι καί κα­τά τό ἔ­θος κοι­νώ­νη­σε. Ὅμως, ἐ­νῶ κα­τά­πι­ε τό “ζμί”(ζουμί–αἷ­μα Κυ­ρί­ου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶ­μα Κυ­ρί­ου) ἔ­μει­νε κά­τω ἀ­πό τήν γλῶσσα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό κα­τα­πι­ῆ. Πήγανε σέ ἕ­να σπίτι, τούς κέ­ρα­σαν κα­φέ καί πα­ξι­μά­δι, τά ἔ­φα­γε, ἀλ­λά τό κομ­μα­τά­κι δέν κα­τέ­βαι­νε. Τό εἶ­πε στήν γειτόνισ­σα καί τήν πα­ρα­κά­λε­σε νά τό σκουν­τή­ση μέ τό χέ­ρι της. Φύ­γα­νε ἀ­πό τίς Ρο­βι­ές. Στόν δρό­μο εἴχα­νε ψω­μί καί τυ­ρί καί φά­γα­νε σέ μιά πη­γή πού στα­μα­τή­σα­νε. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ τό ψιχου­λά­κι καί αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι μο­σχο­βο­λά­ει. Ἔ­βα­λε τό δά­κτυ­λο καί τό σκουν­τοῦ­σε καί αὐ­τό ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω πά­λι στήν γλῶσ­σα της.

—Τί ἦ­ταν αὐ­τό, π. Ἰ­ά­κω­βε; μέ ρώ­τη­σε.

—Μή­πως εἶ­χες κα­νέ­να ἁ­μάρ­τη­μα καί πῆ­γες νά κοι­νω­νή­σης καί δέν ἤ­σουν ἄ­ξια καί ἱ­κα­νή νά πᾶς νά κοινω­νή­σης; Μή­πως μέ καμ­μιά σου γει­τό­νισ­σα τά εἶ­χες χα­λά­σει;

— Ναί, πα­πά μου! Ἦρ­θε ἡ κότ­τα τῆς γει­τό­νισσας στήν αὐ­λή μου καί τήν ἔ­δι­ω­ξα λέ­γον­τας “ἴ­σου! νά φᾶς τήν νοι­κο­κυ­ρά σου, νά ψο­φή­ση ἡ νοι­κο­κυ­ρά σου!”. Καί ὕ­στε­ρα σάν νά μέ φώ­τι­σε ὁ Θε­ός τό βράδυ καί μοῦ εἶ­πε: “Δέν πᾶς νά πά­ρης συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν γει­τό­νισ­σα;”. “Νά πά­ω”, εἶ­πα. Στόν δρό­μο ὅ­μως πού πή­γαι­να, μοῦ εἶ­πε ὁ λο­γι­σμός: “Ἔ! δέν εἶ­ναι τί­πο­τα. Καί ἡ δι­κή μου πά­ει σέ αὐ­τήν καί αὐ­τῆς ἔρ­χε­ται σέ μέ­να”.

Βλέ­πε­τε τί τῆς εἶ­πε ὁ δι­ά­βο­λος; Καί ἐ­νῶ πῆ­γε νά κοι­νω­νή­ση, δέν κοι­νώ­νη­σε, δι­ό­τι εἶ­χε κα­τα­ρα­στῆ τήν γει­τό­νισ­σά της.

Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μονα­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.

Βλέ­πε­τε; Κοι­νω­νᾶ­με ἀλ­λά δέν κοι­νω­νᾶ­με! Γι᾽ αὐ­τό καί οἱ μά­γοι καί οἱ αἱ­ρε­τι­κοί με­ρι­κές φο­ρές συ­νι­στοῦν καί θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά φρον­τί­ζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκε­φτοῦ­με (γιά) νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με σωστά.

Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος, εκδ. Ενωμένη Ρωμηοσύνη

<>

Γέροντας Δημήτριος Γκαγκαστάθης (+1975): Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ οδηγεί μία γυναίκα σε μετάνοια

O αγιασμένος σύγχρονος Γέροντας και ιερέας των Τρικάλων, π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, με την άδεια της Ευαγγέλιας Γ., μας αναφέρει την μεταστροφή της από την αμαρτωλή ζωή στην συνειδητή Χριστιανική ζωή και στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Εξομολόγησης.

Μας αναφέρει ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης:

Η Ευαγγελία Γ., ετών 28, κάτοικος Βάνιας, στις 6 Αυγούστου το απόγευμα έπαθε τα εξής:

Η Ευαγγελία από τα μικρά της χρόνια είχε μία άστατη ζωή. “Έκανε τήν ζωή της” μή έχοντας καμμία σχέση μέ τόν Θεό καί τήν Εκκλησία, καί τελευταία συζούσε παράνομα μέ έναν παντρεμμένο, τόν Ν.Κ. 54 ετών, πού είχε αφήσει τήν γυναίκα του…
Ό Θεός όμως περίμενε τήν μετάνοιά της…

Στίς 6 Αυγούστου τού 1958 , ημέρα Τετάρτη, στίς 7 τό απόγευμα πήγε φαγητό στόν φίλο της πού έβοσκε τά πρόβατα. Τό έδωσε, καί φεύγοντας από εκεί γιά τό σπίτι της, τής παρουσιάστηκαν στόν δρόμο κάποια άγνωστα, περίεργα πλάσματα…

Τήν φοβέριζαν, γιατί είχε έλθει πιά ή οργή τού Θεού επάνω της καί έπρεπε νά ξεκαθαρίσει τήν θέση της. Άλλοι τήν έδερναν, άλλοι τήν τραβούσαν νά τήν πνίξουν στό νερό, άλλοι τήν έσπρωχναν δεξιά καί αριστερά…

Τελικά τήν πήγαν σ΄ ένα μαντρί, καί εκεί όλη τήν νύκτα πέρασε αφάνταστη τιμωρία…
Τήν επόμενη μέρα, στίς 1 τό μεσημέρι, τήν βρήκαν σέ μιά καλύβα βασανιζόμενη από ακάθαρτα πνεύματα. Είχε δαιμονισθεί!

Τήν πήραν καί τήν έφεραν στό σπίτι της, καί εκεί, δέν έπαψε νά φωνάζει δυνατά καί νά συνομιλεί μέ πονηρά πνεύματα δεχόμενη φοβερό ξύλο από αυτά…

‘Ολα τά παραπάνω τά διαβεβαιώνω σάν ιερέας τού χωριού καί σάν αυτόπτης μάρτυρας, μιά καί μέ κάλεσαν νά τής διαβάσω εξορκιστικές ευχές γιά νά ησυχάσει…

Στίς 6 τό απόγευμα φέραμε στήν δαιμονισμένη, τήν εικόνα τών Παμμεγίστων Ταξιαρχών, καί όπως ομολόγησε μετά ή ίδια, συνέβησαν περίεργα καί θαυμαστά πράγματα…
Μέ τήν είσοδο τής εικόνας τών Αρχαγγέλων στό σπίτι της είδε έναν αστραπόμορφο νέο μέ σπαθί πού τής είπε:

“Μή φοβάσαι, εγώ θά σέ απαλλάξω από όλα αυτά, αλλά θά σταματήσης τίς αμαρτίες πού μέχρι σήμερα έκανες καί θά μετανοήσεις. Εγώ θά είμαι μαζί σου ! Νά τό πείς αυτό παντού, ότι ή Εκκλησία έχει ζωντανή θρησκεία, γιά νά πιστέψει ό κόσμος καί νά μετανοήσει…”.

Καί αμέσως, μέ τά τελευταία λόγια τού Αρχαγγέλου, τά πνεύματα τού σκότους διαλύθηκαν, έπαψαν τά φαινόμενα καί επανήλθε στόν εαυτό της. Σηκώθηκε, προσκύνησε τήν εικόνα ευχαριστώντας τούς Αγίους γιά τήν προστασία τους καί υποσχέθηκε αλλαγή ζωής από τήν ίδια ώρα!…

Σήμερα είναι καλά, διηγούμενη όσα είδε καί έπαθε, καί ενθυμούμενη πάντα τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ όμοιο μέ αστραπή μέ τό σπαθί στό χέρι, πού τήν έσωσε από τήν τιμωρία τών ακαθάρτων πνευμάτων…

Τά παραπάνω τά γράφω σάν αυτόπτης μάρτυς τών εν λόγω συμβάντων…

Ο ιερεύς τού χωριού,

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, Βάνια Τρικάλων, 1958 – Αυγούστου 10

Από το βιβλίο:

Ευάγγελος Π. Λέκκος

Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης – Σύγχρονοι Γέροντες

εκδ. Σαΐτης, 2011

<>

«Πορεία ἐπιστροφῆς καί ἐπανευαγγελισμοῦ»

τοῦ

Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου,
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

στὴν ἐκδήλωση γιά τήν εὐλογία τῆς βασιλόπιτας τοῦ Συλλόγου «Μετώρων Λιθόπολις» στὴν αἴθουσα «Νίτσα Λιάπη» τὴν Κυριακή 15 Ἰανουαρίου 2017

Χριστός ἐτέχθη! … Καλή καί εὐλογημένη χρονιά!

Χρόνια πολλά, εὐλογημένα, χαρούμενα, εἰρηνικά, καρποφόρα, πνευματικά, ἀγωνιστικά. Εὐχόμαστε ὁ Χριστός μας νά σᾶς εὐλογεῖ, νά σᾶς ἐνισχύει, νά σᾶς στηρίζει καί νά σᾶς ἐνδυναμώνει, ὥστε νά ἀνταποκρίνεστε καί νά ἀντιμετωπίζετε τούς ποικίλους πειρασμούς καί τίς τεράστιες δοκιμασίες πού ἀντιμετωπίζουμε, τόσο σέ προσωπικό καί οἰκογενειακό, ὅσο καί σέ ἐπαγγελματικό, συλλογικό, κοινωνικό καί ἐθνικό ἐπίπεδο. Εἰδικά δέ αὐτές τίς τόσο δύσκολες καί κρίσιμες μέρες γιά τήν πατρίδα μας, πού εἶναι ἀντιμέτωπη μέ πλεῖστες ὅσες πιέσεις καί ἀπειλές, ὄχι μόνο οἰκονομικοῦ πνιγμοῦ, ἀλλά καί ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς ἀλλοίωσης καί καταστροφῆς.

Ἀλλά ζῆ Κύριος ὁ Θεός!

Σήμερα θά θέ­λα­με νά μοι­ρα­σθοῦ­με μα­ζί σας κά­ποι­ες αὐ­θόρ­μη­τες καί πη­γαῖ­ες σκέ­ψεις μας, πού προέρχονται ἀπό τήν πνευματική καί ἐξομολογητική πείρα μας καί ὄχι νά ἐκφωνήσουμε μία καθιερωμένη ὁμιλία. Ἐ­πι­θυ­μοῦμε νά μιλήσουμε ἁπλά, τα­πει­νά, καλογερικά, ὡς πνευματικός πατέρας πρός ἀγαπητά μας πνευματικά παιδιά, ἀδελφούς καί φίλους. Ἐπιθυμοῦμε νά κεντρίσουμε τό φιλότιμό μας καί νά παρακινήσουμε τόν ἑαυτό μας —σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν τῆς Κυ­ρί­ας μας Θε­ο­τό­κου καί τῶν Ἁ­γί­ων μας— γιά μία ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ ἐν­θέ­ου ζή­λου μας, γιά μιά νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, γιά μία ἐπανεκκίνηση στήν κατά Χριστόν ζωή μας.

Μέ ἀ­φορ­μή τίς λα­τρευ­τι­κές εὐ­και­ρί­ες τῶν Ἁ­γί­ων ἡ­με­ρῶν, μιά πη­γαί­α δο­ξο­λο­γί­α καί εὐ­χα­ρι­στί­α καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη μᾶς συ­νε­παίρ­νει πρός τόν Παν­τευ­ερ­γέ­τη Τρι­α­δι­κό Θε­ό μας, πού μέ­σα στό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ός Του καί τήν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη φι­λαν­θρω­πί­α Του καί στορ­γή Του, βρί­σκε­ται πάν­τα Πα­ρών μέ­σα στήν κι­βω­τό τῆς σω­τη­ρί­ας μας, τήν Μία Ἁ­γί­α Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκ­κλη­σί­α μας, διά τῆς ὁ­ποί­ας κα­τερ­γά­ζε­ται τή σω­τη­ρί­α καί τόν ἁ­για­σμό μας, μέ τή σώ­ζου­σα Ἀ­λή­θεια, τήν ὁ­ποί­α δι­α­φυ­λάσ­σει ἀ­κραιφ­νή καί ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­νά τούς αἰ­ῶ­νες, μέ τά ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί τό πλῆ­θος τῶν ἁ­γι­α­στι­κῶν πρά­ξε­ων καί τε­λε­τῶν.

Ἡ Ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι ἡ κα­λή καί σο­φή καί διακριτική καί στορ­γι­κή μας Μά­να. Μέ­σα σ’ αὐ­τήν ἀ­να­γεν­νώ­με­θα πνευ­μα­τι­κά, στήν ἀγ­κα­λιά της γα­λου­χού­με­θα καί ἀν­δρω­νόμαστε. Στούς κόλ­πους της ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ἁ­γι­α­ζό­μα­στε καί προ­γευ­ό­μα­στε τή μέλ­λου­σα εὐ­φρο­σύ­νη τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν καί μέ­σα σ’ αὐ­τή, τε­λι­κά, σω­ζό­μα­στε καί γευ­ό­μα­στε ὀν­το­λο­γι­κά τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί τήν ἄ­κτι­στη δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ μας.

Γι’ αὐτό ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ ἀπαράμιλλη γλαφυρότητα καί θέρμη, μᾶς προτρέπει: «μή ἀπέχου ἐκκλησίας‧ οὐδέν γάρ ἐκκλησίας ἰσχυρότερον‧ ἡ ἐλπίς σου ἡ ἐκκλησία‧ τοῦ οὐρανοῦ ὑψηλοτέρα ἐστί, τῆς γῆς πλατυτέρα ἐστίν‧ οὐδέποτε γηρᾷ, ἀεί δέ ἀκμάζει‧ διά τοῦτο τό στεῤῥόν αὐτῆς καί ἀσάλευτον δηλοῦσα ἡ γραφή, ὄρος αὐτήν καλεῖ…… Ἐκκλησίαν δέ λέγω, οὐ τόπον μόνον, ἀλλά καί τρόπον· οὐ τοίχους ἐκκλησίας, ἀλλά νόμους ἐκκλησίας· ὅταν καταφεύγῃς ἐν Ἐκκλησίᾳ, μή τόπῳ καταφύγῃς ἀλλά τῇ γνώμῃ‧ ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος‧…ἐκκλησίας γάρ οὐδέν ἴσον» (Τά ὑπέρ Χριστοῦ παθήματα καί κατορθώματα, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὀρθ. Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 236-237). Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α, λοι­πόν, εἶ­ναι κα­τά κύ­ριο λό­γο νο­σο­κο­μεῖ­ο ψυ­χῶν καί θε­ρα­πευ­τή­ριο πα­θῶν. Εἶ­ναι ἡ μό­νη πού μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει, διά τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, τήν ἄ­φε­ση τῶν ὅ­ποι­ων καί ὅ­σων ἁ­μαρ­τι­ῶν μας καί τήν εἰρήνη τῶν καρδιῶν μας.

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ Κιβωτός τῆς σω­τη­ρί­ας μας!

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τὴ —δι­ὰ τῆς σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ἐν­δό­ξου Ἀ­να­στά­σε­ώς Του, δι­ὰ τοῦ Τι­μί­ου καὶ Πα­να­γί­ου καὶ Ζω­ο­ποι­οῦ Αἵ­μα­τός Του— μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει στὸν ἄν­θρω­πο τὴν ἄ­φε­ση τοῦ πλήθους τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει λη­στές, φο­νιά­δες καὶ ἐγ­κλη­μα­τί­ες· ἔκ­φυ­λους, πόρ­νους καὶ μοι­χούς· φι­λάρ­γυ­ρους, φί­λαυ­τους καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νους· καὶ νὰ τοὺς με­τα­πλά­θει σὲ δι­καί­ους καὶ ἁ­γί­ους. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ παίρ­νει σκι­ὲς ἀν­θρώ­πων, συν­τρίμ­μα­τα ψυ­χῶν· νὰ παίρ­νει λά­σπη καὶ βοῦρ­κο καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ ὑ­λι­κὰ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ καλ­λι­τε­χνή­μα­τα, ἀν­θρώ­πι­να πρό­τυ­πα. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει βα­ρυ­ποι­νί­τες ἀ­πὸ τὰ κά­τερ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ νὰ τοὺς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἀ­σκη­τὲς καὶ ὁ­σί­ους, μάρ­τυ­ρες καὶ ὁ­μο­λο­γη­τές. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θαυ­μά­σια μὲ μο­να­δι­κὸ ἀν­τί­τι­μο ἕ­να δά­κρυ· ἕ­ναν λό­γο, «ἁ­μάρ­τη­σα, Κύ­ρι­ε»· ἕ­να «Θε­έ μου, ἐ­λέ­η­σέ με καὶ συγ­χώ­ρη­σέ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λό»· ἕ­να τα­πει­νὸ γο­νά­τι­σμα καὶ μί­α τα­πει­νὴ, εἰλικρινή καί ἐκ βάθους ψυχῆς ὁ­μο­λο­γί­α ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πε­τρα­χήλι τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ.

Κι ὅ­μως αὐ­τή τή Μά­να, μέ τίς ἄ­πει­ρες εὐ­ερ­γε­σί­ες, ὄ­χι μό­νο δέν τήν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καί δέν τήν εὐ­γνω­μο­νοῦ­με, ὅσο θά τῆς ἄξιζε, ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές καί τήν ἀ­γνο­οῦ­με καί τή λη­σμο­νοῦ­με καί τήν πι­κραί­νου­με. Ἀ­δι­κοῦ­με πραγ­μα­τι­κά τούς ἴ­διους τούς ἑ­αυ­τούς μας, ὅ­ταν ἀρ­νού­μα­στε τήν μη­τρι­κή ἀγ­κα­λιά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἤ με­τέ­χου­με σ’ Αὐ­τή μέ ἕ­να ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νο κοσμικό καί ὀρθολογιστικό τρό­πο, χω­ρίς οὐ­σι­α­στι­κό βί­ω­μα, χω­ρίς συνειδητή συμ­με­το­χή στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ριά Της, χω­ρίς ἀ­πο­δο­χή καί τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή μας.

Ἀ­γνο­ών­τας, ὅμως, καί λη­σμο­νών­τας τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­γνο­οῦ­με καί λη­σμο­νοῦ­με τόν ἴ­διο τό Χρι­στό, ἀ­φοῦ Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, Αὐ­τός ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, Αὐ­τός μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς σώ­ζει καί μᾶς ἁ­γιά­ζει καί μᾶς δοξάζει καί τελικά μᾶς θεώνει διά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κι ἐ­νῶ ὁ Κύ­ριος καί Θεός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού τα­πει­νώ­θη­κε, σαρ­κώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε, ἀ­να­στή­θη­κε καί ἀ­να­λή­φθη­κε γιά νά θε­ώ­σει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας, εἶ­ναι τό κέν­τρο τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, τό κέν­τρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί τῆς Πί­στε­ώς μας, τό κέν­τρο τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν καί τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας, δυ­στυ­χῶς, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πάντοτε καί τό κέν­τρο τῆς ψυ­χῆς μας, τῆς δι­α­νοί­ας μας, τῆς καρ­διᾶς μας, τό κέν­τρο τοῦ εἶ­ναι μας. Δέν γίνεται ὁ κύριος σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας, τό ἀ­γαλ­λί­α­μά μας, ὁ πό­θος μας καί ἡ λα­χτά­ρα μας. Πολλές φορές ἐκ­θρο­νί­ζου­με στήν πρά­ξη τόν Χρι­στό ἀ­πό τή ζω­ή μας, ἀ­πό τίς συ­να­να­στρο­φές μας, τίς συ­ζη­τή­σεις μας καί τίς ἀ­να­ζη­τή­σεις μας, ἀ­πό τή σκέ­ψη μας καί τή γλώσ­σα μας, ἀ­κό­μα κι ἀ­π’ τήν προ­σευ­χή μας. Ἡ πρώ­τη ἐν­το­λή Του, τό «ἀ­γα­πή­σεις Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου καί ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου» (Μάρκ. ιβ´, 30) δέν δονεῖ τό εἶναι μας, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κύ­ρια μέ­ρι­μνά μας, τήν πεμ­πτου­σί­α τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ μας ἀ­γώ­να.

Ἀλ­λά, πα­ρά τή δι­κή μας ἀ­μέ­λεια, τή ρα­θυ­μί­α, τή χλι­α­ρό­τη­τα καί τήν πε­ρί τά πνευ­μα­τι­κά νω­θρό­τη­τά μας, ὁ ἐ­ρά­σμιος Νυμ­φί­ος τῶν ψυ­χῶν μας, ὁ γλυ­κύ­τα­τος Κύριός μας Ἰησοῦς Χρι­στός, δέν παύ­ει νά κρού­ει τή θύ­ρα τῆς ψυ­χῆς μας καί νά μᾶς ἀ­πευ­θύ­νει στορ­γι­κά, ἐ­πί­μο­να, ἀλ­λά καί δι­α­κρι­τι­κά τόν πα­ρή­γο­ρο λό­γο Του ζητώντας τήν ἐπιστροφή μας στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας.

Ἀ­λή­θεια, πό­σο ἀ­γνώ­μο­νες, πό­σο ἄ­σο­φοι ἀ­πο­δει­κνυ­ό­μα­στε, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Δη­μι­ουρ­γός τοῦ Παν­τός, ὁ Βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καί Κύ­ριος τῶν κυ­ρι­ευ­όν­των, ὁ ἀ­νεν­δε­ής καί Παν­το­δύ­να­μος Κύ­ριος, ὁ φο­βε­ρός Θε­ός, «Ὅν φρίσ­σει καί τρέ­μει τά Χε­ρου­βείμ», ὁ Πλά­στης καί Θε­ός μας, ἔρ­χε­ται τό­σο κον­τά μας! Γί­νε­ται ὁ πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνος Πα­τέ­ρας μας, ὁ ἀ­δελ­φός μας καί ὁ πι­στός φί­λος μας, ἕ­τοι­μος νά μᾶς προ­σφέ­ρει τά πάν­τα, θυ­σι­ά­ζον­τας τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό Του! Ἔρ­χε­ται νά μᾶς ὑ­πη­ρε­τή­σει «ὡς ὁ δι­α­κο­νῶν», νά μᾶς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πό τά βά­ρη καί τίς θλί­ψεις, νά μᾶς χα­ρί­σει τά πα­ρόν­τα καί τά μέλ­λον­τα ἀ­γα­θά Του! Κι ἐ­μεῖς —ὤ τῆς παραφροσύνης!— τολ­μοῦ­με πολλάκις νά Τόν ἀγνοοῦμε, νά τόν πε­ρι­φρο­νοῦ­με, δυστυχῶς, ἀκόμη καί νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν βλασφημοῦμε, κατόπιν βέβαια τῆς ὑποκινήσεως τοῦ διαβόλου! Ὤ τῆς μεγάλης σου εὐσπλαχνίας Κύριε!

Ἀ­δελ­φοί, «ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας», μᾶς παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Β´ Κο­ρ. ϛ´, 2). Τώ­ρα νά μετανοήσουμε, σ’ αὐ­τή τή ζω­ή μόνο ὑ­πάρ­χει τό ἔ­λε­ος καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ θά­να­τος κα­ρα­δο­κεῖ ἀ­νά πᾶ­σα στιγ­μή, ἡ αὐ­λαί­α πέ­φτει ὁ­σο­νού­πω, ἡ Κρί­σις ἐγγύς, ἀ­κρι­βο­δί­και­η καί ἀ­δέ­κα­στη.

Ἀ­δελ­φοί μας ἀ­γα­πη­τοί καί πε­ρι­πό­θη­τοι!

«Στῶ­μεν κα­λῶς, στῶ­μεν με­τὰ φό­βου»! Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ὥ­ρα τῆς Κρί­σε­ως καί ἡ κό­λα­ση ἡ με­γα­λύ­τε­ρη συμ­φο­ρά, τό φο­βε­ρώ­τε­ρο κα­κό. Τά δει­νά τῆς κο­λά­σε­ως δέν ἔ­χουν καμ­μί­α σύγ­κρι­ση μέ τίς συμ­φο­ρές τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς. Ἄς εὐ­χό­μα­στε κα­νείς ἄν­θρω­πος στόν κό­σμο νά μήν δο­κι­μά­σει τήν ἄ­φα­τη ὀ­δύ­νη της. Ἄς μή παί­ζου­με «ἐν οὐ παι­κτοῖς». Τό δι­α­κυ­βευ­ό­με­νο εἶ­ναι ἡ ἀ­θά­να­τη ψυ­χή μας καί τό αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας. Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί χριστιανοί, δέν πιστεύουν ἤ ἀμφιβάλλουν γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Παράδεισος καί Κόλαση. Εἶναι πραγματικά φοβερό! Στήν μέλλουσα κρίση τά σώματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων θά ἀναστηθοῦν καί θά ἐπανασυνδεθοῦν τό καθένα μέ τήν ψυχή του καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀνακαινισμένος καί ἀφθαρτοποιημένος.

Στήν ἄλλη ζωή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦμε τόν Θεό, θά δοῦμε τήν ἄκτιστη δόξα, τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό ἔνδοξο φῶς καί τήν ἄκτιστη δόξα πού εἶδαν οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας. Τό ἄκτιστο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο, αἰώνιο, καί πληροῖ τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά. Ὅσοι, ὅμως, δέν θά εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι ἀπό αὐτή τήν ζωή, μᾶς τονίζουν οἱ Πατέρες, αὐτοί θά δοῦν αὐτή τήν δόξα, αὐτό τό φῶς ὡς πῦρ καταναλίσκον, δηλαδή ὡς πνευματική φωτιά πού κατακαίει. Εἶναι ἕνα θέμα τεράστιο, δύσκολο, ἀλλά κεφαλαιώδους καί μοναδικῆς σημασίας, γιά τό ὁποῖο ταπεινά προτείνουμε, ὁ Σύλλογός σας, κύριε Πρόεδρε, νά διοργανώσει σύντομα μία εἰδική ὁμιλία ἤ μᾶλλον ἡμερίδα στήν ὁποία θά μποροῦν νά ὑποβληθοῦν καί ἐρωτήσεις.

Κα­λό θά ἦ­ταν, λοιπόν, καί στίς εὐ­χές μας, σέ γι­ορ­τές ἤ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες πε­ρι­στά­σεις, νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται κι ἀ­πό τούς λα­ϊ­κούς ἀ­δελ­φούς μας, ἡ εὐ­χή τῶν Μο­να­χῶν: «Κα­λή με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο» καί νά μήν κτυποῦμε ξύλο, ὅταν ἀκοῦμε τήν λέξη θάνατος, ἀφοῦ αὐτός εἶναι τό πιό βέβαιο γεγονός πού θά μᾶς συμβεῖ. Ἄλλωστε, δέν εἴμαστε μόνιμοι κάτοικοι αὐτῆς τῆς γῆς, ἀλλά πάροικοι, ἔνοικοι τῆς γῆς. Εἴμαστε ὁδίτες καί ὄχι πολίτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ δρό­μος γιά τόν Πα­ρά­δει­σο, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἕ­νας. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος πού βά­δι­σαν ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι: ὁ δρό­μος τῆς με­τα­νοί­ας, τῆς θεογνωσίας, τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στό σπί­τι τοῦ Πα­τέ­ρα μας. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας καί στήν Ἁ­γί­α Πα­ρά­δο­σή της.

Ἡ σύγχρονη κοινωνία ἔχει περιέλθει σέ ἀφάνταστο βαθμό καταπτώσεως καί ἀποστασίας. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στήν πα­λιά εὐ­σέ­βεια, στό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, στήν ἁ­γί­α ἁ­πλό­τη­τα. Νά ἐ­πα­νέλ­θου­με ὅ­λοι, Κλη­ρι­κοί, Μο­να­χοί καί λα­ϊ­κοί, στήν πρα­ό­τη­τα, στήν τα­πεί­νω­ση, στήν ἀ­κα­κί­α, στήν ἀ­φε­λό­τη­τα τῆς καρ­δί­ας, στήν κα­τά Θε­όν γνώ­ση καί σο­φί­α. Καί ν’ ἀρ­χί­σου­με ἀ­πό ἁ­πλά, μι­κρά καί ἴ­σως τυ­πι­κά, κα­τά τό φαι­νό­με­νο, πράγ­μα­τα· ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­λύ σπου­δαῖ­α καί οὐ­σι­α­στι­κά.

Καί ἄν ἡ μετάνοια καί ἡ πνευματική ἐγρήγορση εἶναι ἀπαραίτητη γιά κάθε περίοδο τῆς ζωῆς μας, εἶναι πολύ περισσότερο ἀπαραίτητες σήμερα, πού τό κύμα τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀντιθεΐας, τοῦ νεοπαγανισμοῦ, τῆς εἰδωλολατρείας, τῆς σύγχυσης, τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ, τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας τῆς Νέας Ἐποχῆς μᾶς κατακλύζει καί σάν πνευματικός λίβας μαραίνει καί κατακαίει τά ἄνθη καί τούς καρπούς τῆς πατροπαράδοτης εὐλάβειας, τῆς παράδοσης, τῶν ἀξιῶν καί τῶν ἰδανικῶν τοῦ λαοῦ μας.

Ἐ­δῶ βρί­σκε­ται, πι­στεύ­ου­με, ἡ βα­σι­κή αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­πα­ξί­ας καί πα­ρακ­μῆς, πού βι­ώ­νου­με ὡς λα­ός καί ὡς χώ­ρα. Ἀ­πεμ­πο­λή­σα­με ἀρ­χές καί ἀ­ξί­ες, ἀλ­λά­ξα­με ἤ­θη, ἔθιμα καί συμ­πε­ρι­φο­ρές, θέ­σα­με ἄλ­λους στό­χους καί προ­τε­ραι­ό­τη­τες, νο­θεύ­σα­με τά μέ­σα καί τίς δι­α­δι­κα­σί­ες, ἀ­πω­λέ­σα­με τό μέ­τρο, ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τήν χαρ­μο­λύ­πη. Βγά­λα­με τόν Θε­ό ἀ­πό τήν ζω­ή μας καί θεοποιήσαμε τούς ἑαυτούς μας, τήν λογική μας, τήν ἀτομική μας κρίση, τίς ἀτομικές μας δεξιότητες, τό ἀτομικό μας θέλημα, τό ὑπερτροφικό καί θεοποιημένο ΕΓΩ μας. Κι ὅ­λα αὐ­τά μέ τί­μη­μα τήν ἀ­πώ­λεια τοῦ ἴ­διου τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, τῆς ψυ­χι­κῆς μας ἠ­ρε­μί­ας καί ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τῆς προ­σω­πι­κῆς, οἰ­κο­γε­νεια­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς μας γα­λή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας.

Καί εἶναι πραγματικά ὀξύμωρο τό γεγονός, ὅτι ἐνῶ ἡ σύχρονη ἐποχή τῆς συνεχοῦς ροῆς πληροφοριῶν καί εἰδήσεων μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα νά κατέχουμε σέ καθημερινή βάση ἀμέτρητες γνώσεις γιά κάθε τί πού συμβαίνει σέ κάθε γωνιά τοῦ πλανήτη μας, νά μένουμε ἀδαεῖς καί ἀπληροφόρητοι γιά τά καίρια καί σωτηριολογικῆς καί αἰώνιας σημασίας ζητήματα τῆς ζωῆς μας, λόγῳ τῆς πολυμέριμνας καί τῶν ἀπαιτήσεων τῆς καθημερινότητας, πού συνεχῶς αὐξάνουν. Αὐτή ἡ καθημερινότητα μᾶς ἀπορροφᾶ καί καταλήγουμε νά ταυτιζόμαστε μαζί της σέ βαθμό, πού εἶναι πλέον δύσκολο νά ἀπεγκλωβιστοῦμε καί μάλιστα ὅταν ἔχουν περάσει καί τά χρόνια, καθώς δύσκολα ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος σέ μεγάλη ἡλικία. Ζῶντας ἔτσι, οὐσιαστικά δέν προλαβαίνουμε νά γνωρίσουμε καί νά μάθουμε γιατί ζοῦμε, ποιός εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας, ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή καί τί θά συναντήσουμε σ’ αὐτή, τί εἶναι ἡ ψυχή μας καί ποιά εἶναι τά γνωρίσματά της, τί εἶναι ἡ Κόλαση καί τί ὁ Παράδεισος.

Γι’ αὐτό καί εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη:

Α´. Νά πά­ρου­με καί πά­λι στά χέ­ρια μας τόν Συ­να­ξα­ρι­στή, τούς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων μας, πού κατά τόν Ἅγιο Ἰουστῖνο τόν Πόποβιτς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐγκυκλοπαίδεια, τόν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, τά Γε­ρον­τι­κά, τήν Ἁ­μαρ­τω­λῶν Σω­τη­ρί­α, τόν Ἅ­γιο Νι­κό­δη­μο, τόν Ἀββᾶ Δωρόθεο, τόν Ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό, τόν Παπουλάκο… Καί κυ­ρί­ως καί πρω­τί­στως νά ἀρ­χί­σου­με νά με­λε­τᾶ­με τα­κτι­κά καί εὐ­λα­βι­κά τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη, καί τά πα­τε­ρι­κά κεί­με­να, πού ἑρ­μη­νεύ­ουν καί ἀ­να­λύ­ουν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή.

Β´. Νά ἔ­χου­με εὐ­πρε­πι­σμέ­νο εἰ­κο­νο­στά­σι στό σπίτι μας —ὄ­χι στό σα­λό­νι γιά ἐ­πί­δει­ξη—, ἀλ­λά σέ ἰ­δι­αί­τε­ρο χῶ­ρο, ἄν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­τό­τη­τα, ὅ­που θά μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­συρ­θοῦ­με γιά προ­σευ­χή. Εἰ­κο­νο­στά­σι μέ εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν ὁ­ποί­ων φέ­ρου­με τά ὀ­νό­μα­τα, μέ Σταυ­ρό, μέ ἀ­ναμ­μέ­νη καν­δή­λα, μέ τή Σύ­νο­ψη, τό Συ­νέκ­δη­μο, τά Προ­σευ­χη­τά­ρια. Εἰ­κο­νο­στά­σι, ὅ­που, ὅ­πως οἱ πα­λι­ές εὐ­λα­βεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες, θά φυ­λάσ­σου­με καί ὅ­λα τά ἁ­γι­α­στι­κά (τά βά­για, τόν βα­σι­λι­κό, λά­δι ἤ μῦ­ρο ἀ­πό προ­σκυ­νή­μα­τα, τό Με­γά­λο ἁ­για­σμό κ.λπ.). Τό ἀναμμένο καντήλι, ὅπως λένε οἱ γεροντάδες, δείχνει τήν ζωντάνη μας σχέση μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

Γ´. Νά μάθουμε νά λέμε τήν ἁγιασμένη, πολύ θεολογική καί περιεκτική μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Νά τήν λέμε μέ πόθο καί λαχτάρα, ἐπικαλούμενοι τό γλυκύτατο Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν εἰρήνευση καί τήν προκοπή τήν δική μας, τῆς οἰκογενείας μας, γιά τήν ὑγεία καί τήν πρόοδο τῶν παιδιῶν μας, γιά τήν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, γιά τήν ἀνάπαυση καί τήν σωτηρία τῶν κεκοιμημένων μας, γιά τήν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων καί δυσκολιῶν μας, γιά τήν σωτηρία τῆς πατρίδος μας καί τήν εἰρήνη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου.

Ἄς προσπαθοῦμε νά διατηροῦμε τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τό Πανάγιο Ὄνομά Του στό νοῦ καί τήν καρδιά μας, ἀκόμη καί μέσα στίς μέριμνες, ἀκόμη καί μέσα στήν πίεση καί τήν κόπωση τῆς καθημερινότητος, ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε καί ὅσο μποροῦμε. Ὁ χαριτωμένος ἅγιος Γέροντας Ἐφραίμ Καντουνακιώτης μᾶς προέτρεπε: «Νὰ λέγῃς παιδί μου τὴν εὐχή, “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”, ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρῃ ὅλα. Ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα, περικλείει τὰ πάντα, αἴτησι, παράκλησι, πίστι, ὁμολογία, θεολογία κλπ. Ἡ εὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπή. Ἡ εὐχὴ θὰ φέρῃ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα».

Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει μέ γλαφυρότητα γιά τήν μονολόγιστη εὐχή: «Μέγα γάρ ὅπλον εὐχή, θησαυρός ἀνελλιπής, πλοῦτος μηδέποτε δαπανώμενος, λιμήν ἀκύμαντος, γαλήνης ὑπόθεσις, καί μυρίων ἀγαθῶν ῥίζα καί πηγή καί μήτηρ ἐστίν ἡ εὐχή, καί αὐτῆς τῆς βασιλείας δυνατωτέρα. Εὐχή χειμαζομένων λιμήν, κλυδωνιζομένων ἄγκυρα, σαλευομένων βακτηρία, πενήτων θησαυρός, πλουτούντων ἀσφάλεια, νοσημάτων ἀναίρεσις, ὑγιείας φυλακή· εὐχή καί τά ἀγαθά ἡμῖν ἀκίνητα διατηρεῖ, καί τά κακά μεταβάλλει ταχέως· κᾄν πειρασμός ἐπέλθῃ, ῥᾳδίως ἀποκρούεται· κᾄν ζημία χρημάτων, κᾄν ὁτιοῦν ἕτερον τῶν λυπούντων ἡμῶν τήν ψυχήν, ἅπαντα ἀπελαύνει ταχέως· εὐχή λύπης ἁπάσης φυγαδευτήριον, εὐθυμίας ὑπόθεσις, διηνεκοῦς ἡδονῆς ἀφορμή, φιλοσοφίας μήτηρ· ὁ δυνάμενος εὔχεσθαι μετά ἀκριβείας, κᾄν ἁπάντων πενέστερος ᾖ [κι ἄν εἶναι φτωχότερος ὅλων], πάντων ἐστί πλουσιώτερος· ὥσπερ ὁ τῆς εὐχῆς πάλιν ἐστερημένος, κᾄν ἐν αὐτῷ καθέζηται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ πάντων ἐστί πενέστερος [ἔτσι, αὐτός πού δέν κάνει τήν εὐχή, ἀκόμη κι ἄν κάθεται σέ βασιλικό θρόνο, εἶναι φτωχότερος ἀπό ὅλους]».

Ἀδελφοί, σᾶς βεβαιώνω ὅτι τά προβλήματά μας καί τά θέματά μας τά λύνει ὁ Χριστός μας, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας, καί ὄχι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴτε κληρικοί εἴτε μοναχοί εἴτε λαϊκοί. Εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νά μάθουμε νά προσευχόμαστε καί γιά τά δικά μας προβλήματα καί γιά αὐτά τῶν συγγενῶν καί φίλων μας. Ἡ ἔμπονη καί ἐπίμονη προσευχή εἶναι αὐτή πού θά δώσει τίς, κατά Θεόν καί συμφέρουσες γιά μᾶς, λύσεις σέ ὅλα τά ζητήματά μας, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί μεῖς, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, δέν θά παύουμε νά βοηθοῦμε καί νά συμπαραστεκόμαστε στούς συνανθρώπους μας. Δέν θά ἀντικαθιστοῦμε, ὅμως, τόν Πάνσοφο καί Πανελεήμονα Κύριό μας καί Θεό μας.

Δ´. Νά μά­θου­με νά ἐκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, τακτικότατα -ὄχι μόνο στίς κηδεῖες, τούς γάμους καί τίς βαπτίσεις- καί μέ προ­σο­χή στά τε­λού­με­να. Νά μήν ἀπουσιάζουμε ἀπό τίς θεῖες Λειτουργίες τῶν Κυριακῶν καί τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἐπικαλούμενοι ἄτοπες δικαιολογίες. Νά προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα, μέ σω­μα­τι­κή καί ψυ­χι­κή κα­θα­ρ­ό­τη­τα καί προ­ε­τοι­μα­σί­α, μέ πε­ρι­συλ­λο­γή, μέ ἀ­νά­παυ­ση, μέ προ­σευ­χή καί με­λέ­τη τῶν βί­ων τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Εὐ­αγ­γε­λι­κῶν καί Ἀ­πο­στο­λι­κῶν Ἀ­να­γνω­σμά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σων τῶν με­γά­λων Ἑ­ορ­τῶν.

Ε´. Νά τε­λοῦ­με, κα­τά δι­α­στή­μα­τα, τόν Μι­κρό Ἁ­για­σμό καί –μιά φορά τουλάχιστον τόν χρόνο– τό Μυ­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­χε­λαί­ου στά σπί­τια μας γιά νά ἀποτρέπουμε μέ αὐτά, ὡς θεῖα ἀλεξικέραυνα, τήν ἐπήρεια καί τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων ἀπό τήν οἰκογένειά μας καί τό σπίτι μας, καθώς καί τήν βασκανία, τήν ζηλοφθονία καί τήν βοή τῶν πονηρῶν καί κακοποιῶν ἀνθρώπων. Ἐ­πι­ση­μαί­νου­με στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό καί ἐ­πι­μέ­νου­με ἰ­δι­αι­τέ­ρως: ὅ­τι ὁ Χρι­στια­νός δέν πρέ­πει πο­τέ, σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, νά κα­τα­φεύ­γει γιά τήν ἐ­πί­λυ­ση προ­βλη­μά­των (ἀρ­ρώ­στι­ες παι­δι­ῶν, συγ­γε­νῶν, ἀ­πο­κα­τά­στα­ση κ.λπ.) σέ μά­γους, φω­τι­σμέ­νους, φω­τι­σμέ­νες ἀ­στρο­λό­γους, χαρ­το­ρί­χτρες, μέν­τιουμ κ.λπ.). Εἶναι μεγίστη ἁμαρτία καί μέγας κίνδυνος, τό νά προστρέχουμε σέ τέτοια πρόσωπα τοῦ Σατανᾶ. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τό θεωρεῖ μάλιστα «ξεβάπτισμα». Εἶ­ναι προ­τι­μώ­τε­ρο νά πε­θά­νει τό παι­δί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, μᾶς λέ­γει ὁ ἴδιος ἅγιος, νά μήν παν­τρευ­τεῖ τό παι­δί, πα­ρά νά ζή­σει ἤ νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Σα­τα­νᾶ —κι αὐ­τό, βε­βαί­ως, ἀμ­φί­βο­λο— πα­ρά νά χά­σει τήν ψυ­χή του. Οἱ ἐξαρτημένοι, ἄλλωστε, ἀπό τήν μαγεία καί τόν σατανισμό, ἄν δέν ἀπελευθερωθοῦν μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τήν ἐξάρτηση αὐτή, καταλήγουν τελικά καί ψυχασθενεῖς.

Νά μήν πα­ρα­λεί­που­με τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ —καί μά­λι­στα σω­στά— καί τήν προ­σευ­χή πρίν καί με­τά τό φα­γη­τό. Δέν εἶ­ναι κα­θό­λου μιά τυ­πι­κή συ­νή­θεια αὐ­τό· εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α ἀ­πό κά­θε ἐ­πή­ρεια δαι­μο­νι­κή καί βα­σκα­νί­α (πολ­λές φο­ρές φα­γη­τά ἤ γλυ­κί­σμα­τα, πού μᾶς προ­σφέρ­θη­καν, ἦ­ταν μο­λυ­σμέ­να ἀ­πό μα­γι­κά)… Ἀλ­λά ἀποτελεῖ καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τόν δω­ρε­ο­δό­τη καί τρο­φο­δό­τη Κύ­ριό μας καί Θε­ό μας.

Νά κά­νου­με πολ­λές φο­ρές κα­τά τή διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας καί σω­στά τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου καί Ζω­ο­ποι­οῦ Σταυ­ροῦ —εἶ­ναι ὁ­μο­λο­γί­α αὐ­τό καί πο­λύ δυ­να­τή προ­σευ­χή—, κα­τά τήν εἴ­σο­δο καί ἔ­ξο­δο ἀ­πό τό σπί­τι μας, ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς ἐρ­γα­σί­ας μας, ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­τό μας, σέ στιγ­μές δύ­σκο­λες πού χρει­α­ζό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Μήν κυ­κλο­φο­ροῦ­με πο­τέ χω­ρίς τόν ἐ­πι­στή­θιο σταυ­ρό ἐ­πά­νω μας.
. Νά μά­θου­με νά βα­δί­ζου­με τόν ἴ­σιο δρό­μο καί μέ τό σταυ­ρό στό χέ­ρι καί νά εἴ­μα­στε σί­γου­ροι —πα­ρά τά λε­γό­με­να πε­ρί τοῦ ἀν­τι­θέ­του— ὅ­τι θά ἔ­χου­με σ’ αὐ­τή τή ζω­ή τή δια­ρκή εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί στήν ἄλ­λη ζω­ή θά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει ὁ Θε­ός τῶν ἐ­που­ρα­νί­ων Του ἀ­γα­θῶν.

ΣΤ´. Νά ἀρ­χί­σουν οἱ νοι­κο­κυ­ρές, ὅ­σες δέν τό κά­νουν, νά ζυ­μώ­νουν πρό­σφο­ρα μέ εὐ­λά­βεια καί μέ εἰ­δι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, νά προ­σφέ­ρουν τό νᾶ­μα, τό κα­θα­ρό κε­ρί καί τό θυ­μί­α­μα γιά τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, μα­ζί μέ τά ὀ­νό­μα­τα, ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων, ση­μει­ώ­νον­τας καί ὑπογραμμίζοντας τό ὄ­νο­μα μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­νάγ­κη (κα­λό θά ἦ­ταν καί μέ τό αἴ­τη­μά του). Ἡ μνη­μό­νευ­ση τῶν ὀ­νο­μά­των καί ἡ προ­σφο­ρά τῶν δώ­ρων γιά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀ­πο­δί­δουν τή με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια σέ ζῶν­τες καί κε­κοι­μη­μέ­νους, ὅ­ση ὠ­φέ­λεια δέν μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει καμ­μί­α ἄλ­λη προ­σευ­χή ἐ­πί τῆς γῆς. Ἰ­δί­ως γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας, πού δέν ἔ­χουν πλέ­ον τή δυ­να­τό­τη­τα νά βο­η­θή­σουν τόν ἑ­αυ­τό τους καί πε­ρι­μέ­νουν μό­νον ἀ­πό ἐ­μᾶς. Κα­λές οἱ δω­ρε­ές καί τά στε­φά­νια, ἀλ­λά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γιά τούς ἀν­θρώ­πους μας εἶ­ναι ἡ ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη ἀ­νακούφιση καί παρηγοριά τους.

Πο­λύ ὠ­φέ­λι­μο θά ἦ­ταν νά τε­λοῦ­με καί Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες (ν’ ἀ­νοί­γου­με τίς Ἐκ­κλη­σι­ές, ὅ­πως συ­νη­θί­ζει νά τό λέ­ει ὁ λα­ός μας) ὑ­πέρ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν μας, τῶν συγ­γε­νῶν μας, τῶν φί­λων μας καί τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων μας, μή πα­ρα­λεί­πον­τας καί ὅ­λα τά δι­α­τε­ταγ­μέ­να (κόλ­λυ­βα καί ὑ­ψώ­μα­τα γιά τούς Ἁ­γί­ους μας, ἀρ­το­κλα­σί­ες, μνη­μό­συ­να, τρι­σά­για καί κόλ­λυ­βα γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας).

Ζ´. Νά ἀ­φή­νου­με στόν Θε­ό μέ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί ἐλ­πί­δα τόν ἑ­αυ­τό μας, τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν πραγ­μά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σε­ών μας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν ὀρ­θο­λο­γι­στι­κή ὀρ­γά­νω­ση καί ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς καί οἰ­κο­γε­νεια­κῆς ζω­ῆς.

Νά δι­δά­ξου­με στά παι­διά μας ἀ­πό μι­κρά τό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, τίς Ἀ­λή­θει­ες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τό σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, τό ἐ­φή­με­ρο τῶν ἐγ­κο­σμί­ων, τή με­τα­φυ­σι­κή-ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ἀ­γά­πη στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί στήν προ­σευ­χή. Μα­ζί μέ τή μόρ­φω­ση τοῦ ἐγ­κε­φά­λου καί τῶν σω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των, πού θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα πα­νά­κεια, νά μορ­φώ­σου­με συγ­χρό­νως καί τίς ψυ­χές τῶν παι­δι­ῶν μας, τόν νοῦ τους καί τήν καρδιά τους, γιά νά δι­α­πλά­σου­με ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες καί νά τούς δώ­σου­με τά ση­μαν­τι­κώ­τε­ρα ἐ­φό­δια.

Νά τά μά­θου­με ἀ­πό μι­κρά νά εἶ­ναι τα­πει­νά, ὄχι ἐγωκεντρικά καί φίλαυτα, νά ἔ­χουν σε­βα­σμό στούς γο­νεῖς καί στούς με­γα­λυ­τέ­ρους, γε­νι­κώ­τε­ρα. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό ἀπό μικρά νά μά­θουν νά φι­λοῦν τό χέ­ρι τῶν γο­νέ­ων καί τῶν παπούδων, ἄν ὑπάρχουν, κά­θε βρά­δυ καί νά ζη­τοῦν συγ­χώ­ρη­ση γιά τυχόν ἀταξίες, ὅπως καί νά δίνουν πρόθυμα συγχώρεση στά ἀδέλφια τους, ἀλλά καί στούς γονεῖς τους γιά τυχόν παραλείψεις, αὐστηρότητες καί προστριβές. Ἔχει μεγάλη σημασία, ἀδελφοί, νά γνωρίζουν τά παιδιά ὅτι παντοῦ καί μέσα στήν οἰκογένεια ὑπάρχει τάξη καί ἱεραρχία καί ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι, μετά τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, τά πιό σεβαστά καἱ ἱερά πρόσωπα. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά ἀντιδροῦμε μέ ἀσέβεια πρός τούς γονεῖς μας, ἤ νά τούς ὑβρίζουμε καί νά τούς ἀπειλοῦμε ἤ καί τό πιό φοβερό νά «σηκώσουμε χέρι» ἐπάνω τους, ὅσο ἁμαρτωλοί καί ἄν εἶναι. Τά πρόσωπα τῶν γονέων μας εἶναι κάτω ἀπό τά εἰκονίσματα τῶν Ἁγίων μας. «Εὐχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα».

Θά θέλαμε νά ἐπιμείνουμε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στό ζήτημα τῆς συγχωρήσεως, καθώς καί τῆς φιλοτιμίας, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἀνοικτοκαρδίας. Οἱ δύο αὐτές ἀρετές, ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συγχώρηση, μᾶς κάνουν νά ὁμοιάζουμε μέ τόν Θεό μας, ὁ Ὁποῖος εἶναι, κυρίως, φιλάνθρωπος καί συγχωρητικός. Ὅσοι διαθέτουν αὐτές τίς δύο ἀρετές ποτέ δέν θά τούς ἀφήσει ὁ Θεός νά φύγουν ἀμετανόητοι ἀπό αὐτή τήν γῆ. Ἡ ἀγάπη Του θά τούς συντροφεύει καί σέ αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη ζωή.

Νά μι­λοῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν Θε­ό γιά τά παι­διά μας, πα­ρά στά παι­διά μας γιά τόν Θε­ό. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πε­ρι­ου­σί­α πού θά τούς ἀ­φή­σου­με εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη καί ζω­ή, ἡ ἐλ­πί­δα τους στόν Θε­ό καί ἡ βα­θειά συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει προ­κο­πή καί εὐ­τυ­χί­α.

Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή μέ­ρι­μνα νά ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με τό μέλ­λον τῶν παι­δι­ῶν μας μέ ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ροῦ­με χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα κ.λπ. ὄ­χι μό­νο δέν συμ­βα­δί­ζει μέ τό γνή­σιο χρι­στι­α­νι­κό φρό­νη­μα, ἀλ­λά συσ­σω­ρεύ­ει στούς μέν γο­νεῖς ἄγ­χος, ὑ­περ­προ­στα­σί­α, ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α, ὑ­περ­κό­πω­ση, συ­χνά καί ἀ­προ­θυ­μί­α στή φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λά καί στά παι­διά καλ­λι­ερ­γεῖ τή φι­λο­κτη­μο­σύ­νη, τήν φιλαργυρία, τήν ὀ­κνη­ρί­α, τήν πο­νη­ρί­α, τήν ἀ­χα­ρι­στί­α, τίς δια­ρκεῖς ἀ­παι­τή­σεις, ἀλ­λά καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α νά ἐ­κτι­μή­σουν τούς κό­πους τῶν γο­νέ­ων τους καί γι᾿ αὐ­τό συ­χνά ὁ­δη­γοῦν­ται στήν κα­τα­σπα­τά­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν πού κλη­ρο­νο­μοῦν καί ὄν­τας ἀ­νί­κα­να νά στα­θοῦν στή ζω­ή ἐ­ξα­θλι­ώ­νον­ται.

Μή ζη­τᾶ­με εὐ­τυ­χί­α κο­σμι­κοῦ τύ­που, πολ­λά χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα καί ἐ­πι­τυ­χί­ες. Εἶ­ναι πλά­νη φο­βε­ρή νά ἐκ­ζη­τοῦ­με ἄ­λυ­πο, ἄ­κο­πο καί ἀ­ναί­μα­κτο βί­ο. «Οὐ­δείς ἀ­νέ­βη εἰς τόν Οὐ­ρα­νόν με­τ’ ἀ­νέ­σε­ως», μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος.

Νά ἐ­πι­μεί­νου­με στίς Ἑ­ορ­τές τῶν Ἁ­γί­ων μας· μή κα­τα­λύ­ον­τας, τι­μών­τας τόν Ἅ­γιο, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα φέρουμε, καί τήν νη­στεί­α, ὅ­ταν εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα νη­στεί­ας. Νά κα­ταρ­γή­σου­με τά πάρ­τι καί τά γε­νέ­θλια, τά ἐκ τῆς Δύ­σε­ως προ­ερ­χό­με­να καί γιά λό­γους ἐμ­πο­ρι­κούς προ­βαλ­λό­με­να καί ἐ­πι­βαλ­λό­με­να, ἀλ­λά καί γιά λό­γους οἰ­κο­γε­νεια­κῆς προ­βο­λῆς προ­τι­μώ­με­να…

Η´. Φο­βε­ρές πλη­γές γιά τίς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μη καί τίς χρι­στι­α­νι­κές, εἶ­ναι ἡ πα­νούρ­γα καί πλα­νε­ρή μό­δα, τό ἀ­κρι­βό ντύ­σι­μο, πού κρύ­βει κο­σμι­κό­τη­τα, φι­λα­ρέ­σκεια, ἐνίοτε καί ἀνηθικότητα, τό πο­λυ­τε­λές σπί­τι καί αὐ­το­κί­νη­το, τά ἄ­φθο­να καί ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να ξε­νι­κά φα­γη­τά καί πο­τά, ἡ κο­σμι­κή ζω­ή καί δι­α­σκέ­δα­ση, ἡ ἄ­σκο­πη ἐ­να­σχό­λη­ση μέ θέ­μα­τα ἀ­νού­σια καί συ­χνά ἐ­πι­βλα­βῆ (χόμ­πυ, πο­λυ­έ­ξο­δα παι­χνί­δια κ.λπ.), ἡ σπα­τά­λη χρη­μά­των καί χρό­νου, πού ἀ­φαι­ρεῖ­ται πάν­το­τε ἀ­πό τό χρό­νο πού ἀ­νή­κει στήν ψυ­χή μας, ἄν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος χρό­νος, καί πολ­λά ἄλ­λα. Ὅ­λα αὐ­τά, ἀλ­λό­τρια τῆς εὐ­λα­βεί­ας καί τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, πέ­ραν τοῦ ὅ­τι μᾶς ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν, κα­θη­λώ­νον­τάς μας σέ φθη­νά καί ἀ­νά­ξια λό­γου γή­ϊ­να πράγ­μα­τα, γί­νον­ται πολ­λές φο­ρές αἰ­τί­ες τρα­γω­δι­ῶν μέ­σα στίς οἰ­κο­γέ­νει­ες: γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν ἀ­παι­τή­σεις προ­τι­μᾶ­ται τό εὔ­κο­λο κέρ­δος διά τῆς πλα­γί­ας ὁ­δοῦ, κλο­πές, χρη­μα­τι­στή­ρια, συ­ζυ­γι­κές ἀ­πι­στί­ες, δι­α­ζύ­για, κ.λπ.

Γνώ­μη μας εἶ­ναι —θά φα­νεῖ ἴ­σως σκλη­ρή καί γιά πολ­λούς ἀ­νε­φάρ­μο­στη- ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά βγεῖ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­πό τό σπί­τι ἤ ἔστω νά ἐλέγχεται πολύ αὐστηρά ἡ χρήση της. Εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό μέ­σα στό ἴ­διο μας τό σπί­τι, στό ἴ­διο μας τό δω­μά­τιο, πού εἶ­ναι τό ἱ­ε­ρό καί τό ἄ­συ­λό μας. Πό­σο δι­ο­ρα­τι­κός καί προ­φη­τι­κός εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός! Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὁ δι­ά­βο­λος μές στό κου­τί μέ τά κέ­ρα­τά του στίς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν μας· εἶ­ναι λε­γε­ῶ­νες δι­α­βό­λων μέ­σα στά σπί­τια μας καί μέ τή θέ­λη­σή μας καί μέ τήν πλη­ρω­μή μας. Εἶ­ναι σχο­λεῖ­ο τοῦ κα­κοῦ, τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς κά­θε εἴ­δους δι­α­στρο­φῆς, τοῦ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κου τρό­που σκέ­ψε­ως καί ζω­ῆς, τοῦ σα­τα­νι­σμοῦ…. Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ἀλ­λοί­ω­ση ἀ­πό τήν τη­λε­ό­ρα­ση, ὄ­χι μό­νο στά παι­διά καί στούς νέ­ους, ἀλ­λά καί στούς ἐ­νη­λί­κους καί στούς γέ­ρους.

Τά ἴδια, βεβαίως, ἰσχύουν καί γιά τά κινητά τηλέφωνα καί τό internet καί κυρίως γιά τά λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ὅπως τό facebook (φέισμπουκ) κ.ἄ. πού ἀποτελοῦν μία ἀνοικτή πληγή καί μία συνεχή ἀπειλή γιά τά παιδιά, ἀλλά πολλές φορές καί γιά τούς ἐνήλικες.

Ἡ τηλεόραση, τό internet, τά κινητά τηλέφωνα (ρόζ τηλέφωνα κ.λπ.) ἀποτελοῦν τά σύγχρονα διαφθορεῖα πού ἀναπαράγουν καί προβάλλουν ὅλες τίς ἔκφυλες καί διεστραμμένες καταστάσεις, τήν ὁμοφυλοφιλία, τούς γκέι γάμους, τίς ἐλεύθερες σχέσεις, τά σύμφωνα συμβίωσης καί τόσα ἄλλα.

Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, τρα­γι­κό αὐ­τό πού συμ­βαί­νει καί γιά τό ὁ­ποῖ­ο κα­τά μέ­γα μέ­ρος εὐ­θύ­νον­ται ἡ τη­λε­ό­ρα­ση, τό internet καί τά κινητά τηλέφωνα: ἡ ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καί δι­α­λό­γου με­τα­ξύ τῶν με­λῶν τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας καί κυ­ρί­ως με­τα­ξύ τῶν συ­ζύ­γων. Ἡ ὑ­πε­ρα­πα­σχό­λη­ση, ἡ ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α πού συμ­πλη­ρώ­νε­ται μέ τήν ἐ­πί ὧ­ρες κα­θή­λω­ση μπρο­στά στήν τη­λε­ό­ρα­ση, στό κινητό ἤ τόν ὑπολογιστή, μέ­χρι καί τίς με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες ὧ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­φαι­ροῦν καί τόν ἐ­λά­χι­στο ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο ἀ­πό τούς συ­ζύ­γους καί τά παι­διά, δη­μι­ουρ­γοῦν συ­νε­χή ἐ­κνευ­ρι­σμό, κό­πω­ση, ἀ­πο­ξέ­νω­ση καί μύ­ρια ὅ­σα δει­νά. Γιά νά εἴ­μα­στε, ὅ­μως, εἰ­λι­κρι­νεῖς, τήν ἀ­πο­μό­νω­ση, τόν ἐ­κνευ­ρι­σμό, τίς ἀ­τέ­λει­ω­τες λο­γο­μα­χί­ες καί τόν τραυ­μα­τι­σμό τῆς ψυ­χῆς τῶν παι­δι­ῶν τά δη­μι­ουρ­γοῦν καί τά καλ­λι­ερ­γοῦν κυ­ρί­ως ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός τῶν γο­νέ­ων, ἡ φι­λαυ­τί­α τους καί ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­σή τους, ἡ ὁ­ποί­α δέν γνω­ρί­ζει ἀ­γά­πη, δέν γνω­ρί­ζει συγ­χώ­ρη­ση, δέν γνω­ρί­ζει σι­ω­πή καί ὑ­πο­μο­νή. Σπί­τι χω­ρίς συγ­γνώ­μη τό ἐ­πι­σκέ­πτε­ται συ­χνά ἤ μᾶλ­λον κα­τοι­κεῖ μο­νί­μως μέ­σα σ᾿ αὐ­τό ὁ σα­τα­νᾶς.

Νά ἔ­χου­με συ­ναί­σθη­ση τῆς μη­δα­μι­νό­τη­τός μας. Ἀ­κό­μη κι ἄν εἴ­χα­με τη­ρή­σει ὅ­λο τό Νό­μο —πρᾶγ­μα δύ­σκο­λο γιά τόν ἄν­θρω­πο— καί πά­λι ἀ­χρεῖ­οι δοῦ­λοι θά εἴ­μα­σταν, κα­τά τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου. Σα­φέ­στα­τα καί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώ­τα­τα μᾶς τό βε­βαι­ώ­νει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης: «ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι ἁ­μαρ­τί­αν οὐκ ἔ­χο­μεν, ἑ­αυ­τοὺς πλα­νῶ­μεν καὶ ἡ ἀ­λή­θεια οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν… ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι οὐχ ἡ­μαρ­τή­κα­μεν, ψεύ­στην ποι­οῦ­μεν αὐ­τόν (τὸν Θε­ὸν), καὶ ὁ λό­γος αὐ­τοῦ οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν» (Α´ Ἰ­ω­άν. 1, 8-10). Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γοῦ­με τήν πραγ­μα­τι­κή τα­πεί­νω­ση, στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­παύ­ε­ται ὁ Θε­ός καί ὄ­χι τήν τα­πει­νο­λο­γί­α καί τήν τα­πει­νο­σχη­μί­α. Κα­τά τό πα­τε­ρι­κό λό­γιο, ὁ Θε­ός εὐ­λο­γεῖ ὅ­λο τόν κό­σμο κά­θε μέ­ρα μέ τό ἕ­να Του χέ­ρι, τόν τα­πει­νό, ὅ­μως, τόν εὐ­λο­γεῖ μέ τά δυ­ό Του χέ­ρια. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται αὐ­τό πού τό­νιζε συ­χνά-πυ­κνά ὁ Γέ­ρον­τας Γερ­μα­νός, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­γα­πᾶ καί σώ­ζει τόν τα­πει­νό ἁ­μαρ­τω­λό καί ἀ­πο­στρέ­φε­ται τόν ἀ­σε­βή καί ὑ­πε­ρή­φα­νο δίκαιο. Γι’ αὐτό καί νά μήν κάνουμε φίλους αὐτούς πού νομίζουν καί ὑποστηρίζουν ὅτι δέν ἔχουν ἁμαρτίες. Εἶναι ψεύτες, ἀνόητοι καί ἀλαζόνες.

Θ´. Ἀ­φή­σα­με τε­λευ­ταῖ­ο τό σπου­δαι­ό­τα­το ζή­τη­μα τῆς τα­κτι­κῆς, εἰ­λι­κρι­νοῦς καί ἐν με­τα­νοί­ᾳ Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, χω­ρίς τήν ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κή ζω­ή καί, κα­τά συ­νέ­πειαν, σω­τη­ρί­α καί ἁ­για­σμό, καί μετοχή στήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α, στήν ὁ­ποί­α πρέ­πει νά προ­σερ­χό­μα­στε τα­κτι­κά κι ἐ­μεῖς καί τά παι­διά μας, μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο, πού θά τό ἀνοίξουμε, ὅμως, σέ μιά ἄλλη εὐκαιρία.

Προσφιλέστατοι ἀ­δελ­φοί μας,

Ὅ­λα αὐ­τά τά ἐ­πι­ση­μαί­νου­με ὄ­χι γιά νά σᾶς ἀ­πελ­πί­σου­με, ἀλ­λά γιά νά βά­λου­με νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν καί δι’ εὐ­χῶν. Κι ἄν ἀ­κό­μη δέν μπο­ροῦ­με νά τά ἐ­πι­τύ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά, τοὐ­λά­χι­στον νά ἔ­χου­με τήν αἴ­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας πε­νί­ας, τῶν πολ­λῶν μας ἐλ­λεί­ψε­ων, τή συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τός μας καί νά ζητοῦμε διαρκῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ καλός Θεός, βλέποντας τήν συναίσθηση αὐτή, θά ἀναπληρώσει τά ἐλλείποντα, ἀρκεῖ νά δεῖ καί τόν δικό μας συνεχή καί φιλότιμο ἀγώνα.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί φίλοι,

Καλή ἀρχή στόν ἀγώνα μας, μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας. Κα­λή καί Εὐλογημένη Χρο­νιά, κα­λή Με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο. Εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἐγκάρδια ἀγάπη σας καί τήν θυσιαστική παρουσία σας.

Πηγές:

http://kalabakacity.gr

https://christianvivliografia.wordpress.com/2017/01/16/πορεία-ἐπιστροφῆς-καί-ἐπανευαγγελι/

<>

Θαύμα από το βίο του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου - Δεν πρέπει να παίρνουμε Θεία Κοινωνία χωρίς Εξομολόγηση

Ένα συγκλονιστικό Θαύμα του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου.

Στα χρόνια του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του νέου πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή. Κάποτε έφτασαν και στην Τραπεζούντα.

Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων.

Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα-μέρα, από φόβο μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν στη φωτιά και τον κάψουν ή τον πνίξουν στο νερό ή τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο…

Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη.

Κάποτε όμως έκανε και μία φρικτή ασέβεια. Στη Βασιλεύουσα, όπου είχε πάει μαζί με άλλους ομόφυλους του, επισκέφθηκε μία εκκλησία.

Εκεί, μολονότι αβάπτιστος και ακάθαρτος, τόλμησε να πλησιάσει στο άγιο ποτήριο την ώρα της θείας μεταλήψεως και να κοινωνήσει! Την ίδια όμως στιγμή παραδόθηκε στους απάνθρωπους δαίμονες, που άρχισαν από τότε να τον βασανίζουν αλύπητα.

Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση έφτασε στην Τραπεζούντα. Οι σύντροφοί του, μαθαίνοντας για τα πολλά θαύματα του αγίου Ευγενίου, τον έφεραν στο ναό του. Στο μεταξύ η σατανική λεγεώνα τον έκανε να σπαράζει και ν’ αφρίζει.

Πώς τόλμησες, τον φοβέριζαν τα δαιμόνια, να μεταλάβεις το Χριστό, αφού είσαι δικός μας; Θα σ’ εξαφανίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο! Κανένας δεν Θα σε γλιτώσει απ’ τα χέρια μας!…

Ενώ όμως κόμπαζαν και απειλούσαν οι μιαροί δαίμονες, τί κάνει ο γρήγορος βοηθός των ανθρώπων, ο ένδοξος Ευγένιος;

Παρακαλεί τον φιλάνθρωπο Δεσπότη να σπλαχνιστεί το πλάσμα Του και να το απαλλάξει από την τυραννία του σατανά.

Και με τις παρακλήσεις του λυγίζει τον πολυέλεο Κύριο.

Καθώς στεκόταν λοιπόν ο δαιμονισμένος μπροστά στο λείψανο του αγίου, ήρθε σε έκσταση. Του φάνηκε πως είδε το Χριστό να κατεβαίνει από τον ουρανό μέσα στην εκκλησία.

Εκεί, αφού του θύμισε τις βέβηλες πράξεις, που από νέος είχε κάνει, άρχισε να τον ελέγχει αυστηρά

Μ’ όλες τούτες τις παρανομίες σου, κατέληξε ο Κύριος, με λύπησες πάρα πολύ, δεν είσαι άξιος ελέους, για χάρη όμως του αγαπητού μου Ευγένιου σε λυπήθηκα και θα σ’ ελεήσω. Και γυρίζοντας στο μάρτυρα, που στεκόταν δίπλα Του ικετευτικά, συνέχισε: Γιάτρεψέ τον, Ευγένιε, αφού κατέφυγε στην προστασία σου.

Αμέσως ο Ιησούς εξαφανίστηκε. Ο άγιος είπε τότε στον δαιμονισμένο: Αυτό το κακό το έπαθες επειδή κοινώνησες τα άχραντα Μυστήρια, ενώ ήσουν αβάπτιστος και βουτηγμένος στις αμαρτίες.

Ο Σκύθης συνήλθε από την έκσταση.

Είδε τότε, αισθητά πια, να βγαίνει φωτιά από τα άγια λείψανα, να μπαίνει στο στόμα του και να κατακαίγει – έτσι του φάνηκε – τα σωθικά του.

Όσοι ήταν εκεί κοντά μπόρεσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τη δύναμη του αγίου Ευγενίου, που βασάνιζε και τιμωρούσε εξουσιαστικά τους πονηρούς δαίμονες, διώχνοντάς τους βίαια μέσ’ από τον ταλαίπωρο άνθρωπο.

Άφριζε και ίδρωνε και χτυπιόταν ο Σκύθης, ώσπου ελευθερώθηκε εντελώς από τ’ ακάθαρτα πνεύματα.

Ειρηνικός πια και ανενόχλητος, σιχάθηκε την παλιά του ζωή, και δεν έπαψε ποτέ να ευχαριστεί τον θαυματουργό μάρτυρα που τον ευεργέτησε.

Πηγή:

Άγιος Ευγένιος ο Τραπεζούντιος, Βίος

<>

Τι λένε οι Άγιοι Πατέρες για το Ι. Μυστήριο της Μετανοίας και της Θείας Εξομολόγησης 

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:

«Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει: “Ὅπως ἕνας ἄνθρωπος βαπτιζόμενος ἀπό ἱερέα φωτίζεται μέ τή Χάρι τοῦ Πνεύματος, ἔτσι καί ὁ ἐξομολογούμενος ἐν μετανοίᾳ διά τοῦ ἱερέως λαμβάνει τήν ἄφεσι, μέ τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ”(Κατά Νοβατιανῶν, 26). Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει ὅτι ἡ ἐξαγόρευσι τῶν ἁμαρτημάτων, ἔχει τήν ἴδια αἰτία, τήν ὁποία ἔχει καί ἡ ἐπίδειξι τῶν σωματικῶν παθημάτων. Ὅπως τίς ἀσθένειες καί τά παθήματα τοῦ σώματος δέν τίς φανερώνουν οἱ ἄνθρωποι σέ ὅλους, ἀλλά στούς ἔμπειρους καί ἱκανούς νά θεραπεύσουν, ἔτσι καί ἡ ἐξαγόρευσι τῶν ἁμαρτημάτων, λέει, πρέπει νά γίνεται σέ ὅσους ἔχουν τή δύναμι νά θεραπεύσουν (Ὅροι κατ᾽ ἐπιτομήν, ἀπάντησι 229)…

Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει ὅτι οἱ “πνευματοφόροι”, δηλαδή οἱ ἱερεῖς πού λαμβάνουν διά τῆς ἱερωσύνης τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά δύο τρόπους συγχωροῦν ἤ κρατοῦν ἁμαρτίες· ἀφενός καλώντας στό βάπτισμα τούς ἤδη ἕτοιμους ἤ ἐμποδίζοντας ὅσους δέν ἔγιναν ἀκόμη ἄξιοι· ἀφετέρου “συγχωροῦν καί κρατοῦν ἁμαρτίες, βάζοντας μέν ἐπιτίμιο στά ἁμαρτάνοντα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, συγχωρώντας δέ τά μετανοοῦντα”(εἰς Ἰωάννην 4, 22-23)… Ὁ δέ ἱερός Χρυσόστομος λέει…: “Μεγάλη ἡ ἀξία τῶν ἱερέων· ὅσους συγχωρήσετε, λέει, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τους. Καί τί λέω τούς ἱερεῖς; Οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχάγγελος μπορεῖ νά κάνη κάτι σέ ὅσα δόθηκαν ἀπό τό Θεό, ἀλλά ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τά οἰκονομεῖ ὅλα. Ὁ δέ ἱερέας δανείζει τή γλῶσσα του καί προσφέρει τό χέρι του”(ὁμιλ. πζ´ εἰς Ἰωάννην §4).

Τίς σαφέστατες αὐτές μαρτυρίες τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζουν ὁ 2ος κανόνας τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (μέσα 4ου αἰῶνα) καί ὁ 102ος τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ πῶς πρέπει νά θεραπεύουν στήν ἐξομολόγησι οἱ ἱερεῖς “οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦν τήν ἰατρική ἐπιστήμη στό πνεῦμα” καί “κατέχουν τήν ποιμαντική ἡγεμονία”. Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται φανερά ὅτι ὁ ἱερέας εἶναι τό πρόσωπο, στό ὁποῖο ὁ μετανοῶν Χριστιανός θά ἐμπιστευθῆ τήν θλιβερή αὐτή ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ, Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου, Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542), ΑΘΗΝΑ 2012

<>

Οδηγός Εξομολογήσεως – PDF

http://www.stanthonysmonastery.org/Guide%20to%20Confession%20(in%20Greek).pdf

<>

Η αναγκαιότητα της καθοδήγησης του Πνευματικού Πατέρα

Μας αναφέρει ο Γέροντας Τρύφωνας ηγούμενος της Μονής του Σωτήρος Χριστού της Νήσου Vashon στην Washington των ΗΠΑ: «Υπάρχει ένα γνωμικό πού λέει: “Ο άνθρωπος που κατευθύνει πνευματικά τον εαυτό του μόνος του γίνεται μαθητής ενός τρελλού”»

Πηγή:


USA OF MY HEART

Η Ορθοδοξία στις ΗΠΑ

<>

Άγιογραφικά χωρία για την Θεία Εξομολόγηση

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ – TRUTH TARGET

Ἔχοντας ὡς ὁδηγό τήν Ἁγ. Γραφή, θά παρουσιάσουμε στήν ἀγάπη σας τή διδασκαλία της ὅσον ἀφορᾶ τήν ἁμαρτία. Εἶναι γνωστό, ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, αὐτός, ὅμως, παρασυρθείς ἀπό τό διάβολο, παράκουσε τόν Κύριο καί ἔπεσε στήν ἁμαρτία. Γιά τή διόρθωσι τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός: «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ (: γιά νά καταστρέψη) τά ἔργα τοῦ διαβόλου»(Α´ Ἰω 3, 8). Πρός τό σκοπό αὐτό ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία εἰσερχόμασθε διά τοῦ βαπτίσματος, τό ὁποῖο καθαρίζει καί τό προπατορικό ἁμάρτημα καθώς καί ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς ὁποῖες ἔχει διαπράξει ὁ (ἐνήλικος) βαπτιζόμενος.

***

Ὑπάρχουν ὁρισμένοι αἱρετικοί, οἱ «καθαροί», πού πιστεύουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται μόνο ἀπό ἀναμάρτητους καί ὅτι μετά τό βάπτισμα δέν ὑπάρχει συγχώρησι (αἵρεσι τῶν Νοβατιανῶν). Ἡ Γραφή, ὅμως, διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία ἀγωνιζομένων (καί ἄρα, μερικές φορές, πιπτόντων) Χριστιανῶν. Θυμίζουμε τή συνύπαρξι στήν Ἐκκλησία ἁγίων καί ἁμαρτωλῶν, ὅπως αὐτή φαίνεται στίς Παραβολές τῶν Ζιζανίων (Μθ 13, 24-30, 37-43) καί τῆς Σαγήνης (Μθ 13, 47-50).

Διδάσκει ἀκόμα ἡ Γραφή:

«Μή πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρός ὑμᾶς καί πενθήσω πολλούς τῶν προημαρτηκότων καί μή μετανοησάντων [ἄρα ὑπῆρχε δυνατότητα μετανοίας καί διορθώσεως] ἐπί τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί πορνείᾳ καί ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν»(Β´ Κορ 12, 21).
«Πιστός (: ἀξιόπιστος) ὁ λόγος καί πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστός Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τόν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»(Α´ Τιμ 1, 15)· λέει: εἰμί (: εἶμαι τώρα) ὄχι ἤμην (: ἤμουν).
«Ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐάν ὁμολογῶμεν τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καί δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τάς ἁμαρτίας καί καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀδικίας»(Α´ Ἰω 1, 8-9).
«Παρανομίαι ἄνδρα ἀγρεύουσι (: συλλαμβάνουν), σειραῖς δέ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται»(Πρμ 5, 22).
«Τό ἠσθενηκός οὐκ ἐνισχύσατε καί τό κακῶς ἔχον οὐκ ἐσωματοποιήσατε (: δέν τό θεραπεύσατε τελείως) καί τό συντετριμμένον οὐ κατεδήσατε (: δέν τοῦ βάλατε ἐπίδεσμο) καί τό πλανώμενον οὐκ ἐπεστρέψατε καί τό ἀπολωλός (: τό χαμένο) οὐκ ἐζητήσατε καί τό ἰσχυρόν κατηργάσασθε μόχθῳ (: τό καταπιέσατε κοπιαστικά)»(Ἰεζ 34, 4). Ἄρα ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα καί ὑποχρέωσι θεραπείας των. Ὁμοίως:
«Διό τάς παρειμένας χεῖρας καί τά παραλελυμένα γόνατα (: αὐτούς πού ἔχουν παράλυτα [ἀπό τήν ἁμαρτία] χέρια καί πόδια) ἀνορθώσατε, καί τροχιάς ὀρθάς ποιήσατε τοῖς ποσίν ὑμῶν, ἵνα μή τό χωλόν ἐκτραπῇ (: μήν παραπέση ὁ ἠθικά κουτσός), ἰαθῇ δέ μᾶλλον»(Ἑβρ 12, 12-13).
«Ἑπτάκις γάρ πεσεῖται δίκαιος καί ἀναστήσεται (: θά σηκωθῆ), οἱ δέ ἀσεβεῖς ἀσθενήσουσιν (: θά καταπέσουν) ἐν κακοῖς»(Πρμ 24, 16).
«Τίς καυχήσεται ἁγνήν ἔχειν τήν καρδίαν; ἤ τίς παρρησιάσεται (: ποιός ἔχει τό θάρρος νά πῆ) καθαρός εἶναι ἀπό ἁμαρτιῶν;»(Πρμ 20, 9).
«Διά τοῦτο ταῦτα ἀπών γράφω, ἵνα παρών μή ἀποτόμως χρήσωμαι κατά τήν ἐξουσίαν ἥν ἔδωκέ μοι ὁ Κύριος εἰς οἰκοδομήν καί οὐκ εἰς καθαίρεσιν (: γιά νά οἰκοδομῶ καί ὄχι νά γκρεμίζω)»(Β´ Κορ 13, 10), ἐκείνους πού εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία.
«Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω (: κοιλοπονῶ), ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν ὑμῖν!»(Γαλ 4, 19), ἄρα ἦταν τέκνα του ἀτελῆ.
«Τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε (: σᾶς φθόνησε) τῇ ἀληθείᾳ μή πείθεσθαι;»(Γαλ 3, 1).
«Ἐτρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἐνέκοψε (: ποιός σᾶς ἔκανε νά σκοντάψετε) τῇ ἀληθείᾳ μή πείθεσθαι;»(Γαλ 5, 7).
«Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν ἵνα μή ἁμάρτητε· καί ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρός τόν πατέρα, Ἰησοῦν Χριστόν δίκαιον· 2 καί αὐτός ἱλασμός ἐστι περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν [συμπεριλαμβάνει καί τόν ἑαυτό του καί τούς ἤδη πιστούς], οὐ περί τῶν ἡμετέρων δέ μόνον, ἀλλά καί περί ὅλου τοῦ κόσμου»(Α´ Ἰω 2, 1, 2).
«Ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τόν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν [καί μετά τό βάπτισμα]»(Ρμ 13, 14).
«Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»(Μθ 6, 12).
«Καί ἐλάλησε Κύριος πρός Μωυσῆν λέγων· λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ λέγων· ἀνήρ ἤ γυνή, ὅς τις ἄν ποιήσῃ ἀπό πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καί παριδών παρίδῃ (καί παραβλέψη ὑπερβολικά [τό θεῖο νόμο]) καί πλημμελήσῃ ἡ ψυχή ἐκείνη, ἐξαγορεύσει (: θά ἐξομολογηθῆ) τήν ἁμαρτίαν, ἥν ἐποίησε, καί ἀποδώσει τήν πλημμέλειαν τό κεφάλαιον καί τό ἐπίπεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ᾽ αὐτό (: θά ἀνταποδώση [ὑλικά] μέ βάσι ὅ,τι ἔσφαλε ὁλόκληρο τό ποσό σύν ἕνα πέμπτο), καί ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ (σ᾽ αὐτόν τόν ὁποῖο ἀδίκησε)»(Ἀρθ 5, 5-7)·
«Ἀδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπό τῆς ἀληθείας, καί ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλόν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχήν ἐκ θανάτου καί καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»(Ἰακ 5, 19-20).
«Εἰ γάρ ἀποφυγόντες τά μιάσματα τοῦ κόσμου (: ἀφοῦ ἀπέφυγαν τίς βρωμιές τοῦ κόσμου) ἐν ἐπιγνώσει (: μέ τό νά γνωρίσουν) τοῦ Κυρίου καί σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τούτοις δέ πάλιν ἐμπλακέντες ἡττῶνται (: στή συνέχεια καταπέσουν στά ἴδια), γέγονεν αὐτοῖς τά ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων. Κρεῖττον γάρ ἦν αὐτοῖς μή ἐπεγνωκέναι (: καλύτερα θά ἦταν γι᾽ αὐτούς νά μή γνωρίσουν) τήν ὁδόν τῆς δικαιοσύνης ἤ ἐπιγνοῦσιν ἐπιστρέψαι (: ἤ, ἀφοῦ τή γνώρισαν, νά ἐπιστρέψουν στήν προτέρα κατάστασι) ἐκ τῆς παραδοθείσης αὐτοῖς ἁγίας ἐντολῆς»(Β´ Πέτρ 2, 20, 21).
«Οὗτοί εἰσιν οἱ ἐν ταῖς ἀγάπαις ὑμῶν σπιλάδες (: κηλίδες στά γεύματά σας), συνευωχούμενοι (: συντρώγουν μαζύ σας) ἀφόβως, ἑαυτούς ποιμαίνοντες, νεφέλαι ἄνυδροι ὑπό ἀνέμων παραφερόμεναι (: παρασυρόμενοι), δένδρα φθινοπωρινά ἄκαρπα, δίς ἀποθανόντα, ἐκριζωθέντα, κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τάς ἑαυτῶν αἰσχύνας (: πού ἀφρίζουν [πρός τά ἔξω] τίς ἀσχήμιες τους), ἀστέρες πλανῆται (: ἀστέρια πού περιπλανῶνται [μακρυά ἀπό τήν τροχιά τους]), οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τόν αἰῶνα τετήρηται (: τό βαθύς σκοτάδι τους εἶναι παντοτεινό [ἄν δέν μετανοήσουν, βεβαίως])»(Ἰούδ 12, 13).
«Ἐν δέ τῷ ἀποστρέψαι δίκαιον ἐκ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ καί ποιῆσαι ἀδικίαν κατά πάσας τάς ἀνομίας, ἅς ἐποίησεν ὁ ἄνομος [τοῦ γίνη, δηλ., μόνιμη κατάστασι ἡ ἁμαρτία], πᾶσαι αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ, ἅς ἐποίησεν, οὐ μή μνησθῶσιν (: δέν θά συνυπολογισθοῦν)· ἐν τῷ παραπτώματι αὐτοῦ, ᾧ παρέπεσε, καί ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, αἷς ἥμαρτεν, ἐν αὐταῖς ἀποθανεῖται»(Ἰεζ 18, 24).
«Ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί, τῇ ἁγιωτάτῃ ὑμῶν πίστει ἐποικοδομοῦντες ἑαυτούς, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ προσευχόμενοι, 21 ἑαυτούς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόμενοι τό ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωήν αἰώνιον»(Ἰούδ 20, 21).
«Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἃγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς (: λύκοι φοβεροί) εἰς ὑμᾶς μή φειδόμενοι [πού δέν λυποῦνται] τοῦ ποιμνίου· καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες (: νά εἶσθε ξύπνιοι, ἐνθυμούμενοι) ὅτι τριετίαν νύκτα καί ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετά δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον»(Πρξ 20, 28-31).
«Καί ἀποκριθείς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ»(Μθ 24, 4).
«Καί διεστέλλετο αὐτοῖς λέγων· ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπό τῆς ζύμης (: τή διδασκαλία) τῶν Φαρισαίων καί τῆς ζύμης Ἡρῴδου»(Μρ 8, 15).
«Ὑμεῖς οὖν, ἀγαπητοί, προγινώσκοντες φυλάσσεσθε, ἵνα μή τῇ τῶν ἀθέσμων πλάνῃ συναπαχθέντες (: νά μήν παρασυρθῆτε ἀπό τήν πλάνη τῶν διεστραμμένων) ἐκπέσητε τοῦ ἰδίου στηριγμοῦ»(Β´ Πέτρ 3, 17).
«Οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὅς οὐχ ἁμαρτήσεται»(Γ´ Βασ 8, 46).
«Ὅτι ἄνθρωπος οὐκ ἔστι δίκαιος ἐν τῇ γῇ, ὅς ποιήσει [μόνο τό] ἀγαθόν καί οὐχ ἁμαρτήσεται»(Ἐκκλ 7, 20).
«Οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν»(Ψ 142, 2).
Μετά τά παραπάνω καταλαβαίνουμε πλέον τά χωρία τά ὁποῖα «στηρίζουν» τά περί «καθαρῶν» Χριστιανῶν:

«Πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ [τῷ Θεῷ] μένων οὐχ ἁμαρτάνει [: δέν ἁμαρτάνει μέ τή θέλησί του, ἀλλά ἀπό συναρπαγή ἤ ἀδυναμία]· πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτόν οὐδέ ἔγνωκεν αὐτόν»(Α´ Ἰω 3, 6) καί τό παράλληλο:
«Οἴδαμεν ὅτι πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐχ ἁμαρτάνει [μέ τή θέλησί του, καί πάλι,], ἀλλ᾿ ὁ γεννηθείς ἐκ τοῦ Θεοῦ τηρεῖ ἑαυτόν, καί ὁ πονηρός οὐχ ἅπτεται αὐτοῦ»(Α´ Ἰω 5, 18).
«Τῷ γάρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδέ γάρ δύναται [διότι δέν θέλει]· οἱ δέ ἐν σαρκί ὄντες (: οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι, οἱ ἁμαρτωλοί) Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται»(Ρμ 8, 7, 8).
«Οὐ δύναται δένδρον ἀγαθόν [παραμένοντας καλό] καρπούς πονηρούς (: κακούς) ποιεῖν, οὐδέ δένδρον σαπρόν (: κακό) καρπούς καλούς ποιεῖν [ἄν δέν θελήση νά μεταβληθῆ]»(Μθ 7, 18).

***

Διδάσκει ἡ Βίβλος πολλούς δρόμους μετανοίας:

προσευχή: «Διότι ἐλεημοσύνη ἐκ θανάτου ρύεται καί οὐκ ἐᾷ (: δέν ἀφήνει) εἰσελθεῖν εἰς τό σκότος»(Τωβ 4, 10), «Ἐγώ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με, ἴασαι τήν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι»(Ψ 40, 5), «Τήν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισα καί τήν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα· εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τήν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καί σύ ἀφῆκας τήν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου»(Ψ 31, 5), «Ὁ Θεός, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καί ἐπίφανον τό πρόσωπόν σου (: δεῖξε μας τό πρόσωπό Σου) καί σωθησόμεθα»(Ψ 79, 4), «Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»(Μθ 6, 12), «Καί ὅταν στήκητε προσευχόμενοι, ἀφίετε (: συγχωρέστε) εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καί ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τά παραπτώματα ὑμῶν. Εἰ δέ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν»(Μρ 11, 25-26), «Μή μνησθῇς ἡμῶν ἀνομιῶν ἀρχαίων· ταχύ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου (: γρήγορα νά μᾶς προφθάσουν τά ἐλέη Σου), Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα (: φτωχύναμε πολύ [στίς ἀρετές])»(Ψ 78, 8).
ἐλεημοσύνη: «Διά τοῦτο, βασιλεῦ, ἡ βουλή μου ἀρεσάτω σοι (: ἀποδέξου τή συμβουλή μου) καί τάς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι καί τάς ἀδικίας ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων (: ἐλεώντας τούς πτωχούς)· ἴσως ἔσται μακρόθυμος τοῖς παραπτώμασί σου ὁ Θεός»(Δαν 4, 24), «Ἐλεημοσύνη γάρ πατρός οὐκ ἐπιλησθήσεται (: ἡ στοργική συμπεριφορά πρός τόν πατέρα σου δέν θά ξεχασθῆ), καί ἀντί ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι (: θά προστεθῆ σέ σένα ἡ εὐτυχία σάν σπίτι). Ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπί παγετῷ (: σάν καλοκαιρία πού λειώνει τόν πάγο), οὕτως ἀναλυθήσονταί (: θά διαλυθοῦν) σου αἱ ἁμαρτίαι. Ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται (: συγχωρεῖ) ἁμαρτίας»(ΣΣειρ 3, 14, 15, 30), «Ἐλεημοσύνη γάρ ἐκ θανάτου ρύεται, καί αὐτή ἀποκαθαριεῖ πᾶσαν ἁμαρτίαν· οἱ ποιοῦντες ἐλεημοσύνας καί δικαιοσύνας πλησθήσονται ζωῆς»(Τωβ 12, 9).
ἀγάπη: «Ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»(Α´ Πέτρ 4, 8).
συγχωρητικότητα: «Ἄφες ἀδίκημα τῷ πλησίον σου, καί τότε δεηθέντος σου (: ὅταν προσευχηθῆς) αἱ ἁμαρτίαι σου λυθήσονται»(ΣΣειρ 28, 2).
Βλέποντας κάποιος ἐκ πρώτης ὄψεως τούς τέσσερεις αὐτούς, καί ὅποιους ἄλλους, δρόμους, σχηματίζει τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀρκεῖ π. χ. ἡ ἐλεημοσύνη γιά νά σβησθοῦν οἱ ἁμαρτίες. Ἐμεῖς φρονοῦμε ὅτι οἱ δρόμοι αὐτοί καθιστοῦν ἁπλῶς τήν ψυχή δεκτική συγγνώμης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καί ὁ τρόπος παροχῆς τῆς συγγνώμης εἶναι ἕνας: Οἱ ἰλαστήριες θυσίες (ὡς προεξόφλησι τῆς μιᾶς θυσίας τοῦ Χριστοῦ μας) στήν Π. Διαθήκη καί ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἱερέα ἐξαγόρευσι στήν Καινή.

Ἀλλοιῶς θά ἦταν περιττές οἱ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ θεσπίσεις τόσο τῶν θυσιῶν —διά τῶν Ἱερέων— ὅσο καί τῆς ἱερατικῆς ἀφέσεως, ἐφόσον εὔκολα καί ἀνώδυνα θά λάμβαναν ἄφεσι, μέ μιά ἐλεημοσύνη π.χ. ἤ μέ μιά προσευχή:

«Καί ἐξαγορεύσει (: θά ἐξομολογηθῆ) τήν ἁμαρτίαν, περί ὧν ἡμάρτηκε κατ᾽ αὐτῆς (: γιά κάθετί στό ὁποῖο ἔπεσε ἡ ψυχή), καί οἴσει (: θά προσφέρη) περί ὧν ἐπλημμέλησε Κυρίῳ, [δηλ.] περί τῆς ἁμαρτίας ἧς ἥμαρτε, θῆλυ ἀπό τῶν προβάτων, ἀμνάδα ἤ χίμαιραν ἐξ αἰγῶν (γίδα ἀπό τά κατσίκια), περί ἁμαρτίας· καί ἐξιλάσεται (: θά προσφέρη ἐξιλαστήρια θυσία) περί αὐτοῦ ὁ ἱερεύς περί τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, καί ἀφεθήσεται αὐτῷ ἡ ἁμαρτία»(Λευ 5, 5-6· βλ. καί: 4, 20, 22-26, 35· 5, 10, 16, 26· 15, 25· 16, 21, 30-34).
Προαναγγέλλει: «Καί δώσω σοι τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί ὅ ἐάν δήσῃς (: ὅ,τι δέν συγχωρήσης) ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον (: θά εἶναι ἀσυγχώρητο) ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅ ἐάν λύσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»(Μθ 16, 19), καί δίνει τό δικαίωμα: «Ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»(Μθ 18, 18), «Ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε (: ἄν θά συγχωρήσετε) τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε (: δέν θά συγχωρήσετε), κεκράτηνται (: θά μείνουν ἀσυγχώρητες)»(Ἰω 20, 22-23).
Ἄς σημειώσουμε, παρά ταῦτα, ὅτι κι ἄν οἱ παραπάνω δρόμοι παρέχουν αὐτοτελῶς ἄφεσι, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν χάνουμε τίποτε ἐξομολογούμενοι σέ Ἱερέα, μιᾶς καί τούς τηροῦμε καί αὐτούς.

***

Προχωροῦμε: Ἔχουμε, ἀκόμη κι ἀπ᾽ τήν Π. Διαθήκη, ἐξαγόρευσι ἁμαρτιῶν, δηλ. κοινοποίησί τους σέ ἀνθρώπους:

Ἀναφέρει ὁ Ἰώβ: «Εἰ δέ καί ἁμαρτῶν ἀκουσίως, ἔκρυψα τήν ἁμαρτίαν μου (θά δεχόμουν δίκαιη τιμωρία), οὐ γάρ διετράπην πολυοχλίαν πλήθους (: ὅμως δέν ντράπηκα τήν πολυκοσμία) τοῦ μή ἐξαγορεῦσαι ἐνώπιον αὐτῶν»(Ἰώβ 31, 33-34).
«Ἐάν νοήσῃ τῇ καρδίᾳ ἐπιστραφῆναι πρός Κύριον (: ἄν κάποιος σκεφθῆ νά ἐπιστρέψη στόν Κύριο), ἀναγγείλῃ δέ ἀνθρώπῳ τήν ἑαυτοῦ μέμψιν (: αὐτό πού τοῦ προσάπτει κατηγορία), τήν δέ ἄνοιαν αὐτοῦ (: τήν ἀσύνετη διαγωγή του) δείξῃ… εἰσελεύσεται προσώπῳ ἱλαρῷ (: θά προσέλθη [στόν Κύριο] μέ χαρούμενο πρόσωπο)»(Ἰώβ 33, 23, 26), θά εὐεργετηθῆ.
«Καί εἶπεν Ἰησοῦς [τοῦ Ναυῆ] τῷ Ἄχαρ· δός δόξαν σήμερον τῷ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ καί δός τήν ἐξομολόγησιν καί ἀνάγγειλόν μοι τί ἐποίησας καί μή κρύψῃς ἀπ᾽ ἐμοῦ»(ἸΝ 7, 19)·
«Ὁ ἐπικαλύπτων ἀσέβειαν ἑαυτοῦ οὐκ εὐοδωθήσεται (: δέν θά προκόψη), ὁ δέ ἐξηγούμενος ἐλέγχους (: ἐνῶ αὐτός πού τήν ὁμολογεῖ πρός ἔλεγχο) ἀγαπηθήσεται [ἀπό τό Θεό]»(Πρμ 28, 13).
«Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ ἀναγγελῶ καί μεριμνήσω ὑπέρ τῆς ἁμαρτίας μου»(Ψ 37, 19).
«Καί ἐξαγορεύσουσι (: θά ἐξομολογηθοῦν) τάς ἁμαρτίας αὐτῶν καί τάς ἁμαρτίας τῶν πατέρων αὐτῶν, ὅτι παρέβησαν καί ὑπερεῖδόν με (: μέ παρέβλεψαν), καί ὅτι ἐπορεύθησαν ἐναντίον μου πλάγιοι (: μέ στρεβλές ἐνέργειες)»(Λευ 26, 40).
«Καί ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τάς ἁμαρτίας αὐτῶν»(Μθ 3, 6).
«Καί ἐξεπορεύετο πρός αὐτόν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καί οἱ Ἱεροσολυμῖται, καί ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι [καθιστώντας τις ἐξωτερικά γνωστές] τάς ἁμαρτίας αὐτῶν»(Μρ 1, 5).
«Πολλοί τε τῶν πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καί ἀναγγέλλοντες τάς πράξεις αὐτῶν»(Πρξ 19, 18) ἐνῶ θά μποροῦσαν κατευθεῖαν στό Θεό.
***

Ἕνα βῆμα πιό πέρα: Θά ἀναγράψουμε, τώρα, χωρία πού, ἐκ πρώτης ὄψεως, δέν δείχνουν ἐξωτερίκευσι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά, σύμφωνα μέ τούς αἱρετικούς, ἀναφέρουν τήν ἁμαρτία ἀπευθείας στό Θεό:

«Λέγε σύ πρῶτος τάς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς (: γιά νά ἀθωωθῆς)»(Ἡσ 43, 26).
«Ἐάν ὁμολογῶμεν τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός (: ἀξιόπιστος) ἐστι καί δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τάς ἁμαρτίας καί καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀδικίας»(Α´ Ἰω 1, 9).
«Δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος ἐν πρωτολογίᾳ (: πρῶτος παραδέχεται τό σφάλμα του)»(Πρμ 18, 17).
Ὅμως εἶναι περιττό νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας στό Θεό μέ σκοπό τήν ἄφεσι —ὅταν γίνεται ἡ τέτοια προσευχή, ἔχει σκοπό τήν ἀπόκτησι ταπεινώσεως—, κι αὐτό διότι ὁ Κύριος γνωρίζει τά πάντα γιά μᾶς:

«Ἐγώ Κύριος ἐτάζων καρδίας καί δοκιμάζων νεφρούς (: γνωρίζω πλήρως τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου) τοῦ δοῦναι ἑκάστῳ κατά τάς ὁδούς αὐτοῦ (: σύμφωνα μέ τούς δρόμους του) καί κατά τούς καρπούς τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτοῦ (: τῶν ἀσχολιῶν του)»(Ἱερ 17, 10).
«Κύριε, ἐδοκίμασάς με, καί ἔγνως με (: μέ γνωρίζεις σάν νά μέ εἶχες ἐξετάσει λεπτομερῶς)· σύ ἔγνως τήν καθέδραν μου καί τήν ἔγερσίν μου (: πότε κάθομαι καί πότε σηκώνομαι), σύ συνῆκας τούς διαλογισμούς μου (: τίς σκέψεις μου) ἀπό μακρόθεν (: ἐκ τῶν προτέρων)· ἰδού, Κύριε, σύ ἔγνως πάντα, τά ἔσχατα καί τά ἀρχαῖα· σύ ἔπλασάς με καί ἔθηκας ἐπ᾽ ἐμέ τήν χεῖρά σου. Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ, ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην, πάρει (: παρευρίσκεσαι)· ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου (: πετάξω) κατ᾽ ὄρθρον καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καί γάρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καί καθέξει με (: θά μέ κρατᾶ σφικτά) ἡ δεξιά σου»(Ψ 138, 1, 2, 5, 7-10).
«Ἄνθρωπος παραβαίνων…, λέγων ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ (: σκέπτεται)· τίς με ὁρᾷ; σκότος κύκλῳ μου, καί οἱ τοῖχοί με καλύπτουσι, καί οὐθείς με ὁρᾷ· τί εὐλαβοῦμαι (: τί νά ντραπῶ καί νά φοβηθῶ); τῶν ἁμαρτιῶν μου οὐ μή μνησθήσεται ὁ Ὕψιστος (: ὁ Ὕψιστος δέν θά τίς λάβη ὑπόψιν του). Καί ὀφθαλμοί ἀνθρώπων ὁ φόβος αὐτοῦ (: ὁ μόνος φόβος του), καί οὐκ ἔγνω (: καί δέν καταλαβαίνει) ὅτι ὀφθαλμοί Κυρίου μυριοπλασίως ἡλίου φωτεινότεροι, ἐπιβλέποντες πάσας ὁδούς ἀνθρώπων (: ὅλα ὅσα πράττουν οἱ ἄνθρωποι) καί κατανοοῦντες (: παρατηροῦν) εἰς ἀπόκρυφα μέρη»(ΣΣειρ 23, 18-19).
«Θεός ἐγγίζων ἐγώ εἰμι, λέγει Κύριος, καί οὐχί Θεός πόρρωθεν»(Ἱερ 23, 23).
«Προωρώμην τόν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μή σαλευθῶ»(Ψ 15, 8).
Σωσάννα: «Αἱρετώτερόν μοί ἐστι μή πράξασαν ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ὑμῶν (: εἶναι προτιμότερο, ἔστω κι ἄν δέν ἔχω ἁμαρτήσει, νά πέσω στά χέρια σας [τῶν πορνογερόντων]) ἤ ἁμαρτεῖν ἐνώπιον Κυρίου»(Δαν (Σωσ) 23).
***

Θά πρέπη νά τονίσουμε στή συνέχεια, σέ ἀπάντησι ὅσων θέλουν μετά τήν ἐξομολόγησι νά πετοῦν ἀπό χαρά, ὡς ἀπόδειξι συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τους, ὅτι ἡ βεβαιότητα αὐτή στηρίζεται στά λόγια τοῦ Κυρίου καί ὄχι σέ συναισθηματισμούς τούς ὁποίους μπορεῖ νά ἀλλάξη ὁ διάβολος. Τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅμως, δέν μπορεῖ νά τόν ἀλλάξη:

«Ἴσθι πεποιθώς ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ (: νά ἔχης τήν ὁλοκάρδια πεποίθησί σου) ἐπί Θεῷ. Μή ἴσθι φρόνιμος παρά σεαυτῷ (: μή στηρίζεσαι στόν ἑαυτό σου)»(Πρμ 3, 5, 7).
«Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ (: μέ κλαδάκι ἀπό ὕσσωπο), καί καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι»(Ψ 50, 9).
«Ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν (: βαθύ κόκκινο), ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐάν δέ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ (: σάν τό μαλλί θά σᾶς λευκάνω)»(Ἡσ 1, 18).
«Ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»(Μθ 18, 18).
«Ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε (: ἄν θά συγχωρήσετε) τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε (: δέν θά συγχωρήσετε), κεκράτηνται (: θά μείνουν ἀσυγχώρητες)»(Ἰω 20, 22-23).
***

Ὁ ἐξομολόγος πρέπει, βασιζόμενος στήν Ἁγ. Γραφή, νά εἶναι ἐπιεικής:

«Τοῦτον [τό Χριστό] τῇ ὡρισμένῃ βουλῇ καί προγνώσει τοῦ Θεοῦ ἔκδοτον λαβόντες (ἀφοῦ Τόν συλλάβατε σύμφωνα μέ τή θέλησι καί τήν πρόγνωσι τοῦ Θεοῦ), διά χειρῶν ἀνόμων [σάν νά μήν τό κάνατε ἐσεῖς, ἀλλά ἁμαρτωλά χέρια] προσπήξαντες ἀνείλετε (: Τόν φονεύσατε σταυρώνοντάς Τον)»(Πρξ 2, 23).
«Καί νῦν, ἀδελφοί, οἶδα ὅτι κατά ἄγνοιαν ἐπράξατε [τούς ἐλαττώνει τήν ἐνοχή], ὥσπερ καί οἱ ἄρχοντες ὑμῶν· ὁ δέ Θεός ἅ προκατήγγειλε διά στόματος πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ παθεῖν τόν Χριστόν, ἐπλήρωσεν οὕτω»(Πρξ 3, 17-18).
«Οὐδείς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γάρ ἔγνωσαν, οὐκ ἄν τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν»(Α´ Κορ 2, 8).
***

Παρά ταῦτα δέν πρέπει νά ξεθαρρεύουμε, διότι εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ ἐκ Θεοῦ τιμωρία γιά τήν παράβασι τῆς «θεόκτιστης (: θεόσδοτης) νομοθεσίας»(Β´ Μακ 6, 23):

«Ὁ ὀμνύων καί ὀνομάζων διαπαντός (: καί ἀναφέρει συνεχῶς [τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ]) ἀπό ἁμαρτίας οὐ μή καθαρισθῇ»(ΣΣειρ 23, 10), ἄν δέν προβῆ σέ ἐξομολόγησι, ἐννοεῖται.
«Ἀσεβεῖν γάρ εἰς τούς θείους νόμους οὐ ρᾴδιον (: δέν εἶναι μικρό πρᾶγμα)»(Β´ Μακ 4, 17).
«Μή εἴπῃς, ἥμαρτον, καί τί μοι ἐγένετο (: καί τί ἔγινε εἰς βάρος μου); ὁ γάρ Κύριός ἐστι μακρόθυμος. Περί ἐξιλασμοῦ μή ἄφοβος γίνου (: μήν ξεθαρρεύης μέ τή συγχώρησι), προσθεῖναι ἁμαρτίαν ἐφ᾽ ἁμαρτίαις»(ΣΣειρ 5, 4-5).
«Ὥσπερ κύων ὅταν ἐπέλθῃ (: ὅπως, ὅταν ὁ σκύλος ἐπιστρέψη) ἐπί τόν ἑαυτοῦ ἔμετον καί μισητός (: σιχαμερός) γένηται, οὕτως ἄφρων τῇ ἑαυτοῦ κακίᾳ ἀναστρέψας ἐπί τήν ἑαυτοῦ ἁμαρτίαν. Ἔστιν αἰσχύνη ἐπάγουσα ἁμαρτίαν (: ὑπάρχει ντροπή πού ἐπιφέρει ἁμαρτία [ὅταν, ἀπό ντροπή μή σέ κοροϊδεύσουν, ἁμαρτάνεις]), καί ἐστιν αἰσχύνη [αὐτή πού σέ προφυλάσσει ἀπό τήν ἁμαρτία] δόξα καί χάρις (: τιμή)»(Πρμ 26, 11, 11α=ΣΣειρ 4, 21).
«Εἰ γάρ καί ἐπί τοῦ παρόντος ἐξελοῦμαι (: θά γλυτώσω) τήν ἐξ ἀνθρώπων τιμωρίαν, ἀλλά τάς τοῦ Παντοκράτορος χεῖρας οὔτε ζῶν οὔτε ἀποθανών ἐκφεύξομαι (: δέν θά ἀποφύγω)»(Β´ Μακ 6, 26).
«Σύ δέ [Ἀντίοχε] πάσης κακίας εὑρετής γενόμενος εἰς τούς Ἑβραίους, οὐ μή διαφύγῃς τάς χεῖρας τοῦ Θεοῦ. Οἱ μέν γάρ νῦν ἡμέτεροι ἀδελφοί βραχύν ὑπενέγκαντες πόνον (: ἀφοῦ ὑποστοῦν μικρή ταλαιπωρία) ἀενάου ζωῆς ὑπό διαθήκην Θεοῦ πεπτώκασι (: ἀπολαμβάνουν ἤδη τήν ὑπεσχημένη ἀπό τό Θεό αἰώνια ζωή)· σύ δέ τῇ τοῦ Θεοῦ κρίσει δίκαια τά πρόστιμα τῆς ὑπερηφανίας ἀποίσῃ (: θά ὑποστῆς τήν τιμωρία τῆς ὑπερηφανείας)»(Β´ Μακ 7, 31, 36).
Βέβαια, «τό μή πολύν χρόνον ἐᾶσθαι τούς δυσσεβοῦντας (: τό νά μήν ἀφήνη ὁ Θεός ἀτιμώρητους ἐπί πολύ καιρό τούς δυσσεβεῖς), ἀλλ᾿ εὐθέως περιπίπτειν ἐπιτιμίοις (: ἀλλά νά ἐπιτρέπη νά ὑποστοῦν ἀμέσως τιμωρίες), μεγάλης εὐεργεσίας σημεῖόν ἐστιν»(Β´ Μακ 6, 13). Πολύ μεγαλύτερη εὐεργεσία εἶναι τά ἐπιτίμια τά ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ Πνευματικός στούς μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς.

Ἀπό το βιβλίο:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ

Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου

Εκδ. Ἀγιος Ἰωάννης ο Δαμασκηνός (2108220542)

ΑΘΗΝΑ 2012
<>

Συγκινητικές μεταστροφές προς τη Θεία Εξομολόγηση: Ο Καλός Ληστής του Σταυρού και οι σύγχρονοι φυλακισμένοι

Φυλακές ανδρών…! Σάββατο πρωί…! Στον ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου, η θεία Λειτουργία τελείωσε. Πόση θερμή προσευχή έγινε και σήμερα στο Λυτρωτή, για να ανοίξουν τα σίδερα των φυλακών, για να σπάσουν τα σίδερα των παθών, για να έρθει η πολυπόθητη ελευθερία στους κρατουμένους!

Μην αργείς, Κύριε…

Από τα μεγάφωνα του Σωφρονιστηρίου αναγγέλλεται: «Ήρθαν οι Ιεροκήρυκες. Όποιος κρατούμενος επιθυμεί, ας κατεβεί γρήγορα στο Ναό…».

Σε λίγο οι Ιεροκήρυκες υποδέχονται με πολλή αγάπη, όπως άλλωστε κάθε Σάββατο, εκείνους που λαχταρούν να ακούσουν τον Λόγο του Θεού. Εκείνους, που μέσα στην ασφυξία της ανελευθερίας τους, θέλουν να αναπνεύσουν, να ξεκουραστούν, να φωτιστούν, να ελπίσουν, να πιαστούν από την αγάπη του Θεού. Και την έχουν μεγάλη ανάγκη. Είναι η μοναδική τους παρήγορη διέξοδος… για ανακούφιση…, για όνειρα…, για αληθινή ζωή…! Ένας, δύο, τρεις … είκοσι επτά! Προσκυνούν με σεβασμό τις άγιες εικόνες και τακτοποιούνται στις θέσεις τους…

Το σημερινό μάθημα αναφέρεται στα πρόσωπα του Γολγοθά. Στα πρόσωπα, που πλαισιώνουν τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο στις πιο τραγικές του ώρες. Με απόλυτη σιγή και συγκινητική κατάνυξη παρακολουθούν και ρουφούν… Στο τέλος με πολλή απλότητα εκφράζουν τις εντυπώσεις, τις απορίες, τους προβληματισμούς τους, συζητούν…!

-Εμένα, μου έκαμε τρομερή εντύπωση, λέει κοφτά ένας γεροδεμένος κρατούμενος, ο Ληστής! «Τον πάω»! Πάρα πολύ μου άρεσε! Ήταν ανέλπιστα τυχερός…!

Βλέπετε, μπορούμε στη ζωή μας να εμπνεόμαστε και από αρνητικά πρότυπα, ακόμη και από ληστές, που βρήκαν όμως το σωστό δρόμο, το δρόμο του Θεού…

-Εξήγησέ μας, γιατί θαύμασες τόσο πολύ το Ληστή;

-Γιατί με μία μόνο κουβέντα του, συγχώρα με, Θεέ μου, «μνήσθητί μου, Κύριε», σώθηκε, του σβήστηκαν όλα του τα κρίματα, κέρδισε τον Παράδεισο και ήταν ο πρώτος που μπήκε. Δεν το χωράει ο νους μου πόσο τον συμπόνεσε, αλλά και πόσο τον κατάλαβε ο Χριστός! Τον αγάπησα αυτόν το Ληστή. Θέλω να του μοιάσω, να έχω την τύχη του…!

-Μακάρι, μακάρι, ολόψυχα σου το ευχόμαστε. Αφού τόσο το θέλεις, θα γίνει αυτό. Με μία όμως προϋπόθεση: Να μοιάσεις στο Ληστή όχι μόνο στη βαθιά του μετάνοια, αλλά και σε κάτι άλλο σπουδαίο που έκαμε:

-Ποιο είναι αυτό;

-Να του μοιάσεις στην ομολογία του. Τι είπαμε ότι ομολόγησε; Ότι ο Χριστός είναι βασιλιάς και ότι ο ίδιος είναι αμαρτωλός! «Εμείς δίκαια τιμωρούμεθα και απολαμβάνουμε άξια για αυτά που πράξαμε…»! Η μετάνοια οδηγεί στην ομολογία και αυτή στη Λύτρωση. Αυτή την ομολογία τη λέμε αλλιώς εξομολόγηση. Ο Χριστός δίδαξε τους μαθητές του πώς να γίνουν σωστοί εξομολόγοι. Και ο Ίδιος αυτό έκαμε επάνω στο Σταυρό. Ο Ληστής εξομολογήθηκε και ο Χριστός τον συγχώρησε…!

-Αυτό δεν το ήξερα έτσι, δεν το είχα καταλάβει.

-Σκέφτηκες ποτέ να εξομολογηθείς; Ένιωσες αυτή την ανάγκη; Θέλεις να εξομολογηθείς, να Του ομολογήσεις όλα με συντριβή, ταπείνωση και ειλικρίνεια; Θέλεις να σωθείς;

-Ναι! Θέλω! Θέλω πολύ και γρήγορα! Όμως θα μου φέρεις ORIGINAL παπά. Όχι από αυτούς των φυλακών. Δεν τους εμπιστεύομαι. Φοβάμαι μήπως… Καταλαβαίνεις…

-Είναι σπουδαίοι εξομολόγοι οι Ιερείς των φυλακών. Όμως, επειδή σε καταλαβαίνω, θα σου φέρω ORIGINAL, όπως τον ζήτησες…

-Θα τον περιμένω με ενδιαφέρον και αγωνία.

… … …

Έγινε!…

-Μήπως θέλει και κάποιος άλλος να εξομολογηθεί; Μήπως κάποιος θέλει να πάρει τη θέση του Διονύση, που ζήτησε κι εκείνος ORIGINAL εξομολόγο, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί μετακινήθηκε αναπάντεχα σε άλλη φυλακή;

-Εγώ! Εγώ θέλω να εξομολογηθώ…!

-Εσύ; Ρωτάει απότομα και δύσπιστα ο Αρχιφύλακας, που πάντα φρουρεί στο Ναό την ώρα τούτη. Εσύ, θέλεις αλήθεια να εξομολογηθείς;

-Ναι! Θέλω και μάλιστα πολύ! Το αποφάσισα! Και ξέρεις γιατί; Το είχα μέσα μου, το σκεφτόμουνα συνέχεια, ένιωθα την ανάγκη να ξαλαφρώσω, αλλά δεν μου δινόταν η ευκαιρία. Κάθε Σάββατο πρωί δουλεύω στα μαγειρεία. Σήμερα για πρώτη φορά, κατά παράξενο τρόπο, με εξαίρεσαν. Ε, δεν είναι τυχαίο αυτό! Δεν είναι τυχαίο! Κατάλαβες, Αρχιφύλακα; Θέλω να εξομολογηθώ…!

-Συγχαρητήρια και στους δυο σας, που πήρατε αυτήν την ηρωική απόφαση. Καλή σας προετοιμασία…

Η συγκέντρωση τελείωσε. Ο ORIGINAL Πνευματικός ήρθε την καθορισμένη ημέρα ολοπρόθυμος. Ώρες κράτησε η εξομολόγηση των δύο κρατουμένων… Ώρες μυστηρίου και αγάπης. Ώρες ειλικρίνειας και συμφιλιώσεως με το Θεό. Ώρες φωτισμού και κάθαρσης, ειρήνης και ελευθερίας!

Βγαίνοντας από την ORIGINAL εξομολόγηση ο ένας είπε βουρκωμένος: «Από σήμερα μπορώ να χαμογελάω»! Ο άλλος τόνισε με πείσμα: «Δε με νοιάζει να σαπίσω στη φυλακή. Από αυτή τη στιγμή νιώθω ελεύθερος…!» και πολλή χαρά έβγαινε από το πρόσωπό του.

Δόξα Σοι, Κύριε!…

Ευλόγησε τους ORIGINAL εξομολογούμενους και τους ORIGINAL Εξομολόγους…

Η.Μ.

Σημείωση:
Ο πρώτος από τους δύο κρατουμένους, όταν πήρε άδεια, πήγε στο Άγιον Όρος και συνάντησε το Γέροντα, με τον οποίο είχε μιλήσει στην αγνή του νιότη! Εκείνος, όταν τον είδε, τον αναγνώρισε, συζήτησε μαζί του, έβγαλε το σκούφο του, σηκώθηκε όρθιος και του είπε πριν τον ξεπροβοδίσει: «Εικοσιπέντε χρόνια σε περίμενα. Τώρα μπορώ να πεθάνω ήσυχος»!

Πηγή:

Περιοδικό Η Δράσις μας
Τεύχος 466, Φεβρουάριος 2009

<>

Πώς εξομολογούσε ο μαρτυρικός π. Δημήτριος Μπεζάν στις φυλακές του Αϊούντ της Ρουμανίας

—Πῶς ἐξομολογούσατε στίς φυλακές τοῦ Ἀιούντ, π. Δημήτριε [Μπεζάν];

—Πολύ εὔκολα. Τούς ἐξομολογοῦσα στό κελί τους ἤ ἀπ’ τόν τοῖχο. Ἄν καθόμουν μέ τό στόμα στόν τοῖχο, μέ ἄκουγε πολύ καλά.

—Πῶς, ἐξομολογούσατε διά μέσου τοῦ τοίχου;

—Πρῶτα ἔβαζα ἐγώ τό αὐτί στόν τοῖχο κι ἄκουγα τήν ἐξομολόγησι τῶν ἁμαρτιῶν. Μετά ἔβαζαν αὐτοί τό αὐτί στόν τοῖχο καί τούς ἔδινα συμβουλές.

—Τή συγχωρητική εὐχή πῶς τή διαβάζατε;

—Πάλι μέσω τοῦ τοίχου. Μόνο σ’ αὐτούς πού ἦταν στό κελί μου, ἔκανα τήν κανονική ἐξομολόγησι.

—Ἐξομολογήσατε πολλούς διά μέσου τοῦ τοίχου;

—Ἑκατοντάδες».

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου